Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό

Μια ταινία που δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω!

του Στράτου Κερσανίδη

Ο Ράντου Ζούντε είναι εντέλει μεγάλος σκηνοθέτης. Κάθε ταινία του και μία έκπληξη, κάθε ταινία του και κάτι διαφορετικό.

Αυτή τη φορά με το βραβευμένο στο Βερολίνο με Χρυσή Άρκτο, «Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό» (Babardeala cu bucluc sau porno balamuc), βγάζει τη γλώσσα στη μικροαστίλα, το συντηρητισμό, τη θρησκοληψία, το σοβινισμό, το ρατσισμό, την υποκρισία, την ηθικολαγνεία, τη συνωμοσιολογία και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς, με μια ταινία οδοστρωτήρα.

Ξεκινώντας με σκηνές σκληρού πορνό που σοκάρουν -και πολύ καλά κάνουν- μας εισάγει στην ιστορία που πρόκειται να αφηγηθεί. Κι ύστερα είναι το πρώτο μέρος στο οποίο η Έμι, πρωταγωνίστρια και κεντρική ηρωίδα της ταινίας περπατά στο Βουκουρέστι. Αυτός όμως δεν είναι ένας απλός περίπατος στους θορυβώδεις δρόμους της ρουμανικής πρωτεύουσας. Είναι ένα μωσαϊκό, ένα παλίμψηστο της σύγχρονης Ρουμανίας. Η βαρβαρότητα της καθημερινότητας, της ψευτομαγκιάς, της ασέβειας, του ετσιθελισμού, του ξερολισμού, της αυθάδειας, του θράσους. Η εικόνα του Ρουμαναρά (κατά το Ελληναρά), ο οποίος παρκάρει όπου γουστάρει, μιλάει όπως θέλει, πετάει τα σκουπίδια του όπου λάχει και γενικά νομίζει πως αυτό που κάνει είναι δικαίωμά του επειδή έτσι είναι η Δημοκρατία. Ο απαίδευτος άνθρωπος ο οποίος έχει μπερδέψει …τη Λούτσα με τη βούρτσα και νομίζει πως η πόλη είναι τσιφλίκι του.

Στο δεύτερο μέρος ο Ζούντε παίζει με λέξεις και έννοιες, κάτι σαν λεξικό αλλά με εικόνες που ξεκινούν από ξεκαρδιστικές και καταλήγουν σοκαριστικές, λέξεις καθημερινές που έχουν χάσει το νόημά τους και επανανοηματοδοτούνται.

Και φτάνουμε στο τρίτο και τελευταίο μέρος, όπου η πρωταγωνίστρια βρίσκεται μπροστά σε ένα «λαϊκό» δικαστήριο. Καθηγήτρια σε ένα από τα καλύτερα σχολεία του Βουκουρεστίου, πρέπει να απολογηθεί στους γονείς των μαθητών της επειδή κυκλοφόρησε, χωρίς δική της ευθύνη, ένα βίντεο στο διαδίκτυο με ερωτικές σκηνές ανάμεσα σε αυτήν και τον άνδρα της. Όμως η Έμι δεν πηγαίνει ως πρόβατο επί σφαγή στη συνάντηση. Είναι αποφασισμένη να υπερασπιστεί τον εαυτό της με αποτέλεσμα η συζήτηση να είναι άκρως αποκαλυπτική. Όχι για εκείνη, η οποία υπερασπίζεται το δικαίωμά της να κάνει ό,τι θέλει στο κρεβάτι της, αλλά για τους κατηγόρους της άνδρες και γυναίκες. Εδώ η κάμερα του Ράντου Ζούντε παίρνει φωτιά. Κινείται από πρόσωπο σε πρόσωπο, αποτυπώνει εκφράσεις και στήνει ένα πανηγύρι στο οποίο αποκαλύπτεται το ψεύδος και η υποκρισία μιας κοινωνίας η οποία θέλει να είναι δημοκρατική αλλά δεν ξέρει πως, θέλει να είναι ευρωπαϊκή αλλά δεν μπορεί. Κι αντί να προσπαθήσει, να ανοίξει τα αυτιά και τα μάτια, ζητά από τους άλλους να μετατραπούν σε τυφλούς και κωφούς. Και το φινάλε καταλήγει σε ένα εντελώς μπουρλέσκ σκηνικό, με κατήγορους καρικατούρες! Ο ρουμάνος σκηνοθέτης μετατρέπεται σε βαλκάνιο Μπουνιουέλ, ο οποίος πυροβολεί κατάμουτρα την αστική ψευτοηθική. Αλλά γίνεται και λιγάκι Φελίνι, όσον αφορά τους χαρακτήρες. Πάντοτε όμως παραμένει ο Ράντου Ζούντε, ένας σκηνοθέτης ο οποίος έχει αφομοιώσει τη γραμματική και το συντακτικό του σινεμά, και γνωρίζει πολύ καλά την ιστορία, τα ρεύματα, τις αισθητικές. Είναι ένας σύγχρονος σκηνοθέτης, ένας από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους σκηνοθέτες στην Ευρώπη, με βαλκανική ψυχή και ιδιοσυγκρασία, ένας άνθρωπος ο οποίος έχει άποψη και την καταθέτει. Ένας κινηματογραφιστής ο οποίος διεισδύει στην πραγματικότητα και την κρίνει χωρίς να φοβηθεί.

