ΑΛΕΞΗΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 8-9/5/2021)

Οδοιπόρος στις ρίζες και τη μνήμη

Του Στράτου Κερσανίδη

Στις 4 Μαΐου συμπληρώθηκαν 15 χρόνια από το θάνατο τους Αλέξη Δαμιανού, το 2007. Ενός πολυσχιδούς καλλιτέχνη, μιας πληθωρικής προσωπικότητας που κατέφερε, με τρεις μόνον ταινίες στο ενεργητικό του, να θεωρείται εμβληματική μορφή και ένας από τους ανανεωτές του ελληνικού κινηματογράφου.

Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήταν το 1965, όταν έπαιξε στη μικρού μήκους ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Ο κλέφτης». Τα προηγούμενα χρόνια, έχοντας σπουδάσει στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, εργάστηκε ως θεατρικός ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας.

Ο Αλέξης Δαμιανός γεννήθηκε στις 21 Ιανουαρίου 1921 στην Αθήνα. Στα χρόνια της γερμανικής Κατοχής, εντάχθηκε στον ΕΛΑΣ και συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση. Εκείνη την εποχή, όπως σε κάθε δύσκολη περίοδο, η τέχνη αποτελούσε καταφυγή για την ενίσχυση του ηθικού των ανθρώπων. Έτσι, ο Δαμιανός, μαζί με άλλους συναδέλφους του, όπως η Αλέκα Παΐζη, η Ασπασία Παπαθανασίου, ο Τάσος Ζαχαρίας κ.α. με επικεφαλής το Γιώργο Σεβαστίκογλου και με πρωτοβουλία του ΕΑΜ, ίδρυσαν το Λαϊκό Θέατρο, το οποίο διαλύθηκε βίαια μετά το Δεκέμβρη του 1944. Τη θέση του Λαϊκού Θεάτρου πήραν οι Ενωμένοι Καλλιτέχνες και με το θίασο αυτό, το1946, ο Δαμιανός πρωτοεμφανίστηκε ως συγγραφέας με το έργο «Το καλοκαίρι θα θερίσουμε».

Η πολύπλευρη καριέρα του στο θέατρο συνεχίστηκε χωρίς διακοπή και σε αυτήν ήρθε να προστεθεί και η ενασχόλησή του, ως ηθοποιού, στον κινηματογράφο. Μετά την πρώτη του εμφάνιση στην ταινία του Βούλγαρη, ο Αλέξης Δαμιανός έπαιξε σε μια σειρά από ταινίες όπως «Ο φόβος» (1966), του Κώστα Μανουσάκη, «Σύντομο διάλλειμα» (1966), του Ντίνου Κατσουρίδη, , «Φρενίτις» (1971), του Γιάννη Χριστοδούλου, «Ναι με αλλά…» (1972), του Παύλου Τάσιου, «Τον καιρό των Ελλήνων» (1981), του Λάκη Παπαστάθη, «Παρεξήγηση» (1983), του Δημήτρη Σταύρακα, «Καβάφης» (1996), του Γιάννη Σμαραγδή, «Μιρουπάφσιμ» (1997), των Γιώργου Κόρρα και Χρήστου Βούπουρα, «Αίνιγμα» (1998), του Γιάννη Σολδάτου και «Τα ρόδινα ακρογιάλια» (1999), του Ευθύμη Χατζή.

Το 1966, ο Αλέξης Δαμιανός, βρέθηκε για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα, σκηνοθετώντας την ταινία «Μέχρι το πλοίο…». Βασισμένη στα διηγήματα «Δαχτυλίδι» (1921) του Σπήλιου Πασαγιάννη και «Νανότα» (1916), του Γρηγόριου Ξενόπουλου, καθώς και σε ένα λαϊκό τραγούδι, η σπονδυλωτής δομής αυτή ταινία, προσεγγίζει την ελληνική κοινωνία της εποχής και την κοινωνική κατάσταση των ανθρώπων. Μέσα από το φακό του Δαμιανού περνά η Ελλάδα τω μετεμφυλιακών χρόνων, η σταδιακή εγκατάλειψη της υπαίθρου, η φτώχια, η μετανάστευση.

Στην ουσία πρόκειται για το οδοιπορικό ενός αγρότη μέσα στο χώρο, ο οποίος φεύγει από το χωριό του για να πάει μετανάστης στην Αυστραλία. Ως χώρος ορίζεται η διαδρομή από το χωριό ως το λιμάνι του Πειραιά, μια διαδρομή κατά την οποία, μέσα από κάποια περιστατικά θα δει μια ζωή διαφορετική από εκείνη που ήξερε. Μια ζωή η οποία περιλαμβάνει το σεξουαλικό πόθο, την ενοχή, την ανέχεια. Κι όλη τούτη η πορεία μέχρι το πλοίο, το οποίο θα τον οδηγήσει αλλού, είναι μια πορεία προς το άγνωστο, προς την Ουτοπία. Μια πορεία η οποία μέσα από αλλεπάλληλες φυγές οδηγεί στη μεγάλη φυγή προς το όνειρο, το καταφύγιο των καταφρονεμένων, των απόκληρων, εκείνων που αναζητούν κάπου να στεριώσουν.

