ΜΠΕΡΓΚΜΑΝ, ΒΑΡΝΤΑ, ΑΛΕΑ, ΒΙΣΚΟΝΤΙ

(από την ΕΠΟΧΗ, 23/6/2019)

 Η αγωνία του σινεφίλ μπροστά στην επιλογή

 Του Στράτου Κερσανίδη

Τέσσερις ταινίες από τον προηγούμενο αιώνα, με την παλαιότερη από αυτές να είναι 61 ετών, δημιουργούν μια πραγματική αγωνία στους σινεφίλ μπροστά στη δυσκολία της επιλογής. Τέσσερις ταινίες, ισάριθμα αριστουργήματα της 7ης Τέχνης που δίνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στα καλοκαιρινά μας βράδια.

Το 1958, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γύρισε τις «Άγριες φράουλες» (Smultronstaallet), εμβληματική ταινία του σουηδού δημιουργού, που θεωρείται ως μία από τις 10 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά.

Ένας ηλικιωμένος γιατρός, ο Άιζακ Μποργκ, ταξιδεύει με το αυτοκίνητό του για μια πόλη όπου πρόκειται να τιμηθεί στο πανεπιστήμιο για την 50χρονη καριέρα του. Πρόκειται για έναν εγωπαθή άνδρα τον οποίο συνοδεύει στο ταξίδι η έγκυος νύφη του η οποία δεν τον συμπαθεί ιδιαίτερα. Όμως μετά από έναν εφιάλτη, ο Άιζακ θα βρεθεί μπροστά σε διάφορα πρόσωπα από το παρελθόν, θα αναδυθούν μνήμες από τη ζωή του, θα έρθει αντιμέτωπος με φόβους και διαψεύσεις. Εν τέλει όλο αυτό θα αποτελέσει αφορμή για να συμφιλιωθεί με τη ζωή του, με τους ανθρώπους αλλά και να συνειδητοποιήσει πως έζησε επιφανειακά και χωρίς πραγματικά συναισθήματα.

Ο Μπέργκμαν σε αυτήν την πιο αισιόδοξη από τις ταινίες του, προσεγγίζει τα όσα τον απασχόλησαν σε ολόκληρο το έργο του: τις σχέσεις, την έλλειψη επικοινωνίας, τη μνήμη, το θάνατο.

Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο, Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας το 1958.

Το 1965, η Ανιές Βαρντά, η οποία πέθανε στα τέλη του περασμένου Μαρτίου,  πρωτοπαρουσίασε στο Βερολίνο την ταινία «Η ευτυχία» (Le bonheur), κερδίζοντας μάλιστα την Αργυρή Άρκτο.

Ο Φρανσουά είναι ξυλουργός και η γυναίκα του Τερέζ είναι μοδίστρα. Ζουν ευτυχισμένοι μαζί με τα δυο τους παιδιά σε ένα παρισινό προάστιο. Όταν όμως ο Φρανσουά θα ταξιδέψει για δουλειές σε μια άλλη πόλη, θα γνωρίσει την Εμιλί η οποία εργάζεται στο ταχυδρομείο και η σχέση που θα ξεκινήσει μαζί της θα φέρει ανατροπές στην οικογενειακή του ζωή.

Η Βαρντά έχει το δικό της στιλ κι έτσι καταφέρνει να αποδραματοποιήσει τα τα όσα αφηγείται, να ανατρέψει δηλαδή όλο το μελοδραματικό στοιχείο και να παρουσιάσει μια ταινία για τον έρωτα και τη συζυγική πίστη με τρόπο ανατρεπτικό και βαθιά στοχαστικό. Αναδεικνύει το στοιχείο του απρόοπτου το οποίο φέρνει τους ανθρώπους μπροστά σε σημαντικές αποφάσεις. Κι όλα αυτά με την παλέτα της σκηνοθέτιδας να χρωματίζουν την ταινία ενώ την ίδια ώρα είναι εμφανής η φεμινιστική πολιτική άποψή της.