Σημείωση: Στην αρχή της ταινίας εμφανίζεται σε ένα μικρό ρόλο ο 62χρονος ηθοποιός Κοστέλ Μπαλόιου (Costel Baloiu). Μάλιστα στην ταινία έχει το παρατσούκλι «Φακίδας». Κι αυτό είναι το όνομα που είχε ένα σίριαλ που παιζόταν στη ρουμάνικη τηλεόραση το 1973 «Ο φακιδιάρης» (Pistruiatul), που ήταν μεγάλη επιτυχία εκείνη την εποχή και στο οποίο πρωταγωνιστούσε. Το σίριαλ σκηνοθέτησε ο Φράντσισκ Μουντεάνου (Francisc Munteanu) και πρωταγωνιστεί, εκτός από τον 12χρονο τότε Κοστέλ Μπαλόιου, ο Σέρτζιου Νικολαέσκου (Sergiu Nicolaescu), πολύ γνωστός ρουμάνος σκηνοθέτης και ηθοποιός στις δεκαετίες 1970 και 1980. Το σίριαλ βασιζόταν σε ένα πραγματικό περιστατικό. Στον μικρό Άνταλ Τιούκοντι. Ο Άνταλ, λοιπόν, ήταν 15 ετών και ζούσε στο Κλουζ. Όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας του έπαιζε ανέμελα στους δρόμους της πόλης.Το 1936, βασιλιάς της Ρουμανίας ήταν ο Κάρολος Β΄, πρωθυπουργός ο Νικολάε Τιτουλέσκου και ήταν μια εποχή που η φασιστική οργάνωση Σιδηρά Φρουρά, αύξανε την επιρροή της. Τη χρονιά εκείνη οι εργάτες στο εργοστάσιο Ντερμάτα (Dermata), που αργότερα μετονομάστηκε σε Κλουζάνα (Clujana), ξεκίνησαν μια μεγάλη απεργία με αίτημα την αύξηση των μισθών τους. Οι απεργοί της Ντερμάτα, λοιπόν, έδωσαν παραγγελία να τυπωθούν μερικές προκηρύξεις και αφίσες σε ένα παράνομο τυπογραφείο. Όταν το υλικό τυπώθηκε, ο Άνταλ ήταν εκείνος ο οποίος ανέλαβε να το παραλάβει και να το μεταφέρει στους εργάτες-οργανωτές της απεργίας. Όμως είτε από προδοσία είτε από κακή οργάνωση και κακό συντονισμό, ο 15χρονος συνελήφθη από τη μυστική αστυνομία. Στα μπουντρούμια της ασφάλειας βασανίστηκε σκληρά με αποτέλεσμα μετά από μερικές μέρες να πεθάνει. ο τάφος του 15χρονου κομουνιστή υπάρχει στο νεκροταφείο του Κλουζ.Στη φωτογραφία δεξιά, είναι η Κάτια Πασκαρίου, πρωταγωνίστρια της ταινίας και στο μέσο ο Κοστέλ Μπαλόιου.

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s