57ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (8)

(αναδημοσίευση από το http://www.stokokkino.gr)

Φόνοι, ποίηση, στοχασμός, πόλεμος και χορός

Του Στράτου Κερσανίδη

Το παράδοξο του τίτλου, το οποίο περιλαμβάνει πέντε λέξεις που δύσκολα σχετίζονται η μία με την άλλη, έχει να κάνει φυσικά, με τη θεματολογία των ταινιών του σημερινού, τελευταίου κριτικού σημειώματος, από το 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Οι φόνοι ταιριάζουν στην ουγγρική ταινία του διαγωνιστικού τμήματος, «Δολοφονικά αμαξίδια», του Άττιλα Τιλ και την ελληνική «Έτερος εγώ», του Σωτήρη Τσαφούλια.

Η ποίηση συνοδεύει την τουρκική ταινία του Ρεχά Ερντέμ, «Μέγας ο κόσμος» και, στην κυριολεξία, το «Σιωπηρό πάθος», του Τέρενς Ντέιβις.

Ο στοχασμός ταιριάζει στις «Στάχτες» του Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ και ο πόλεμος στην «Καλή σύζυγο» της Μιριάνα Καράνοβιτς.

Τέλος, ο χορός ανήκει στην ταινία λήξης, «Η χορεύτρια», της Στεφανί ντι Τζουστό.

kills_on_wheels_2

«Δολοφονικά αμαξίδια» (Tiszta szivvel), σκηνοθεσία: Άτιλα Τιλ

Δυο νεαρά παιδιά, ζουν σε ένα κέντρο περίθαλψης για ανάπηρους. Στον ελεύθερο χρόνο τους σχεδιάζουν κόμικς και έχουν σκοπό να κερδίσουν ένα διαγωνισμό για να εκδοθεί το έργο τους. Εκεί γνωρίζουν έναν πρώην πυροσβέστη, καθηλωμένο κι αυτόν σε καροτσάκι, ο οποίος έμεινε ανάπηρος εξαιτίας ενός δυστυχήματος επάνω στη δουλειά του. Ο τελευταίος διατηρεί επαφές με έναν μαφιόζο και του κάνει διάφορες δουλειές. Όταν ο μαφιόζος του ζητά να καθαρίσει κάποιους αντιπάλους του, εκείνος θα ζητήσει τη βοήθεια των δύο παιδιών. Όμως το παιχνίδι γίνεται όλο και πιο φονικό, ενώ τα δυο παιδιά μεταφέρουν τις εμπειρίες τους στο κόμικς. Είναι όμως έτσι;

Τα «Δολοφονικά αμαξίδια» ανήκουν σε εκείνη την κατηγορία των ταινιών, οι οποίες πιάνουν το θεατή από το αυτί και τραβώντας τον, τον πηγαίνουν μέχρι το τέλος! Θέλω να πω, πως καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας υπάρχει ένα σφίξιμο, ένας πόνος, μιας και οι πρωταγωνιστές είναι ανάπηροι. Όμως εκτός από τον πόνο, το πιάσιμο στο αυτί σε οδηγεί, σε κρατά εν καθηλώσει, αφού υπάρχει δράση και αγωνία για την εξέλιξη. Πάνω απ’ όλα όμως διαθέτει ένα υποδόριο μαύρο χιούμορ, κάτι που αποθεώνεται στο φινάλε, με το σκηνοθέτη να μας λέει πως «εντάξει, μην τα παίρνεται όλα όσο σοβαρά!».

