59ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (5)

(από το http://www.stokokkino.gr)

Οι επτά τελευταίες

 Του Στράτου Κερσανίδη

 Με αυτό, το τέταρτο και τελευταίο σημείωμα, ολοκληρώνεται η κριτική παρουσίαση ταινιών από το 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Για σήμερα, λοιπόν, έχουμε 7 συνολικά ταινίες από τις οποίες «Τα δάκρια του βουνού», του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου είναι από το Ελληνικό Τμήμα,  ενώ η «Κιμμέρια», του Σάιμον Φαρμακά και η «Παύση», της Τώνιας Μισιαλή, είναι επίσης από το Ελληνικό Τμήμα και ειδικότερα από την ενότητα Ξεπερνώντας τα Σύνορα. Μάλιστα οι δύο τελευταίες είναι από την Κύπρο, η οποία φέτος μας εντυπωσίασε με την ποιότητα των ταινιών της.

Ακολουθούν τρεις ταινίες από το Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα. Η πρώτη, το «The waiter», του Στηβ Κρικρή, είναι μία από τις ελληνικές συμμετοχές αυτού του τμήματος. Οι άλλες δύο είναι η «Pearl», της Έλσα Αμιέλ (Γαλλία-Ελβετία) και η άλλη το «Εμείς τα ζώα», του Τζερεμάια Ζέιγκαρ (ΗΠΑ).

Η επτάδα κλείνει με την ταινία «Το φορτίο», του Όγκνιεν Γκλάβονιτς (Σερβία), μια ταινία η οποία προβλήθηκε στο τμήμα που αγαπώ ιδιαίτερα δηλαδή τις Ματιές στα Βαλκάνια.

Ραντεβού στο επόμενο, το 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης με την ευχή να είμαστε όλοι και όλες καλά!

Και του χρόνου!

«Τα δάκρυα του βουνού», του Στέλιου Χαραλαμπόπουλου

Αρχές του προηγούμενου αιώνα, μια ομάδα από μάστορες πέτρας ταξιδεύουν από τόπο σε τόπο. Μακριά από τις πατρίδες τους προσπαθούν να επιβιώσουν αναζητώντας ασφαλή περάσματα από τους ληστές και από τις πολεμικές αψιμαχίες, συχνά πεινασμένοι και κυνηγημένοι. Τελικά όλη η ομάδα θα ξεκληριστεί εκτός από τον πρωτομάστορα, ο οποίος θα συνεχίσει τη μοναχική του περιπλάνηση.

Μέσα από μια ελεύθερη διασκευή της Οδύσσειας, ο Στέλιος Χαραλαμπόπουλος, αφηγείται με ρεαλισμό μια ιστορία επιβίωσης με τους ήρωές του να έρχονται αντιμέτωποι με τα στοιχεία της φύσης και με τα ιστορικά γεγονότα. Ένα οδοιπορικό στα δύσβατα βουνά της Ηπείρου το οποίο αναδεικνύει τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους του μόχθου, τις διαφορές τους αλλά και την αλληλεγγύη τους. Ένα ελληνοπρεπές γουέστερν κινηματογραφημένο γεμάτο με δυνατές εικόνες οι οποίες δημιουργούν στο θεατή αντιφατικά συναισθήματα σε αναλογία με τα πάθη των ηρώων. Ο Χαραλαμπόπουλος τοποθετεί την ιστορία του στην αυγή του προηγούμενου αιώνα, ενός αιώνα ταραγμένου από συνεχείς πολεμικές συρράξεις αλλά και έντονων κοινωνικών ζυμώσεων καθώς τότε αρχίζουν και εμφανίζονται οι πρώτες σπίθες των εξεγέρσεων και των επαναστάσεων που ακολούθησαν. Κι ο σκηνοθέτης ξεκινά από αυτό αφού η ταινία αρχίζει από τον Ελληνικό Εμφύλιο για να μας μεταφέρει συνέχεια στις αρχές του αιώνα.

