ΜΑΗΣ ΄68 ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΜΑΗΣ ΄68 ΚΑΙ ΝΕΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

 

«Εάν μια πολιτική πρόκειται να είναι μαρξιστική, τότε πρέπει να συνδεθεί με την ασήμαντη, κοινότυπη, πρωτόγονη, απλή καθημερινή ζωή και τις επιθυμίες των πλατύτερων μαζών του λαού με όλη την ιδιομορφία της κοινωνικής τους κατάστασης»  έγραφε ήδη το 1957 ο Βίλχελμ Ράιχ στο βιβλίο του ‘Ταξική συνείδηση και σεξουαλική χειραφέτηση’.

«Η επανάσταση δεν είναι πρόσκληση σε δείπνο», υποστήριζε ο Μάο Τσε Τουνγκ. Κι αν η σχέση ανάμεσα στο Ράιχ και το Μάο είναι δυσδιάκριτη, ήρθε εκείνη η δεκαετία του 1960, με αποκορύφωμα το 1968 και ιδιαίτερα το γαλλικό Μάη, που οι εξεγερμένοι βρήκαν τον τρόπο, αυθορμήτως και άνευ προγραμματισμού, να μιλήσουν για όλα αυτά. Για την επανάσταση αλλά και τη σεξουαλική απελευθέρωση, για τα αντιιμπεριαλιστικά-εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, αλλά και για τη γυναικεία χειραφέτηση.

Μέσα σε ένα τέτοιο γιορτινό πολεμικό κλίμα, οι καλλιτέχνες καταλαμβάνουν το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο οποίο εκτίθονταν τα έργα τους και τοποθετούν στην είσοδο ένα πανό που γράφει: «Κλειστό γιατί είναι ανώφελο»!
Επόμενο ήταν η φλόγα να περάσει και στους ανθρώπους του σινεμά. Μερικές μέρες πριν, μάλιστα, υπήρχε μεγάλη κόντρα μεταξύ των κινηματογραφιστών και του υπουργού Πολιτισμού Αντρέ Μαρλό, εξαιτίας της αντικατάστασης του επιτυχημένου διευθυντή της γαλλικής ταινιοθήκης, Ανρί Λανγκλουά.

Το 2003, ο Μπερνάντο Μπερτολούτσι, με τους «Ονειροπόλους», περιγράφει ακριβώς αυτή την περίοδο, συνδέοντάς τη με τη νεανική επαναστατικότητα και τις σεξουαλικές αναζητήσεις των τριών νεαρών πρωταγωνιστών της ιστορίας.

Τελικά ο Μαρλό υποχώρησε αλλά η εξέγερση ταξίδεψε από το Παρίσι στις Κάνες, όπου τις μέρες εκείνες πραγματοποιείται το μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ. Η έναρξη γίνεται ήρεμα με την προβολή ανακαινισμένης κόπιας της ταινίας «Όσα παίρνει ο άνεμος», μόνο που ηρεμίας δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ. Άλλωστε βρισκόταν εκεί μια παρέα από «κακά παιδιά» όπως ο Ρομάν Πολάνσκι, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, ο Φρανσουά Τριφό και άλλοι, που δεν μπορούσαν να κάτσουν στα αυγά τους. Ο πρώτος τριγμός ήρθε με την παραίτηση τεσσάρων μελών της κριτικής επιτροπής, του Τέρενς Γιανγκ, της Μόνικας Βίτι, του Λουί Μαλ και του Ρομάν Πολάνσκι. Λογικά σκεπτόμενοι οι άνθρωποι, είπαν «δεν είναι δυνατόν να καίγεται ο κόσμος κι εμείς να ασχολούμαστε… με τρίχες». Και ενώ ο πρωθυπουργός της Γαλλίας απειλούσε τους εξεγερμένους φοιτητές πως θα τους κάνει να «αντιληφθούν τη σιδηρά χείρα του νόμου», στις Κάνες ήρθε κι ο δεύτερος τριγμός. Ο Ρομάν Πολάνσκι, ο Λουί Μαλ, ο Ζαν Λικ Γκοντάρ, ο Κλοντ Λελούς και ο Φρανσουά Τριφό συνέστησαν «επαναστατική επιτροπή», η οποία αποφάσισε τη διακοπή του φεστιβάλ, παρά τις αντιρρήσεις του Πολάνσκι. Στο πλευρό της επιτροπής βρέθηκαν και οι σκηνοθέτες Κλοντ Μπερί και Αλέν Ρενέ, ενώ το επόμενο βήμα τους ήταν να κάνουν κατάληψη στην αίθουσα που γινόταν οι επίσημες προβολές. Τελικά το φεστιβάλ του 1968 δεν έγινε ποτέ!

