ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ ΓΡΗΓΟΡΗ ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΚΗ

«Όλοι εν δυνάμει είμαστε πρόσφυγες»

του Στράτου Κερσανίδη

Από την προηγούμενη εβδομάδα προβάλλεται στις αίθουσες η πολυαναμενόμενη ταινία «Σμύρνη μου αγαπημένη», σε σκηνοθεσία του Γρηγόρη Καραντινάκη.

Δημοσιεύουμε σήμερα μέρος της συνέντευξης που παραχώρησε ο σκηνοθέτης στο Στράτο Κερσανίδη στο ρ/σ 91.4 «στο κόκκινο» της Θεσσαλονίκης, στην εκπομπή «Η μοναξιά του δρομέα μεγάλων αποστάσεων».

ΕΠΟΧΗ: Στην ταινία συνδέθηκε η προσφυγιά του 1922 με τη σύγχρονη προσφυγιά, με αποκορύφωνα το προσφυγικό κύμα του 2015 που όμως συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πως το σκεφτήκατε;

ΓΡ. ΚΑΡΑΝΤΙΝΑΚΗΣ: Στο σενάριο που έγραψε η Μιμή Ντενίση μαζί με τον Μάρτιν Σέρμαν, εκτός από την αρχή υπάρχει και στο φινάλε σύνδεση με το 2015, γίνεται ένας κύκλος. Όμως προτιμήσαμε κατά τη διάρκεια του μοντάζ τον προσφυγικό καταυλισμό του 1923 για να συνδεθεί ο καταυλισμός του 2015 με εκείνον του ’23, για να φανεί πως τίποτα δεν άλλαξε εκτός από την  ποιότητα της τέντας και τα ρούχα των ανθρώπων. Όλοι τους πέρασαν από την Τουρκία και προορισμός ήταν η Λέσβος. Απλώς αυτήν τη φορά οι πρόσφυγες ήταν Σύριοι. Κι αυτό δεν αλλάζει, ο αέναος κύκλος που κάνει η ανθρωπότητα, που η πολιτική και οι πολιτικοί δε μαθαίνουν, αυτός ο κύκλος αίματος με στόχο τον άνθρωπο, είναι ο ίδιος. Ήταν ένα κομμάτι που απασχόλησε και το σενάριο αλλά και όλους εμάς που “χτίσαμε” την ταινία. Δε θέλαμε να αφήσουμε ερήμην το προσφυγικό. Γιατί όλοι εν δυνάμει είμαστε πρόσφυγες, απλώς δεν το κατανοούμε ζώντας στην ψευδεπίγραφης  “αθανασία” μας και την ευμάρεια και έτσι δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως οι συσχετισμοί από τη μία μέρα στην άλλη αλλάζουν. Οι ήρωες της ταινίας, οι Σμυρνιοί τότε, που γιορτάζανε την Πρωτοχρονιά του 1922 ούτε καν υποπτευόντουσαν, δεν το πίστευαν  πως μερικούς μήνες μετά θα τους συμβεί ό,τι τους συνέβη.  Κι αυτό είναι σημαντικό για το πώς βλέπουμε εμείς τους σημερινούς πρόσφυγες. Και να μην ξεχνάμε πως η  Ελλάδα είναι μια χώρα προσφύγων και μεταναστών.

Συνέχεια

Η εθνική μυθολογία του 1821 στον ελληνικό κινηματογράφο – Μια επισκόπηση ταινιών με θέμα το ’21.

(το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο «1821-2021 Μνήμες τεχνών – Θραύσματα ιστορίας» μία έκδοση του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς και των εκδόσεων Νήσος, Αθήνα 2021)

Η εθνική μυθολογία του 1821 στον ελληνικό κινηματογράφο

Μια επισκόπηση ταινιών με θέμα το ’21.

Εθνικοί μύθοι και στερεότυπα αλλά και κάποιες πιθανές ρωγμές στο εθνικό αφήγημα.

Του Στράτου Κερσανίδη,

δημοσιογράφου-κριτικού κινηματογράφου

   Η Ιστορία κάθε έθνους – κράτους, προκειμένου να ενισχυθεί η εθνική συνοχή,  «εμπλουτίζεται» σε μεγάλο βαθμό από την εθνική μυθολογία του, την προβολή δηλαδή του ιστορικού παρελθόντος με τρόπο εξιδανικευμένο, στο οποίο παρεισφρέουν ακόμη και γεγονότα τα οποία δεν συνέβησαν.

   Σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της εθνικής μυθολογίας και των στερεοτύπων, παίζει η τέχνη και εν προκειμένω  ο κινηματογράφος, ως η πλέον λαϊκή και με μεγαλύτερη πρόσβαση στους πολίτες, τέχνη.

