«ΤΟ ΒΑΡΥ ΠΕΠΟΝΙ»

Η αφύπνιση

του Στράτου Κερσανίδη

Ξαναβλέποντας την ταινία που σκηνοθέτησε ο Παύλος Τάσσιος το 1977 είχα την ευκαιρία να θαυμάσω την αφηγηματική στιβαρότητα η οποία έρχεται ως αποτέλεσμα ενός καλοδουλεμένου σεναρίου και μιας σκηνοθεσίας η οποία δεν πελαγοδρομεί αλλά ξετυλίγει βήμα-βήμα τη δραματουργία και ξεδιπλώνει τους χαρακτήρες.

Η ιστορία είναι απλή και βγαλμένη, κυριολεκτικά, μέσα από τη ζωή, μέσα από την πραγματικότητα της εποχής. Ένας νέος άνδρας, ο Μίμης, αναγκάζεται να φύγει από το χωριό του μετά την απαλλοτρίωση της γης του για να οικοδομηθεί μια μεγάλη τουριστική μονάδα. Έτσι με τα λίγα χρήματα που πήρε και για να μην αναγκαστεί να γίνει γκαρσόνι στο ξενοδοχείο, κλείνει το καφενείο του και μεταναστεύει στην Αθήνα αναζητώντας μια καλύτερη ζωή. Εκεί θα τον φιλοξενήσει ο Αριστείδης ένας παλιός του φίλος από το στρατό, που ζει με τη γυναίκα του, το παιδί του, την πεθερά του και την αδελφή της γυναίκας του, την Τούλα. Αυτός τον βοηθά στα πρώτα του βήματα και σε μικρό χρονικό διάστημα ο Μίμης νοικιάζει ένα μικρό υπόγειο και παντρεύεται με την Τούλα. Όμως ο νεαρός επαρχιώτης, εκτός από το μικρό του κομπόδεμα έφερε στην πρωτεύουσα και τη νοοτροπία του μικροϊδιοκτήτη κάτι που τον δυσκολεύει να συμβιβαστεί με το υπαλληλίκι. Και ενώ οι ανάγκες μεγαλώνουν και τα λίγα του χρήματα αρχίζουν να τελειώνουν, τα μοναδικά έσοδα προέρχονται από την εργασία της Τούλας η οποία δουλεύει ως γαζώτρια. Θα πιάσει δουλειά ως γκαρσόνι αλλά θα παραιτηθεί μέσα σε τρεις μέρες επειδή δεν ανέχεται τη συμπεριφορά του ανωτέρου του, παρά τις συμβουλές που του δίνει ένας συνάδελφός του συνδικαλιστής. Η κατάσταση αυτή θα οδηγήσει σε κρίση τις σχέσεις του ζευγαριού που οδηγείται στο χωρισμό. Όμως ο Μίμης αγαπάει την Τούλα και αποφασίζει να ξαναπροσπαθήσει. Η συνάντησή του με τον συνδικαλιστή συνάδελφό του θα τον βοηθήσει να καταλάβει τι συμβαίνει, να δει τις υπάρχουσες κοινωνικές συμβάσεις και την αναγκαιότητα της συσπείρωσης και της αλληλεγγύης των εργαζομένων για να αντιμετωπίσουν τις κοινωνικές ανισότητες. Έτσι αφού πέρασε από μύρια όσα, ο Μίμης αφυπνίστηκε και αποφάσισε να διεκδικήσει τη ζωή του.

Ο Τάσσιος δίνει μια ανάγλυφη εικόνα της πραγματικότητας στην Αθήνα της δεκαετίας του 1970. Είναι τα χρόνια που έχει αρχίσει η τουριστικοποίηση και η περιβαλλοντική καταστροφή της υπαίθρου, η εσωτερική μετανάστευση προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και η μεγάλη συγκέντρωση πληθυσμού στις πόλεις. Τα αποτελέσματα είναι ορατά στον τρόπο που χτίζονται πλέον οι πόλεις και στα άθλια ανήλιαγα διαμερίσματα που νοικιάζονται. Και φυσικά στις εργασιακές σχέσεις με τους εσωτερικούς μετανάστες να πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης.

Αυτό που κάνει ο Παύλος Τάσσιος στο «Βαρύ πεπόνι» είναι ξεκάθαρο κοινωνικοπολιτικό σινεμά. Κοιτάζει κατάματα τα προβλήματα των ανθρώπων όπως αυτά προκύπτουν από την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας. Με έντονο το νεορεαλιστικό στοιχείο ο σκηνοθέτης ανατέμνει την κοινωνία της εποχής και την ανθρωπογεωγραφία της μέσα από τους χαρακτήρες του. Οι οποίοι είναι καθημερινοί, λαϊκοί άνθρωποι με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει. Η κινηματογράφηση της πόλης είναι συγκλονιστική καθώς ο Τάσσιος δείχνει την πραγματική της εικόνα πίσω από τη βιτρίνα. Επίσης αφήνει τους αληθινούς της ήχους να φτάσουν στα αυτιά του θεατή. Τους θορύβους των δρόμων και της αγοράς και τα λόγια των ανθρώπων.

Ως ντοκουμέντο βλέπουμε στην αρχή της ταινίας την τεράστια καταστροφή που έγινε στη Χαλκιδική, δίπλα στο Νέο Μαρμαρά, με τις χιλιάδες δέντρα να ξεριζώνονται και αγροτικές εκτάσεις να καταστρέφονται για να χτιστεί το μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα του Πόρτο Καράς. Πρόκειται για συγκλονιστικές εικόνες αρχείου οι οποίες αναδεικνύουν το μέγεθος της καταστροφής. Μια καταστροφής που συνεχίστηκε και συνεχίζεται στο όνομα μιας στρεβλής και καταστροφικής αντίληψης για την τουριστική ανάπτυξη. Στην οποία βέβαια, ήρθε να προστεθεί πριν από μερικά χρόνια και η περιβαλλοντική καταστροφή στις Σκουριές με τις εξορύξεις χρυσού, στο όνομα μιας στρεβλής και εγκληματικής αντίληψης για την οικονομική ανάπτυξη, δραματικά αποτελέσματα για το περιβάλλον και τους ανθρώπους.

Η ταινία κέρδισε 6 βραβεία στο (Αντί) Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 1977: καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, γυναικείας ερμηνείας (Κατερίνα Γώγου), ανδρικής ερμηνείας (Μίμης Χρυσομάλλης, Αντώνης Αντωνίου) και το Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ).

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s