ΑΝΤΡΕΙ ΤΑΡΚΟΦΣΚΙ: Κινηματογράφος πέρα από τον κινηματογράφο

(από την ΕΠΟΧΗ, 9/1/2021)

 Κινηματογράφος πέρα από τον κινηματογράφο

 Του Στράτου Κερσανίδη

Στις 29 Δεκεμβρίου 1986, δηλαδή πριν από 34 χρόνια περίπου, πέθανε ένας μεγάλος στοχαστής, ο οποίος χρησιμοποιούσε τον κινηματογράφο ως μέσο για να εκφράσει τους προβληματισμούς, τις αναζητήσεις και τις ανησυχίες του: ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

Ένας δημιουργός ο οποίος με τη ζωή και το έργο του άφησε ανεξίτηλα σημάδια στο σώμα του παγκόσμιου πολιτισμού.

Πολίτης της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, γεννήθηκε στις 4 Απριλίου 1932. Πατέρας του ήταν ο μεγάλος ποιητής Αρσένι Ταρκόφσκι και μητέρα του η Μαρία Βισνιάκοβα, η οποία τελείωσε το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας.

Στα 24 του χρόνια, ο Αντρέι μπήκε στο Σοβιετικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας (VGIK) όπου είχε για δάσκαλο έναν άλλο μεγάλο σκηνοθέτη του σοβιετικού κινηματογράφου, τον Μιχαήλ Ρομ (1901-1971, «Ο αληθινός φασισμός», «Ο Λένιν τον Οκτώβη», «Οι δεκατρείς» κ.α.). Πριν από το σινεμά είχε σπουδάσει ζωγραφική, γλυπτική και μουσική έχοντας αποκτήσει έτσι μια πλατειά γνώση για την Τέχνη γενικότερα, που σε συνδυασμό με το οικογενειακό του περιβάλλον, διαμόρφωσαν την προσωπικότητα και το έργο του σκηνοθέτη Αντρέι Ταρκόφσκι. Σπούδασε και Αραβικά, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Η σχέση του με τις εικαστικές τέχνες αλλά και με τη μουσική είναι ιδιαίτερα εμφανής σε όλες του τις ταινίες οι οποίες, συν τις άλλοις, αποτελούν πραγματικά εικαστικά αριστουργήματα ενώ ιδιαίτερο ρόλο παίζει σ’ αυτές και η μουσική.

Οι τρεις πρώτες του ταινίες έγιναν στο πλαίσιο των σπουδών του. Ήταν «Οι δολοφόνοι», το 1958, διάρκειας 18 λεπτών, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Έρνεστ Χέμινγουεϊ, «Δεν υπάρχει αναχώρηση σήμερα», το 1959, διάρκειας 45 λεπτών και τέλος, «Το βιολί κι ο οδοστρωτήρας», το 1960, διάρκειας 43 λεπτών που ήταν και η πτυχιακή του δουλειά. Μια ταινία στην οποία ο σκηνοθέτης ξεδιπλώνει το ταλέντο του και τις αισθητικές του αναζητήσεις. Χωρίς πολλά λόγια και με τη μουσική να κυριαρχεί, αφηγείται την ιστορία ενός παιδιού, του Σάσα, το οποίο πέφτει θύμα της βίας των άλλων παιδιών καθώς είναι ένα παιδί διαφορετικό το οποίο δεν ταιριάζει στα μέτρα τους. Αλλά και η δασκάλα του βιολιού του κάνει παρατηρήσεις επειδή έχει το δικό του τρόπο να ερμηνεύει τις νότες με περίσσια φαντασίαΝα σημειωθεί πως συν-σεναριογράφος του Ταρκόφσκι ήταν ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι.

Μετά από δύο χρόνια, με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν», ο Ταρκόφσκι κατακτά τη διεθνή αναγνώριση, κερδίζοντας το Χρυσό Λέοντα καλύτερης ταινίας αλλά και το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Ένα αντιπολεμικό δράμα ενηλικίωσης, με πρωταγωνιστή τον 12χρονο Ιβάν, ένα παιδί που θέλοντας να εκδικηθεί το θάνατο των γονιών του από τους ναζί, προσφέρει εθελοντικά τις υπηρεσίες του, ως ανιχνευτής στο σοβιετικό στρατό. Κι αν η υπόθεση όπως παρατίθεται εδώ μοιάζει να αναφέρεται σε ταινία με στοιχεία ηρωικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, δεν είναι έτσι. Ο Ταρκόφσκι χρησιμοποιεί μια αφήγηση η οποία βασίζεται σε συζητήσεις και όνειρα, σίγουρα όχι γραμμική και οπωσδήποτε καθόλου συνηθισμένη.