Οι διάλογοι είναι μεστοί, οι ήρωες δε μιλούν πολύ αλλά όσο χρειάζεται αφήνοντας χώρο στην εικόνα να πει όσα χρειάζονται. Εξαιρετικά προσεγμένη δουλειά έχει γίνει στην αναπαράσταση της εποχής καθώς και στα πλάνα αλλά και τη φωτογραφία (Δημήτρης Κορδελάς), σε μια ταινία η οποία είναι περίπου αψεγάδιαστη. (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ)

«Κιμμέρια», του Σάιμον Φαρμακάς

Σε μια περιοχή στην Κύπρο, στη ζώνη που ελέγχεται από τον ΟΗΕ, ένα αντικείμενο από το διάστημα πέφτει μέσα σε ένα χωράφι. Το χωράφι ανήκει σε μια οικογένεια η οποία είναι καταχρεωμένη σε έναν τοκογλύφο. Ο τελευταίος προτείνει μείωση του χρέους εάν του δώσουν το αντικείμενο, επειδή πιστεύει πως από αυτό θα κερδίσει περισσότερα χρήματα. Όμως στο νησί καταφθάνουν και μερικοί πράκτορες μια ξένης μυστικής υπηρεσίας η οποία παρακολουθεί το αντικείμενο. Οι ισορροπίες στη μικρή κοινωνία διαταράσσονται εξαιτίας αυτού του παράξενου, άγνωστου αντικειμένου το οποίο ήρθε ουρανοκατέβατο.

Πολύ ενδιαφέρουσα ταινία η οποία έχει στο επίκεντρό της τις σχέσεις των ανθρώπων με το αντικείμενο να παίζει το ρόλο του καταλύτη σε αυτές. Κι αυτό επειδή ο καθένας βλέπει σε αυτό την ευκαιρία να κερδίσει κάτι. Με λεπτές δόσεις χιούμορ και σκηνοθεσία που δεν κουράζει, ο Σάιμον Φαρμακάς κέρδισε τη συμπάθειά μας. (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ – ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ)

«Παύση», της Τόνιας Μισιαλή

Η Ελπίδα έχει φτάσει στην κλιμακτήριο και ζει μια ανιαρή πραγματικότητα. Νιώθει το χρόνο επάνω της να περνά ενώ ο άνδρας της αδιαφορεί για εκείνη και συχνά της φέρεται άσχημα. Η ζωή της έχει ‘στεγνώσει κι έτσι αναζητά τα όσα της λείπουν, μέσα στη φαντασία της χωρίς όμως να μπορεί να κάνει το μεγάλο βήμα προς την κατάκτηση της προσωπικής της ελευθερίας.

Χαμηλών τόνων ταινία η οποία λειτουργεί στην πορεία ως ωρολογιακή βόμβα. Τα βάσανα συσσωρεύονται, ο θεατής συμπάσχει και η μεγάλη έκρηξη αναμένεται από στιγμή σε στιγμή. Σε τούτη τη βραδυφλεγή εξέλιξη κυριαρχεί η συγκρατημένα αγχωτική ερμηνεία της Στέλας Φυρογένη η οποία μοιάζει έτοιμη να εκραγεί. Κανείς, φυσικά, δε γνωρίζει τι πρόκειται να συμβεί. Το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι πως η Τώνια Μισιαλή σκηνοθετεί απλά και συγκρατημένα καταφέρνοντας να διεισδύσει στην ψυχή της πρωταγωνίστριάς της δημιουργώντας γύρω της μια ασφυκτική ατμόσφαιρα εγκλεισμού, ο οποίος δεν είναι κυριολεκτικός αλλά ουσιαστικός. Για μια ακόμη φορά αποδεικνύεται πως το καλό σινεμά δε χρειάζεται ούτε χρήματα ούτε πολλά τεχνικά μέσα. Ειλικρίνεια χρειάζεται και ήρωες βγαλμένους από την καθημερινότητα. (ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ – ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ)