Στον απόηχο των γεγονότων του Μάη. Ο Λουί Μαλ, ένας από τους σκηνοθέτες που διέκοψαν το Φεστιβάλ των Κανών, γύρισε το 1990, την ταινία «Ο Μιλού το Μάη». Οι ήρωες του Μαλ είναι μια οικογένεια μικροαστών που ζει τα γεγονότα από το ραδιόφωνο σε ένα σπίτι στην εξοχή. Στο μεταξύ η νεκρή γιαγιά της οικογένειας μένει άθαφτη αφού ακόμη και οι νεκροθάφτες απεργούσαν τις μέρες εκείνες! «Ο Μιλού το Μάη», μιλά, 22 χρόνια μετά, για τις αντηχήσεις και τις αντανακλάσεις του ΄68 στα εσωτερικά τοπία των ηρώων και για τη σχέση δημόσιου-ιδιωτικού και ατόμου-ιστορίας, πολύ πιο ουσιαστικά από άλλες που το προσπάθησαν εν θερμώ, και αυτό γιατί η Ουτοπία ήταν και συνεχίζει να είναι ένα άπιαστο Όνειρο.

Ακόμη πιο πριν, το 1982, ο Ρομέν Γκουπίλ, σκηνοθετεί το σπαρακτικό «Να πεθαίνεις στα 30 σου». Αυτήν ήταν η ηλικία του Γκουπίλ όταν γύρισε την ταινία και μέσα από αυτήν θέλησε να μιλήσει για την εξέγερση η οποία άπου είχε χάσει το δρόμο της.

Πάντοτε, όμως, η πιο μνημειώδης ταινία, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με το Μάη, όχι μόνο στη Γαλλία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι το «Βάθος του ουρανού είναι κόκκινο», του Κρις Μαρκέρ. Το 1968 ο Κρις Μαρκέρ ήταν ήδη 47 ετών. Θεωρούμενος, ως η μεγαλύτερη φυσιογνωμία του αγωνιστικού κινηματογράφου στη Γαλλία, το 1977 επιχειρεί, με την ταινία του «Το βάθος του ουρανού είναι κόκκινο», να κάνει έναν κριτικό απολογισμό των γεγονότων του Μάη και όσων τον γέννησαν. Ο τίτλος της ταινίας είναι ελπιδοφόρος, αφού στο βάθος, μέσα από τη χαραμάδα της ήττας βλέπει το βάθος του ουρανού να κοκκινίζει. Ο απολογισμός του είναι μάλλον αρνητικός, καθώς κοιτάζει την αγαπημένη του εξέγερση να υποχωρεί μαζί με τις ψευδαισθήσεις που άφησε πίσω του ο Μάης, τα επαναστατικά κινήματα στη Λατινική Αμερική, η Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα, η βαρβαρότητα του υπαρκτού «σοσιαλισμού». Η απογοήτευση του Μαρκέρ είναι εμφανής ακόμη κι από τους τίτλους που έχει δώσει στα δύο μέρη στα οποία χωρίζει την ταινία του: «Τα εύθραυστα χέρια» και «Τα κομμένα χέρια», εννοώντας τα χέρια της Επανάστασης.

«Η Κινέζα» του Ζαν Λικ Γκοντάρ, η οποία κατά κάποιον τρόπο θεωρείται μία από τις ταινίες προδρόμους του κινηματογραφικού Μάη. Γυρισμένη ένα χρόνο πριν από τα γεγονότα «Η Κινέζα», παρακολουθεί την πορεία πέντε νεαρών οι οποίοι μελετώντας το κόκκινο βιβλίο του Μάο αποφασίζουν πως η επανάσταση θα έρθει μόνο μέσα από την ένοπλη δράση. Ο Γκοντάρ με το ελευθεριάζων σκηνοθετικό του στιλ καταγράφει τις ιδεολογικές συγκρούσεις ανάμεσα στους δύο κόκκινους γίγαντες, τα γεγονότα στην Αλγερία και το Βιετνάμ, τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς των νέων, εν γένει την ατμόσφαιρα μιας εποχής, η οποία «μύριζε μπαρούτι». Μέσα από αυτήν την ταινία ο Γκοντάρ εξωτερικεύει και τη δική του πολιτική ριζοσπαστικοποίηση η οποία θα γινόταν περισσότερο εμφανής την επόμενη χρονιά και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Βέβαια, η γενική αναζήτηση νέων δρόμων, όχι μόνον στην πολιτική αλλά και στην τέχνη, είχε ξεκινήσει πιο πριν. Στον κινηματογράφο, αφού αυτός είναι το αντικείμενο μας, το «νέο» είχε αρχίσει να κυοφορείται από το κίνημα της νουβέλ βαγκ, του νέου κύματος. Με βάση το περιοδικό «Κινηματογραφικά Τετράδια» (Καγιέ ντε Σινεμά), από μια ομάδα θεωρητικών αριστερού πολιτικού προσανατολισμού, αναπτύχθηκε ένα ρεύμα το οποίο ξεκινώντας από την αμφισβήτηση του κυρίαρχου τρόπου παραγωγής, υποστήριξε την πρωτοκαθεδρία του σκηνοθέτη. Πηγαίνοντας, όμως, ακόμη ένα βήμα πιο μπροστά, αμφισβήτησε ακόμη και τους σκηνοθέτες της εποχής με αποτέλεσμα η ομάδα η οποία αποτελούσε τη συντακτική επιτροπή των Κινηματογραφικών.