Πρώτες ταινίες για το 1821

   Ο κινηματογράφος εμφανίστηκε το 1896, δηλαδή 98 χρόνια μετά την κήρυξη της ελληνικής ανεξαρτησίας, με κυβερνήτη τον Ιωάννη Καποδίστρια, το 1828.

   Ως πρώτοι έλληνες κινηματογραφιστές θεωρούνται οι αδελφοί Μίλτος και Γιαννάκης Μανάκια οι οποίοι στις αρχές του 1900 έκαναν τις πρώτες κινηματογραφικές λήψεις. Μέχρι το 1910, όταν ιδρύθηκε η πρώτη εταιρία παραγωγής Αθήνη Φιλμς, γυρίζονταν κυρίως ταινίες επικαίρων, από τον ουγγρικής καταγωγής, Γιόζεφ Χεπ.

   Αρχικά γυρίστηκαν κάποιες κωμωδίες μικρού μήκους και το 1914, γυρίστηκε η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους, «Γκόλφω η βοσκοπούλα», σε σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Μπαχατώρη. Έτσι εγκαινιάστηκε και το εγχώριο κινηματογραφικό είδος της «φουστανέλας», το οποίο υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλές εκείνα τα χρόνια. Η παραγωγή ταινιών ανακόπηκε εξαιτίας του Μεγάλου Πολέμου και της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής στη συνέχεια.

Συνέχεια

«ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» – κριτική

Με επίκεντρο τον Ελληνισμό της Μικράς Ασίας, την καταστροφή της Σμύρνης και το διωγμό των Ελλήνων κατοίκων της, ο Γρηγόρης Καραντινάκης σκηνοθετεί μια συγκλονιστική ταινία για τα ιστορικά γεγονότα τα οποία σημάδεψαν τη συλλογική μας μνήμη. Μια ταινία η οποία δίνει μεγάλη προσοχή στη λεπτομέρεια ώστε η αναπαράσταση της εποχής να αγγίζει την τελειότητα. Κι ακόμη κατορθώνει με μια άνευ προηγουμένου σκηνοθετική μαεστρία να γυρίσει τις πολύπλοκες εκείνες σκηνές της καταστροφής, σκηνές με την κάμερα να κινείται διαρκώς μέσα στο πλήθος θυμάτων και θυτών, αποτυπώνοντας τη φρίκη. Ταινία-γροθιά την οποία παρακολούθησα με κομμένη την ανάσα και η οποία υπερέβη κατά πολύ τα προσδοκίες μου.

Όμως περισσότερη σημασία για μένα έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Καραντινάκης διαχειρίστηκε το θέμα του. Μιλώντας για την προσφυγιά του 1922, για τους κυνηγημένους Έλληνες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας, μεγάλος αριθμός των οποίων βρήκε άσυλο στις ακτές της Λέσβου, τη συνδέει με τη σύγχρονη προσφυγιά, με το μεγάλο προσφυγικό κύμα του 2015, όταν χιλιάδες άνθρωποι, θύματα του πολέμου στη Συρία, αναζήτησαν άσυλο στον ίδιο τόπο.

Συνέχεια

«ΓΚΟΥΝΤΑ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 23-24/12/2021)

Το θρηνητικό γρύλισμα της Γκούντα

Μόνον όταν το ανθρώπινο είδος σταματήσει να θεωρεί τον πλανήτη ως ιδιοκτησία του θα μπορέσει να τον σώσει και να σωθεί. Όσο συμπεριφερόμαστε ως δερβέναγες με δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω σε οποιαδήποτε άλλη μορφή ζωής, οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια στον αφανισμό.

Αλήθεια έχουμε ποτέ συνειδητοποιήσει πως όλοι οι ζώντες οργανισμοί του πλανήτη είμαστε μέρη ενός κύκλου που ξεκινά από τη γέννηση –με οποιονδήποτε τρόπο- και καταλήγει στο θάνατο; Και κυρίως, έχουμε συνειδητοποιήσει πως τα ζώα διαθέτουν έναν οργανισμό ο οποίος μοιάζει πολύ με το δικό μας;

Είμαι σχεδόν βέβαιος πως αδιαφορούμε και αδυνατούμε να δούμε τα ζώα ως οντότητες οι οποίες γεννιούνται, πεθαίνουν, αρρωσταίνουν, πονάνε, αισθάνονται. Γιατί θεωρούμε πως ο ρόλος των ζώων είναι η εξυπηρέτηση του αδηφάγου είδους μας και τα χρησιμοποιούμε είτε ως συντροφιά, είτε για τη διασκέδασή μας είτε ως τροφή. Αυτά δε τα οποία ο άνθρωπος χρησιμοποιεί ως τροφή και τα εκτρέφει για αυτόν το λόγο βρίσκονται στη χειρότερη μοίρα.