Η ταινία, η οποία εντυπωσίασε στο 7ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, κέρδισε τιμητική διάκριση Σκηνοθεσίας και το βραβείο καλύτερης ταινίας από την τότε, Ένωση Κριτικών Κινηματογράφου Αθηνών. Κέρδισε επίσης το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ της Ιβέρ (Γαλλία).

Πέρασαν πέντε χρόνια μέχρις ότου ο Αλέξης Δαμιανός γυρίσει τη δεύτερη ταινία του. Κι αυτό έγινε το 1971 με τη, μυθική πλέον, «Ευδοκία», ταινία-σταθμό για τον ελληνικό κινηματογράφο.

Η υπόθεσή της μας μεταφέρει σε μια επαρχιακή πόλη στη Βόρεια Ελλάδα όπου, ο λοχίας Γιώργος Μπάσκος, υπηρετεί τη θητεία του. Εκεί γνωρίζεται με την Ευδοκία, μια ασυμβίβαστη πόρνη, ένα αγρίμι που ξεχειλίζει από ερωτισμό. Ο νεαρός λοχίας και η νεαρή πόρνη ερωτεύονται κι αποφασίζουν να παντρευτούν. Μόνον που ο κοινωνικός περίγυρος αντιδρά, με τη βιαιότητα που αντιδρούν πάντοτε οι “καθωσπρέπει”. Οι προκαταλήψεις και τα συντηρητικά αντανακλαστικά της μικρής επαρχιακής κοινωνίας θα βρεθούν απέναντι στους δύο νέους ανθρώπους που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν το μένος ενός σαθρού μεν αλλά ισχυρού συστήματος αξιών.

Δυο τραγικοί ήρωες βγαλμένοι μέσα από τα σπλάχνα της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, δυο άνθρωποι απλοί και ταπεινοί, μέσα από την προσωπική τους συντριβή, μετατρέπονται σε ηρωικές, σε εξεγερσιακές μορφές που αμφισβητούν την καθεστηκυία τάξη. Μια καθεστηκυία τάξη η οποία δεν “άντεξε” την επιτυχία της ταινίας η οποία αντιμετώπισε μια σειρά από προβλήματα από τη χουντική λογοκρισία. Επί πλέον, ο γνωστός και μη εξαιρετέος ελληνοαμερικανός παραγωγός Τζέιμς Πάρις, μήνυσε τον Αλέξη Δαμιανό επειδή –κατά τη γνώμη του- η ταινία πρόσβαλε και διέσυρε τον Ελληνικό Στρατό! Αποτέλεσμα της μήνυσης ήταν να καταδικαστεί ο σκηνοθέτης σε φυλάκιση 6 μηνών.

Η πρωταγωνίστρια Μαρία Βασιλείου (1950-1989), κέρδισε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Άλλες λεπτομέρειες που αφορούν την ταινία είναι πως γυρίστηκε στα αγγλικά καθώς ο Δαμιανός, ζώντας τότε στην Αγγλία λόγω της δικτατορίας, αναζήτησε άγγλο συμπαραγωγό για να αποφύγει τα προβλήματα. Στην ελληνική εκδοχή την Μαρία Βασιλείου ντουμπλάρισε η γνωστή τραγουδίστρια Ελένη Ροδά.

Ούτε η Μαρία Βασιλείου ούτε ο Γιώργος Κουτούζης, που ερμήνευσε το λοχία, ήταν επαγγελματίες ηθοποιοί.

Βέβαια δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στη μουσική που έγραψε ο Μάνος Λοίζος (1937-1982) και ειδικά στο μνημειώδες Ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας.