Το 1966 σκηνοθετεί ένα αριστούργημα διάρκειας 205 λεπτών. Πρόκειται για τον «Αντρέι Ρουμπλιόφ», βιογραφική ταινία για το διάσημο ρώσο αγιογράφο ο οποίος έζησε τον 15ο αιώνα. Ο Ταρκόφσκι στοχάζεται επάνω στο νόημα της τέχνης και την πνευματική αποστολή του καλλιτέχνη, παρασέρνοντας το θεατή στον προσωπικό στοχασμό του. Μακρόσυρτα πλάνα εικαστικής τελειότητας και απόλυτης γεωμετρίας σε μια ταινία η οποία αντιμετώπισε προβλήματα όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά στη Σοβιετική Ένωση.

Το 1972, με το «Σολάρις», διάρκειας 165 λεπτών, μεταφέρει στην οθόνη το ομώνυμο βιβλίο επιστημονικής φαντασίας του Στάνισλαβ Λεμ. Ο Ταρκόφσκι προσεγγίζει το βιβλίο με ποιητική διάθεση ενσωματώνοντας τις μεταφυσικές, φιλοσοφικές αλλά και πολιτικές προεκτάσεις του βιβλίου. Η ταινία τιμήθηκε με το μεγάλο βραβείο της επιτροπής και το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο Φεστιβάλ των Καννών.

Το 1975 έχει σειρά ο «Καθρέφτης», διαρκείας 108 λεπτών. Με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με εντελώς αντισυμβατική σκηνοθεσία, ο Ταρκόφσκι συνδέει διάφορα στιγμιότυπα της ζωής του και ιστορικά γεγονότα, χρησιμοποιώντας ποιήματα του πατέρα του. Πρόκειται για μια ταινία θαρρείς, ερμητικά κλειστή, η οποία προσεγγίζεται κυρίως με τις αισθήσεις. Η αποκωδικοποίησή της δεν μπορεί να γίνει με τα κλασικά εργαλεία αλλά με την ελευθερία της ποίησης και της αλληγορίας. Πιστεύω πως ο «Καθρέφτης» είναι η επιτομή αυτού που ονομάζουμε “ποιητικό κινηματογράφο”, το οποίο υπάρχει σε όλες τις ταινίες του. Βέβαια ο ίδιος δεν αποδεχόταν αυτόν το χαρακτηρισμό, υποστηρίζοντας πως ο ποιητικός κινηματογράφος γίνεται σκόπιμα ακατανόητος.

Το 1979, ο Αντρέι Ταρκόφσκι σκηνοθετεί μια από τις καλύτερες –κατά τη γνώμη μου- ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Είναι το «Στάλκερ», που στα ρωσικά σημαίνει οδηγός, ιχνηλάτης. Μια ποιητική αλληγορία επιστημονικής φαντασίας με την οποία ο σκηνοθέτης θέτει μια σειρά από μεγάλα φιλοσοφικά, υπαρξιακά και μεταφυσικά ερωτήματα. Η δράση εκτυλίσσεται στη “ζώνη”, μια απόκοσμη περιοχή στην οποία περιπλανιούνται τρεις άνδρες οι οποίοι αναζητούν το κέντρο της. Εκεί, λέγεται, πως υπάρχει ένα σημείο στο οποίο εκπληρώνονται όλες οι επιθυμίες. Σε μια πορεία, εντός ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου τοπίου, οι άνδρες αυτοί προχωρούν, συζητούν, προβληματίζονται, ανταλλάσσουν απόψεις και εξομολογήσεις. Κι όταν φτάνουν στο σκοπό τους, αυτός δεν αποκαλύπτεται ποτέ, παραμένει ένα μυστήριο όπως ο σκοπός της ίδιας μας της ύπαρξης.

«Στάλκερ»

Η «Νοσταλγία», το 1983, διάρκειας 125 λεπτών γυρίστηκε στην Ιταλία. Είναι η πρώτη ταινία του εκτός των συνόρων της πατρίδας του στην οποία με ποιητικό τρόπο αποτυπώνεται η αγάπη του για τη Ρωσία. Μέσα από τα μάτια ρώσου ποιητή ο οποίος αναζητά στην Ιταλία τα ίχνη ενός συμπατριώτη του συνθέτη του 18ου αιώνα, ο Ταρκόφσκι δημιουργεί ένα έργο νοσταλγικό, στο οποίο εκφράζει τη δική του προσωπική ψυχολογική κατάσταση καθώς βιώνει την αυτοεξορία.

Ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά, είναι η «Θυσία», το κύκνειο άσμα του, διάρκειας 149 λεπτών, που γύρισε το 1986. Ο σκηνοθέτης έχει εγκαταλείψει οριστικά την πατρίδα του, κάτι που τον έχει τραυματίζει βαθιά, είναι ήδη άρρωστος και οι προβληματισμοί του γίνονται ακόμη πιο εσωτερικοί. Ο Ταρκόφσκι σχεδόν σε όλες τις ταινίες του προσεγγίζει την Ορθοδοξία, όχι με θρησκοληψία αλλά με μια βαθιά φιλοσοφική διάθεση. Στην περίπτωση της «Θυσίας», έχουμε να κάνουμε με μια ταινία “ιδιότυπα χριστιανική και υπαρξιακή” (Ελίζα Σικαλοπούλου). Ταινία στην οποία η προσωπική αγωνία του δημιουργού για το μέλλον του, συνδυάζεται με την ανησυχία του για το μέλλον της ανθρωπότητας.

Το σινεμά του Αντρεί Ταρκόφσκι  πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα από το ίδιο το σινεμά. Οι ταινίες του δεν είναι απλός κινηματογράφος αλλά φιλοσοφικά δοκίμια, υπαρξιακά ποιήματα, μεταφυσικές εικόνες.

Η κάμερά του δε βιάζεται, κινείται αργά, τα πλάνα του αποτελούν πυκνογραμμένες σελίδες, δεν είναι εύκολα αφομοιώσιμες. Τα αργά και μακρινά πλάνα του είναι σμιλευμένα με κάθε λεπτομέρεια.

Ο ρυθμός με τον οποίο χαϊδεύει τις εικόνες, είναι η προσωπική του συνομιλία με τον χρόνο, καθώς έτσι ο ίδιος αλλά και ο θεατής, μπορούν να νιώσουν σε όλη της την έκταση και το βάθος, τη σημασία του χρόνου και την οριστική του απώλεια καθώς φεύγει. Κι ο χρόνος πρέπει να βιώνεται, η κάθε του στιγμή να αποκτά την αξία που της πρέπει αφού όλες αυτές οι στιγμές είναι ο προσωπικός μας χρόνος, η ίδια μας η ζωή.

Το σινεμά του Ταρκόφσκι βρίθει συμβόλων και συμβολισμών. Αυτό το οποίο κυριαρχεί είναι το νερό, ως η ίδια η ζωή και το ρέον του χρόνου. Επίσης η φωτιά, ως αρχή και τέλος, ζωή και θάνατος. Αρκεί να θυμηθούμε πως η τελευταία σκηνή της «Θυσίας», της τελευταίας του ταινίας, λίγο πριν πεθάνει, τελειώνει με φωτιά.

Και τέλος, η μνήμη, ως αποσκευή του καθενός, ως προσωπική περιουσία. Μνήμη η οποία εμπεριέχει τα περασμένα, την παιδική ηλικία, τα όνειρά μας.

Ο Ταρκόφσκι θεωρούσε τη εικόνα ως ένα “σβώλο ζωής”. Στο βιβλίο του «Σμιλεύοντας το χρόνο» (εκδόσεις Νεφέλη, 1987), γράφει: “Η κινηματογραφική εικόνα είναι παρατήρηση των γεγονότων της ζωής στο χρόνο –παρατήρηση οργανωμένη σύμφωνα με το πρότυπο της ίδιας της ζωής, τηρώντας τους χρονικούς της νόμους (…) Η εικόνα γίνεται γνήσια κινηματογραφική όταν, όχι μόνο ζει μες στο χρόνο, μα και ο χρόνος ζει μέσα σε αυτήν, μέσα σε κάθε κάδρο (…)”. Και παρακάτω σημειώνει: “Από τους πιο σημαντικούς περιορισμούς του κινηματογράφου είναι, αν θέλετε, ότι η εικόνα πρέπει να υλοποιηθεί με πραγματικές, φυσικές μορφές της ζωής όπως τη βλέπουμε και την ακούμε. Η εικόνα πρέπει να είναι ‘νατουραλιστική’. Δε χρησιμοποιώ τον όρο με την αποδεκτή λογοτεχνική συνεκδοχή του (…). Θέλω απλώς να πω ότι τη μορφή της κινηματογραφικής εικόνας την αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις”.

Αυτό είναι, με λίγα λόγια, το σινεμά του Αντρέι Ταρκόφσκι. Ένα σινεμά το οποίο γίνεται αντιληπτό μόνον όταν, εκτός από τη νόηση και τη λογική, συμμετέχουν και όλες οι αισθήσεις.

strakersan@gmail.com

https://kersanidis.wordpress.com

 

 

 

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s