«The waiter», του Στηβ Κρικρή

Ένας μοναχικός σερβιτόρος, ο Ρένος, ζει μια ρουτινιάρικη καθημερινότητα. Λιγομίλητος, πηγαινοέρχεται κάθε μέρα από το σπίτι στη δουλειά επαναλαμβάνοντας τις ίδιες σχεδόν κινήσεις. Στην απέναντι πόρτα από του διαμερίσματός του ζει ο Μιλαν, με τον οποίο χαιρετιούνται όποτε συναντιούνται. Όταν όμως ο γείτονάς του εξαφανίζεται, ο Ρένος διαπιστώνει πως κάποιος άλλος άνδρας μπαινοβγαίνει στο διαμέρισμα, ο οποίος του συστήνεται ως συνεργάτης του Μίλαν ο οποίος έχει φύγει σε κάποιο ταξίδι για δουλειές. Ο μυστηριώδης άνδρας καλεί το Ρένο για φαγητό και προσπαθεί να είναι παρέα μαζί του. Εν τω μεταξύ ο σερβιτόρος αρχίζει να υποψιάζεται πως η εξαφάνιση του Μίλαν έχει σχέση με το μυστηριώδη άνδρα και η ανιαρή ζωή του αποκτά νέο ενδιαφέρον.

Βλέποντας την ταινία η πρώτη εντύπωση που μου δημιουργήθηκε, καθώς είχε περάσει το πρώτο 20λεπτο, ήταν πως ο Στηβ Κρικρής βρίσκεται σε άλλο επίπεδο. Είναι κι εκείνη η υπνωτιστική, νωχελική αφήγηση η οποία παρασέρνει το θεατή για να τον οδηγήσει σε  ένα λαβύρινθο ερωτηματικών τα οποία εμφανίζονται. Χωρίς εξάρσεις αλλά θαρρείς,  με μια υποδόρια ένεση ο σκηνοθέτης διαχέει σε κάθε σκηνή, σε κάθε βλέμμα, σε κάθε κίνηση τις κατάλληλες ποσότητες αγωνίας.

Ένα ατμοσφαιρικό φιλμ νουάρ με τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες να παίζουν εναλλάξ τους ρόλους της γάτας και του ποντικιού. Ιδανικές είναι οι ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών -Άρης Σερβετάλης και Γιάννης Στάνκογλου- οι οποίοι ‘δένουν’ απόλυτα μεταξύ τους αλλά και με τους ρόλους τους οποίους υποδύονται. (ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ)

«Pearl», της Έλσα Αμιέλ

Η Λία Περλ ετοιμάζεται για τον τελικό του διεθνούς πρωταθλήματος μπόντι μπίλντινγκ μαζί με τον προπονητή της. Η προετοιμασία είναι σκληρή και οι δυο τους ήδη βρίσκονται στο ξενοδοχείο όπου θα φιλοξενηθεί ο διαγωνισμός. Και ενώ οι μέρες και οι ώρες είναι ιδιαίτερα κρίσιμες το παρελθόν θα έρθει να την αναστατώσει. Πρόκειται για τον παλιό της σύντροφο και το γιο της οι οποίοι, κατά κάποιον τρόπο, διεκδικούν τη θέση τους στη ζωή της. Η ‘σκληρή’ Πέρλ φαίνεται αποφασισμένη να μην υποχωρήσει. Θα τα καταφέρει;

Τι συμβαίνει στη ζωή μας με τις επιλογές που κάνουμε Είμαστε έτοιμοι (-ες) να πληρώσουμε το τίμημα που αναλογεί; Πόσο μπορούμε να εναντιωθούμε στα πρότυπα;

Μια σειρά από ερωτήματα τα οποία επιχειρούν να απαντηθούν μέσα από την απλή ιστορία μια γυναίκας η οποία προσπάθησε να ακολουθήσει το δρόμο της και βρέθηκε αντιμέτωπη με την επιλογή της. Μια ταινία η οποία ξεκινά μάλλον βαρετά αλλά στην πορεία αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον το οποίο κορυφώνεται όσο η ηρωίδα καλείται να αποφασίσει.