Συνέχεια

«ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 23-24/12/2021)

Η προσφυγιά δεν έχει τέλος

Αν μπορούσαμε να δούμε από κάπου μακριά τον πλανήτη μας, θα βλέπαμε χιλιάδες ανθρώπους να περπατούν. Να φεύγουν από κάποια μέρη και να κατευθύνονται προς κάποια άλλα. Να φεύγουν από τον πόλεμο, τη βία, την πείνα και να κατευθύνονται προς τα εκεί που θα βρουν ειρήνη, ηρεμία, τροφή.

Τα τελευταία χρόνια η Ευρώπη έχει γίνει το καταφύγιο χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών από χώρες του τρίτου κόσμου. Ιδίως μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Συρία. Το 2015 το μεγάλο προσφυγικό κύμα έφτανε στα ελληνικά νησιά. Ένα από τα νησιά το οποίο υποδέχτηκε πολλούς πρόσφυγες ήταν η Λέσβος.

Το ίδιο νησί, το 1922 είχε δεχτεί ξανά μεγάλο κύμα προσφύγων. Τότε προερχόταν από την απέναντι ακτή της Μικράς Ασίας και είχαν εγκαταλείψει τα σπίτια και τις περιουσίες τους για να σωθούν από την εκδικητική επέλαση του τουρκικού στρατού και των ατάκτων.

Συνέχεια

«200 ΜΕΤΡΑ», του Αμίν Ναϊφέ

Ένα ρόουντ μούβι στα όρια

του Στράτου Κερσανίδη

Ο Μουσταφά ζει στην από δω μεριά και η οικογένειά του στην από κει. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε πως η οικογένεια του ζει στην από δω κι εκείνος στην από κει. Γιατί, όταν στη μέση υπάρχει ένα τείχος που χωρίζει τους ανθρώπους δεν έχει σημασία σε ποια μεριά βρίσκεσαι.

Τι τείχος χωρίζει τα παλαιστινικά εδάφη από το Ισραήλ. Ο Μουσταφά για να πάει στο Ισραήλ χρειάζεται ειδική άδεια επειδή αρνείται να βγάλει ισραηλινή ταυτότητα, κάτι που έχει κάνει η γυναίκα του η οποία ζει απέναντι. Εκείνος μπορεί μόνον με άδεια εργασίας να περάσει. Τα βράδια επικοινωνούν μεταξύ τους αναβοσβήνοντας τα φώτα και μιλώντας στα κινητά τηλέφωνα. Η απόσταση ανάμεσά τους είναι μόλις 200 μέτρα, αλλά υπάρχει  το τείχος κι έτσι η μικρή αυτή απόσταση αποκτά ανυπέρβλητες διαστάσεις που το να τη διανύσεις είναι ταξίδι στην άλλη άκρη του κόσμου.

Συνέχεια

«ΕΛΠΙΔΑ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 18-19/12/2021)

Σκηνές από μία σχέση

“Όλα μέσα στη ζωή είναι”, λέμε αλλά ποτέ αυτά τα “όλα” δεν είναι ίδια αλλά και ούτε ο καθένας από μας διαθέτει την ίδια δύναμη ούτε τον τρόπο να τα διαχειριστεί. Και πάντοτε πρόκειται για διαφορετικές καταστάσεις κάποιες από τις οποίες είναι πιο δύσκολες από άλλες, αν όχι, αξεπέραστες.

Η Μαρία Σοντάλ με την ταινία της «Ελπίδα» (Håp) μας φέρνει μπροστά σε μια τέτοια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση που πρέπει να αντιμετωπίσει μια γυναίκα, η Άνια, και κατ’ επέκταση η οικογένειά της, όταν μαθαίνει πως είναι βαριά άρρωστη με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή της.

Η Άνια συζεί με τον Τόμας και έχουν έξι παιδιά, βιολογικά και θετά. Είναι πολλά χρόνια μαζί και καθώς έχουν απορροφηθεί από τις δουλειές τους και τις καριέρες τους έχουν παραμελήσει τη σχέση τους. Όταν όμως η Άνια διαγνωστεί με μεταστατικό καρκίνο στον εγκέφαλο με αποτέλεσμα η ζωή της να κινδυνεύει άμεσα θα φανεί και το χάσμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους. Τότε θα συνειδητοποιήσουν το χρόνο που χάθηκε και την αγάπη που στέρησαν και στερήθηκαν. Τώρα όμως τα δεδομένα έχουν ανατραπεί και η Άνια έχει ανάγκη από τη στήριξη του Τόμας.