Όμως είναι άδικο να περιοριστούμε μόνο στη Γαλλία, αφού ο κόσμος έβραζε αλλά… και κινηματογραφούσε παντού. Έτσι στη Μεγάλη Βρετανία, υπάρχουν οι σκηνοθέτες του φρι σίνεμα, του ελεύθερου κινηματογράφου. Βαθιά πολιτικοποιημένοι , έρχονται σε μετωπική σύγκρουση με το σύστημα, με ταινίες αιχμηρές που δε μασάνε τα λόγια τους. Αρκεί να δει κανείς το «Εάν» του Λίντσεϊ Άντερσον, την εξέγερση μια ομάδας μαθητών σε ένα καταπιεστικό οικοτροφείο. Ο απόηχος του φρι σίμενα, φτάνει μέχρι τις μέρες μας, με σκηνοθέτες όπως ο Στίβεν Φρίαρς και, κυρίως, ο Κεν Λόουτς. Το ίδιο συμβαίνει και στην Τσεχοσλοβακία, την Ουγγαρία, τη Ιταλία.

Ο Μικελάντζελο Αντονιόνι με το συμβολικό αριστούργημα «Ζαμπρίνσκι Πόιντ», γυρισμένο στις ΗΠΑ το 1970, υπενθυμίζει πως μέσα σε όλο τούτο το κίνημα υπήρχε και το αίτημα της σεξουαλικής απελευθέρωσης αλλά και της τρομοκρατίας.

Επανερχόμενος στο Ζαν Λικ Γκοντάρ, το 1968, δημιουργεί μαζί με τον Ζαν Πιέρ Γκορέν, την ομάδα Τζίγκα Βερτόφ και λέει πως την ονόμασε έτσι επειδή ο Βερτόφ, σε αντίθεση με τον Αϊζενστάιν, ο οποίος ήταν ρεβιζιονιστής, προσπαθούσε να κάνει τους εργαζόμενους να δουν τον κόσμο γύρω τους.

Ο Γκοντάρ, λοιπόν, κάνει έναν διαφορετικό κινηματογράφο αλλά κάποια στιγμή διαπιστώνει πως «είναι παγιδευμένος μέσα στο οχυρό». όπως έχει πει. Αν ονομάσουμε τον παραδοσιακό κινηματογράφο, τον χολιγουντιανό {ρώτο Κινηματογράφο, τότε αυτόν του δημιουργού, μπορούμε να τον πούμε Δεύτερο Κινηματογράφο. Αλλά, όπως φαίνεται φτάνει κι αυτός στα όριά του. Το μήνυμα έρχεται από τη Λατινική Αμερική. Ο Φερνάντο Σολάνας και ο Οκτάβιο Τζετίνο, μιλούν για την ανάγκη δημιουργίας ενός Τρίτου Κινηματογράφου. Αυτός είναι ο κινηματογράφος της απελευθέρωσης ο οποίος θα κάνει ταινίες τις οποίες δεν μπορεί να αφομοιώσει το σύστημα και οι οποίες ως άμεσο σκοπό έχουν το να αντιπαλέψουν το σύστημα.

Το θέμα, πάντως, για τον κινηματογράφο και τη σχέση του με το Μάη του 1968, είναι ανεξάντλητο και θα χρειαζόταν πολλές ώρες και πολλές εισηγήσεις για να καλυφθεί. Έχοντας κάνει μια απλή περιγραφή και μία ελάχιστη προσέγγιση, θα σταματήσω εδώ σεβόμενος το χρόνο σας.

Σας ευχαριστώ

(Εισήγηση στο διήμερο του ΣΥΡΙΖΑ «Το Παγκόσμιο1968 και ο Γαλλικός Μάης», που πραγματοποιήθηκε στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, στις 17 Μαΐου 2008)

1 σχόλιο


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s