20ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1)

(από το http://www.stokokkino.gr)

Οι έξι πρώτες ταινίες

 Του Στράτου Κερσανίδη

 

«Ευρώπη το όνειρο», της Αννέτας Παπαθανασίου και του Άγγελου Κοβότσου: Τρεις νέοι αναζητούν το ‘ευρωπαϊκό όνειρο’. Ο Αμπντάλα από τη Συρία, ο Αλί Ρεζά από το Αφγανιστάν κι ο Αντρέας από την Ελλάδα. Οι σκηνοθέτες ακολουθούν τις ζωές τους μέσα από κοινές διαδρομές, κάνοντας ένα εύστοχο σχόλιο για το σύγχρονο κόσμο και την αυταπάτη του συγκεκριμένου ονείρου. Σκοπός τους είναι να αναδείξουν το κοινό όνειρο και των τριών νέων. Πάτρα, Βιέννη Στοκχόλμη και παντού υπάρχει ο φόβος ο οποίος συνοδεύεται από την ανεργία, τη φτώχια, το ρατσισμό και την απόρριψη. Μια δυνατή ταινία της οποίας τα γυρίσματα κράτησαν περίπου δύο χρόνια ώστε να καταγραφούν τα όσα συνέβησαν μέσα στο χρόνο και όχι σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

«Άλιμα», του Κουκά Κουμπούρη και του Νικόλα Παπαδημητρίου: Μια μέρα μαζί με τους ψαράδες της λιμνοθάλασσας στο Μεσολόγγι. Ήσυχη ταινία, μόνο με φυσικούς ήχους, χωρίς καθόλου αφήγηση αφού η εικόνα καταγράφοντας μιλά από μόνη της. Θαυμάσιες λήψεις οι οποίες γοητεύουν το θεατή.

«Obscuro barocco», της Ευαγγελίας Κρανιώτη: Αν αναρωτιέστε πως μπορεί ένα ντοκιμαντέρ το οποίο έχει ως θέμα τη ταυτότητα φύλου να είναι τόσο βαθιά ποιητικό και ταυτόχρονα τόσο διεισδυτικό κι ανθρώπινο, μια κάποια απάντηση θα πάρετε από τη εξαιρετική ταινία της Ευαγγελίας Κρανιώτη.

Η ταινία είναι γυρισμένη στο Ρίο ντε Τζανέιρο και η Κρανιώτη έχοντας εμπλέξει στην ταινία τεκμηρίωσης και στοιχεία μυθοπλασίας, κατορθώνει να δημιουργήσει ένα πανέμορφο δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ που η εικόνα μιλά και λέει τόσο πολλά ώστε ο λόγος να χρησιμοποιείται εν οικονομία και μόνον όπου χρειάζεται. Με την κάμερα να κινείται αργά και να φυλακίζει τις εικόνες, μιλά για το όνειρο και τους εφιάλτες της μεγάλης βραζιλιάνικης μητρόπολης αλλά και των ανθρώπων οι οποίοι αναζητούν την ταυτότητά τους. Μελαγχολία και θλίψη αναμειγνύονται με το τρελό κέφι του καρναβαλιού για να αναδυθούν ξανά όταν τα φώτα θα σβήσουν και θα μείνουν στους δρόμους μόνον τα σκουπίδια.

«Κωστής Παπαγιώργης: Ο πιο γλυκός μισάνθρωπος», της Ελένης Αλεξαδράκη: Μια σημαντική μορφή των γραμμάτων, έναν άνθρωπο γεμάτο πάθη και αντιφάσεις όπως πρέπει να είναι ο κάθε αληθινός άνθρωπος, σκιαγραφεί η Ελένη Αλεξανδράκη. Οικοδομεί τη μορφή του Κωστή Παπαγιώργη όπως αυτή αναδύεται μέσα από κείμενά του, από αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν κοντά του ή τον γνώριζαν και από πλούσιο αρχειακό υλικό. Κοντά σε αυτά η Αλεξανδράκη προσθέτει και κάποιες στημένες σκηνές, αλλά και σκηνές από ταινίες. Το πιο σημαντικό είναι πως καταφέρνει όλα αυτά να τα ‘δέσει’ να τα συνθέσει έτσι ώστε να βγαίνει ένα αποτέλεσμα το οποίο καταλήγει σε  ένα συναρπαστικό αφήγημα.

«Πεθαίνοντας στην Ευρώπη», του Νίκου Πηλού: Κι όμως αυτή δεν είναι ακόμη μία ταινία για το προσφυγικό. Γιατί ο σκηνοθέτης επιλέγει να μιλήσει μόνον με εικόνες, χωρίζοντας το υλικό του σε τρεις ενότητες οι οποίες είναι το ταξίδι, ο θάνατος και τα σύνορα (οι φράχτες). Εικόνες από τη Λέσβο, τον Πειραιά, την Ειδομένη, την ΠΓΔΜ, τη Σερβία, τα σύνορα Σερβίας-Ουγγαρίας. Εικόνες σκληρές, σοκαριστικές αλλά δυστυχώς, αληθινές. Ένα εξαιρετικό ασπρόμαυρο ντοκιμαντέρ το οποίο μέσα σε μόνον 17 λεπτά συμπυκνώνει όλη την τραγωδία των προσφύγων.

«In situ», του Άκη Κερσανίδη και της Χρύσας Τζελέπη: Μια ταινία για την αυτοσχεδιαζόμενη τζαζ μουσική, αρχής γενομένης από τη Θεσσαλονίκη. Αναδημοσιεύω απόσπασμα κριτικής του Κώστα Καρδερίνη στο kemes.wordpress.com.: «(…)Σαράντα χρόνια μετά, οι σκηνοθέτες ακολουθούν τα ίχνη και κάνουν το δικό τους ρόουντ μούβι αυτοσχεδιάζοντας βεντερσιανά με τις εικόνες, θέλοντας να απεικονίσουν την καθημερινότητα του αυτοσχεδιαστή όπου ζωή και μουσική βαδίζουν αντάμα. Αντίποδο δέος η ήρεμη δύναμη του αειθαλή Roscoe Mitchell, ο οποίος πολύ σοφά ανοίγει τόπο στα νιάτα και τα αγκαλιάζει. Επειδή όμως κι ο δικός τους αυτοσχεδιασμός είναι ελεύθερος, οι εικόνες δεν σκεπάζουν μουσικούς και ομιλούντες. Αντιθέτως ανοίγουν νέους δρόμους για να κάνει ο κάθε θεατής τον δικό του ελεύθερο συνειρμικό αυτοσχεδιασμό. Το μοντάζ των εικόνων αυτών είναι εντυπωσιακά συνειρμικό, ρεαλιστικά εξπρεσιονιστικό και ταυτόχρονα αντιστικτικό, τόσο που καταφέρνει με τρόπο γλυκό και συναρπαστικό να πιάσει το πνεύμα και το γράμμα της ελευθερίας των ανοιχτών οριζόντων της μουσικής. Μ’ αρέσει πολύ εκείνο το σημείο κάπου στο τέλος όπου όλοι οι μουσικοί κάνουν μια τελική τοποθέτηση-εκτίμηση σε διαδοχικό μοντάζ του ενός κατόπιν του άλλου. Σαν να συνθέτουν όλοι μαζί ένα αυτοσχεδιαστικό μανιφέστο (…)».

 

 

 

 

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s