Συνέχεια

«DISSOLVED»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 18-19/12/2021)

Φύλακας – άγγελος

Η Αριάνα κι ο Παναγιώτης, η Κέλυ κι ο Ηλίας, ο Άγγελος κι ο Μάνος. Τρία ζευγάρια στη σύγχρονη εποχή, τρία ζευγάρια κλεισμένα σε τρία δωμάτια. Κάνουν έρωτα, συζητούν, αστειεύονται, κάνουν όνειρα για το μέλλον, τσακώνονται όπως όλα τα ζευγάρια του κόσμου.

Ο Θοδωρής Βουρνάς στην ταινία του «Dissolved», εισχωρεί με την κάμερά του στον ιδιωτικό χώρο των ανθρώπων εκεί όπου συμβαίνουν όσα δε μαθαίνουμε ποτέ. Στον αθέατο κόσμο των σχέσεων και των εσωτερικών συγκρούσεων. Εκεί όπου το πάθος του παρόντος εμπλέκεται με την εξομολόγηση του παρελθόντος και τα σώματα λειτουργούν ως αντικλείδια για να ξεκλειδώσουν οι ψυχές των ηρώων.

Τρία ζευγάρια, τρεις ιστορίες που μπορεί όλες να είναι μέρος μιας και μοναδικής ιστορίας. Και οι οποίες εμπεριέχουν όλα τα συστατικά της ανθρώπινης υπόστασης: έρωτα, πάθος, προδοσία, θάνατο, απόρριψη, απώλεια, το καθένα σε ανάλογη ποσότητα ώστε να ολοκληρωθεί ένας χρονικός κύκλος ο οποίος ξεκινά από το 1990, συνεχίζεται στο 2010 και καταλήγει στο 2020. Χρονολογίες στις οποίες εκτυλίσσονται οι τρεις ερωτικές ιστορίες οι οποίες ως κοινά στοιχεία έχουν το δραματικό φινάλε και τις εξ αίματος σχέσεις των ηρώων τις οποίες όμως οι ίδιοι δε γνωρίζουν.

Συνέχεια

«ΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ», του Γιούρι Μπίκοφ

Ένα εργοστάσιο, μια χώρα…

Ένα εργοστάσιο κλείνει, όταν ο ιδιοκτήτης του κηρύσσει πτώχευση και οι εργάτες μένουν ξαφνικά χωρίς δουλειά. Ένας εργάτης, βετεράνος στρατιώτης που έχει χάσει το ένα του μάτι «για την πατρίδα» πείθει άλλους 5 συναδέλφους του να απαγάγουν το αφεντικό και να ζητήσουν λύτρα. Όταν οι απαγωγείς οδηγούν τον απαχθέντα στο χώρο του εργοστασίου εμφανίζονται οι σωματοφύλακές του και, κατά έναν ανεξήγητο λόγο και η αστυνομία. Καθώς ξεκινούν οι διαπραγματεύσεις και η ένταση κορυφώνεται αποκαλύπτονται διάφορα μυστικά. Ποιος είναι τελικά ο στρατιώτης ο οποίος οργάνωσε την απαγωγή; Ποια είναι τα πραγματικά του κίνητρα;

Μπορεί να έχουν περάσει πάνω από 30 χρόνια από τότε που κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση αλλά φαίνεται πως η Ρωσία ακόμη προσπαθεί να βρει το βηματισμό της στο νέο περιβάλλον. Αλλά και να συμφιλιωθεί με την ίδια της την υπόσταση. Μια χώρα στο μεταίχμιο της δημοκρατίας και του απολυταρχισμού, βουτηγμένη στη διαφθορά και τις κοινωνικές ανισότητες. Με τους διάφορους ολιγάρχες να έχουν εκμεταλλευτεί και προσαιτεριστεί τις μεγάλες σοβιετικές κρατικές ιδοκτησίες προς το συμφέρον τους, ενώ η εργατική τάξη ζει μέσα στην ανασφάλεια.

Συνέχεια

«DANIEL ’16»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 11-12/12/2021)

Παιδιά και σύνορα

του Στράτου Κερσανίδη

«Από τη δεκαετία του 1980 λειτουργούν στην Ελλάδα παραρτήματα γερμανικών ιδρυμάτων για νέους με αποκλίνουσα ή ήπια παραβατική συμπεριφορά. Οι μικρές αυτές κοινότητες έχουν ως σκοπό την εναλλακτική έκτιση των ποινών και την ομαλή κοινωνική επανένταξη των τροφίμων τους».

Με την παραπάνω απαραίτητη πληροφορία ξεκινά η ταινία του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου, «Daniel ‘16», η οποία προβλήθηκε στο περσινό 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Συνέχεια