Ο Τόμας Γκουτιέρεζ Αλέα, θεμελιωτής του μετεπαναστατικού κουβανέζικου κινηματογράφου και ιδρυτής του Κουβανικού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, γύρισε το 1966, την ταινία «Ο θάνατος ενός γραφειοκράτη» (La muerte de un burocrata), μια σάτιρα, μια μαύρη κωμωδία με την οποία στηλίτευε την παράνοια της γραφειοκρατίας.

Ένας εργάτης αφοσιωμένος στη δουλειά του αλλά και την επανάσταση, χάνει τη ζωή του εν ώρα εργασίας. Οι συνάδελφοί του για να τον τιμήσουν τον θάβουν μαζί με το βιβλιάριο εργασίας του. Όμως χωρίς βιβλιάριο η χήρα του δεν μπορεί να πάρει σύνταξη. Οι προσπάθειές της χάνονται μέσα στα γρανάζια της γραφειοκρατίας. Ένας ξάδελφος του νεκρού αποφασίζει να τον ξεθάψει για να πάρει το βιβλιάριο αλλά μένει το πτώμα αμανάτι το οποίο διατηρείται …φρέσκο με παγάκια! Η γραφειοκρατία δε δίνει άδεια ταφής επειδή ξεθάφτηκε ανεπίσημα και επιπλέον δεν μπορεί να εκδώσει νέο πιστοποιητικό θανάτου για το ίδιο άτομο!

Εξαιρετική σεναριακή σύλληψη σε μια ταινία η οποία αναδεικνύει τον παραλογισμό της γραφειοκρατίας σε όλο της το μεγαλείο. Μια κριτική ματιά στο καθεστώς που στήριξε μέχρι το τέλος της ζωής του ο σκηνοθέτης και μέσα από τις ταινίες του προσπάθησε να το κάνει καλύτερο.

Το 1912 ο Τόμας Μαν έγραψε μια εξαιρετική νουβέλα, ένα εκπληκτικής δεξιοτεχνίας βιβλίο για την παρακμή, το οποίο το 1971 μετέφερε στον κινηματογράφο ο Λουκίνο Βισκόντι. Ο λόγος για την ταινία «Θάνατος στη Βενετία» (Morte a Venezia) ένα πραγματικό κομψοτέχνημα από κάθε άποψη.

Ο ηλικιωμένος συνθέτης Γκούσταφ φον Άσεμπαχ ταξιδεύει για λόγους υγείας στη Βενετία. Εκεί να συναντήσει τον Τάτζιο, έναν πανέμορφο έφηβο από την Πολωνία ο οποίος κάνει διακοπές με τους γονείς του. Ο Γκούσταφ τον ερωτεύεται και παρασυρμένος από την εκπληκτική ομορφιά του Τάτζιο και παρά την επιδημία πανώλης που πλήττει την πόλη και την επιδείνωση της υγείας του, παραμένει στη Βενετία.

Η ταινία του Βισκόντι αγγίζει την τελειότητα! Είναι μια βαθυστόχαστη ματιά στο ερωτικό πάθος και την προσωπική εγκατάλειψη ως θυσία στην ομορφιά! Και είναι επίσης μια ματιά εικαστικής αρτιότητας με γοητευτικά, αρμονικά πλάνα αποτέλεσμα προσεκτικής γεωμετρικής ματιάς. Και κοντά σε αυτά είναι και η μουσική του Γκούσταβ Μάλερ, στην προσωπικότητα του οποίου βασίζεται ο κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας, η οποία επενδύει την ταινία.

Αξέχαστη έχει μείνει η ερμηνεία του Ντεργκ Μπόγκαρτ στο ρόλο του φον Άσεμπαχ σε μια ταινία η οποία μνημονεύεται διαρκώς από τους θεωρητικούς του κινηματογράφου για την αρτιότητά της.

Μεγάλο Ειδικό Βραβείο 25ετίας στο Φεστιβάλ των Kαννών 1971.

strakersan@gmail.com

https://kersanidis.wordpress.com

 

 

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s