Έπρεπε να περάσουν πάνω από 20 χρόνια μέχρι την επόμενη σκηνοθετική δουλειά του Δαμιανού. Κι αυτό έγινε το 1995 με τον «Ηνίοχο», μια ιδιαίτερη ματιά του σκηνοθέτη στην περίοδο από το 1941 ως το 1991. Ήρωάς του είναι ένας άνδρας ο οποίος έχει ως είδωλό του τον Ηνίοχο των Δελφών. Πολεμά στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, συλλαμβάνεται από τους Ιταλούς, δραπετεύει, φεύγει στο βουνό ως αντάρτης, πολεμά τον κατακτητή, συνεχίζει στον Εμφύλιο, ενώ ο αδελφός του πολεμά στο πλευρό των Άγγλων. Ολόκληρο το δράμα την Ελλάδας, του Εμφυλίου, των διχασμών περνούν μέσα από την ιδιαίτερη ματιά του Δαμιανού, ο οποίος στέκεται κριτικά απέναντι σε μια σειρά από βεβαιότητες. Σύμφωνα με την οπτική του η διαμάχη και οι σκοτωμοί δεν ήσαν ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά αλλά ανάμεσα στο ήθος και τη χυδαιότητα, το κάλλος και την ασχήμια. Με τον «Ηνίοχο» γίνεται πραγματικότητα το όραμα του Δαμιανού να σκηνοθετήσει τη συγκεκριμένη ταινία και ταυτόχρονα κλείνει η τριλογία της προσωπικής του ματιάς επάνω στην Ελλάδα. Μια τριλογία η οποία ξεκίνησε το 1966 και ολοκληρώθηκε μετά από 25 χρόνια.

Τρεις ταινίες, μια καταβύθιση στην ελληνική κοινωνία και την ιστορία. Ο Αλέξης Δαμιανός ταξιδεύει ως οδοιπόρος στις ρίζες και τη μνήμη της Ελλάδας, ακουμπά το αυτί κι αφουγκράζεται τους παλμούς της καρδιάς της. Οι εικόνες του ζυμώνονται με το χώμα, γίνονται δημιουργική λάσπη και ο σκηνοθέτης, ως άλλος δημιουργός φυσά μέσα τους τη ψυχή των ανθρώπων. Των αληθινών ανθρώπων του μόχθου, των πόθων και των παθών. Των ιδρωμένων κορμιών και των αυλακιασμένων προσώπων.

Ο Δαμιανός σκάβει βαθιά, εξερευνά, ξεψαχνίζει, αποκαλύπτει τις πληγές και κοιτάζει κατάματα τις ανεπάρκειες αυτού που αποκαλούμε “ελληνικότητα”. Όχι για να το αμφισβητήσει αλλά για να το αλώσει και να αναδείξει το μαραμένο του μεγαλείο. Την αναζήτηση της Ουτοπίας («Μέχρι το πλοίο»), του παθιασμένου καταστροφικού έρωτα («Ευδοκία») και του απολεσθέντος κάλους («Ηνίοχος»).

Με τρόπο απέριττο και υποδειγματική οικονομία (ιδίως στις δύο πρώτες ταινίες), ο Αλέξης Δαμιανός δε φείδεται ήθους και ιδίως πάλλουσας πνοής στις ταινίες του. Η κινηματογράφησή του είναι αφενός ρεαλιστική αφετέρου υπαινικτική και παραβολική. Οι εικόνες του είναι καθαρές, η κάμερα ακολουθεί την κίνηση των ηρώων, συμμετέχει, δεν παραμένει απλός παρατηρητής.

Όμως ο Αλέξης Δαμιανός είχε παρουσία και στην τηλεόραση. Το 1984 έγραψε το σενάριο, σκηνοθέτησε και ερμήνευσε ένα ρόλο στη σειρά της ΕΡΤ, «Ο Πατούχας», βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Ιωάννη Κονδυλάκη. Οι παλαιότεροι βέβαια, τον θυμούνται να παίζει στη δημοφιλή σειρά του τότε ΕΙΡΤ, «Παράξενος Ταξιδιώτης», το 1971. Μια σειρά μυστηρίου, με πρωταγωνιστές τον Αλέκο Αλεξανδράκη, τη Νόνικα Γαληνέα και το Θάνο Κωτσόπουλο, σε σενάριο του Γιάννη Φίλιππα και σκηνοθεσία του Κώστα Κουτσομύτη, που ολοκληρώθηκε σε 176 επεισόδια.

«Έπαιξα στη τηλεόραση από πείσμα, όταν κάποιοι με προκάλεσαν ότι κάνω ποιοτικό θέατρο, επειδή δεν μπορώ να κάνω κάτι ζωντανό και εμπορικό», έχει πει για τη συμμετοχή του στην εν λόγω σειρά. Και συνεχίζει: «θύμωσα τόσο που πήγα στον “Παράξενο Ταξιδιώτη” κι όταν έφυγα από τη τηλεόραση είχα το καλύτερο κασέ, αλλά ντρεπόμουν γιατί το θεωρώ αίσχος αυτό που έκανα».

Βέβαια ο πολυπράγμων Αλέξης Δαμιανός, δε σταμάτησε ούτε στιγμή να εργάζεται στο θέατρο. Όσο για την παρουσία του πίσω από την κάμερα, αυτή συνοψίζεται σε 12 λέξεις:

«Τρεις ταινίες, μια ιδιαίτερη κινηματογραφική ματιά, ένας μείζων σκηνοθέτης του ελληνικού κινηματογράφου».

                                                                                          strakersan@gmail.com

https://kersanidis.wordpress.com

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s