Οφείλω να ομολογήσω πως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω την εμμονή κάποιων ανθρώπων με το ‘χτίσιμο’ του σώματος, το οποίο τελικά ξεφεύγει από τα ανθρώπινα μέτρα και παραμορφώνεται. Γι’ αυτό και αρχικά αντιμετώπισα την ταινία με δυσπιστία. Όμως η εξέλιξη και ο αφηγηματικός ρυθμός της Αμιέλ με έκαναν να αναθεωρήσω πολύ σύντομα την άποψή μου, όχι για το μπόντι μπίλντινγκ, αλλά για την ταινία.  (ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ)

«Εμείς τα ζώα» (We the animals), του Τζερεμάια Ζέιγκαρ

Τρία αδέλφια, ο Μάνι, ο Τζόελ και ο Τζόνας, ζουν τους γονείς τους. Η μητέρα τους είναι εργάτρια σε εργοστάσιο και ο πατέρας τους νυχτοφύλακας. Αγαπούν τα παιδιά τους αλλά η δική τους σχέση περνά διάφορες διακυμάνσεις. Τα παιδιά μεγαλώνουν ενώ ο μικρότερος, ο Τζόνας, ζει σε έναν παράλληλο φανταστικό κόσμο. Η ιστορία μιας οικογένειας που προσπαθεί να ζήσει ως τέτοια αντιμετωπίζοντας από τη μια τις κοινωνικές συνθήκες κι από την άλλη την ίδια τη σχέση ανάμεσά τους.

Άκρως ενδιαφέρουσα ταινία από τις ΗΠΑ, κινηματογραφημένη με αμεσότητα αλλά και με κοινωνική ματιά. Οι ήρωές του Ζέιγκαρ είναι μια οικογένεια που ανήκει στην εργατική τάξη, αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα τα οποία έχουν αντίκτυπο και στις προσωπικές τους σχέσεις. Όμως παρά τις διαφοροποιήσεις και τις συγκρούσεις αυτό που θέλουν είναι να είναι μια κανονική οικογένεια αφού πάνω απ’ όλα νοιάζονται ο ένας για τον άλλον. (ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ)

«Το φορτίο» (The load), του Όγκνιεν Γκλάβονιτς

Το 1999 το ΝΑΤΟ βομβαρδίζει τη Σερβία. Ο Βλάντα, έναντι χρηματικού ποσού, αναλαμβάνει να οδηγήσει ένα φορτηγό από στο Κοσσυφοπέδιο στο Βελιγράδι. Το φορτίο που μεταφέρει του είναι άγνωστο, καθώς το φορτηγό είναι σφραγισμένο. Στη διαδρομή θα μεταφέρει έναν νεαρό ο οποίος σχεδιάζει να φύγει για τη Γερμανία. Όταν φτάνει στον προορισμό του και ενώ περιμένει να πληρωθεί, θα ανακαλύψει ποιο ήταν το μυστηριώδες φορτίο που κουβαλούσε. Όταν επιστρέφει στο σπίτι του θα πρέπει να αντιμετωπίσει την οικογένειά του και θα προσπαθήσει να θάψει βαθιά τις ενοχές που αρχίζει να νιώθει.

Συγκλονιστική ταινία με θέμα το σκληρό πόλεμο στη Γιουγκοσλαβία, έναν πόλεμο που άφησε πολύ βαθιές πληγές στο σώμα των κοινωνιών και των ανθρώπων που τον βίωσαν. Βέβαια ο σκηνοθέτης δε θέλει να περιοριστεί στις πληγές του συγκεκριμένου πολέμου αλλά προσπαθεί να τη γενικεύσει και να περιλάβει όλου τους πολέμους. Και μέσα από αυτούς να δει τις ανθρώπινες, τις ατομικές ευθύνες για τα εγκλήματα πολέμου και για τις χιλιάδες κλειστά στόματα που δε μίλησαν ποτέ. Και φυσικά για τους ανθρώπους που προσπάθησαν να επιβιώσουν και να σώσουν τις οικογένειές τους μέσα στις παράλογες συνθήκες του πολέμου.

Ένα αγωνιώδες φιλμ, ένα αγκομαχητό βλεμμάτων που αποστρέφονται και άλλων που αναζητούνται σε μια προσπάθεια των ανθρώπων να επαναπροσδιοριστούν για να μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν. Γιατί η ζωή συνεχίζεται ακόμη κι όταν η μνήμη βαραίνει. Υπέροχη ταινία, με λιτή σκηνοθεσία, ιδανικές ερμηνείες –ο πρωταγωνιστής Λεόν Λούτσεφ είναι συγκλονιστικά αληθινός- και με έντονους τους κραδασμούς της Ιστορίας. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ)

 

 

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s