Ο Τιλ χτίζει μια εξαιρετική ταινία η οποία δεν επιδιώκει να δημιουργήσει ψεύτικη συγκίνηση ούτε συμπόνια για τους ήρωές της. Άλλωστε πως μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο όταν οι τρεις αυτοί άνθρωποι, λειτουργούν ως φονικές μηχανές. Κι επίσης ο σκηνοθέτης επικεντρώνεται στη σχέση τους, τη δυνατή φιλία και την αφοσίωση. Τέλος, υπάρχει και το στοιχείο του πόνου που φέρνει η απόρριψη. Και αναφέρομαι σε ένα από τα παιδιά που νιώθει πως ο πατέρας του δεν το θέλει επειδή είναι ανάπηρος. Κι αυτός είναι ο λόγος που σχεδιάζει και δημιουργεί ιστορίες σε κόμικς, είναι η διέξοδος και, όπως αντιλαμβανόμαστε στο φινάλε, η λύτρωση. «Μπορεί να είμαι ανάπηρος, αλλά μπορώ να είμαι κι εγώ το ίδιο καλός αλλά και το ίδιο κακός, όπως όλοι». Έξυπνο και πρωτότυπο σινεμά από την εν υπνώσει για πολλά χρόνια, μεγάλη ουγγρική κινηματογραφική σχολή, που ελπίζουμε σκηνοθέτες όπως ο Άτιλα Τιλ, να της δώσουν την ώθηση που χρειάζεται. Θαυμάσια ταινία, γεμάτη και χορταστική η οποία καθηλώνει, συγκινεί και μας κάνει να μειδιούμε. Μια από τις καλύτερες στιγμές του διαγωνιστικού τμήματος. (Διεθνές Διαγωνιστικό)

A006_C006_1125PI

«Η καλή σύζυγος» (Dobra zena), σκηνοθεσία: Μιριάνα Καράνοβιτς

Η Μιλενα ζει μια ήσυχη και ισορροπημένη ζωή με το σύζυγό της. Έχουν ένα όμορφο σπίτι και η Μιλένα εκπληρώνει όλα της τα καθήκοντα ως σύζυγος, μητέρα και νοικοκυρά με τον καλύτερο τρόπο. Όμως η ευτυχισμένη της καθημερινότητα θα διαταραχτεί όταν σε μια παλιά βιντεοκασέτα δει κάποιες εικόνες από τον πόλεμο στην πρώην Γιουγκοσλαβία στον οποίο πολέμησε κι ο άντρας της.

Μια ταινία στη οποία όλα λειτουργούν σαν ωρολογιακή βόμβα. Από την αρχή ο θεατής δυσκολεύεται να πιστέψει πως όλα μπορούν να είναι τόσο ειδυλλιακά στη ζωή μιας οικογένειας. Κι όταν αυτή η ειδυλλιακή εικόνα διαταραχτεί και αρχίσει η αποδόμηση, ξεκινά η αντίστροφη μέτρηση. Και τότε πλέον ενώ όλα βαδίζουν προς το τέλος ο θεατής αναρωτιέται πια στάση θα κρατήσει η Μιλένα απέναντι στα γεγονότα τα οποία ήρθαν και αναστάτωσαν τη ζωή της. Τι θα επιλέξει να κάνει; Θα πράξει το σωστό; Και ποιο είναι το σωστό εν τέλει;

Ένα συγκλονιστικό δράμα για τις πληγές που άφησε ο εμφύλιος πόλεμος στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Η πρώτη σκηνοθετική δουλειά της μεγάλης σερβίδας ηθοποιού, Μιριάνα Καράνοβιτς, είναι αρκετά ικανοποιητική. Αν και στο πρώτο μέρος είναι κάπως φλύαρη, στο δεύτερο με την ένταση του δράματος, η ταινία γίνεται πιο σφιχτή και πιο δυνατή ενώ τα ηθικά διλήμματα κυκλώνουν την ηρωίδα και καλείται να πάρει θέση. Και, πιστέψτε με, δεν είναι καθόλου εύκολο. (Ματιές στα Βαλκάνια)

ember_1

«Στάχτες» (Ember), σκηνοθεσία: Ζεκί Ντεμιρκουμπούζ

Η Εμινέ, προσπαθεί να τα βγάλει πέρα, έχοντας μείνει μόνη με το παιδί της αφού ο άντρας της, ο Τζεμάλ έχει πάει στη Ρουμανία αναζητώντας καλύτερη τύχη. Δουλεύει στη βιοτεχνία του Ζίγια, παλιού αφεντικού του Τζεμάλ, με τον οποίο ο τελευταίος είχε παρεξηγηθεί. Ο Ζίγια δείχνει ιδιαίτερη συμπάθεια στην Εμινέ, της συμπαραστέκεται στα οικονομικά της προβλήματα και της εξομολογείται πως είναι ερωτευμένος μαζί της. Όμως όταν επιστρέφει ο Τζεμάλ, ο Ζίγια απομακρύνεται από αυτήν και μάλιστα, του δίνει μια καλή θέση στην επιχείρησή του. Όμως ο Τζεμάλ δεν μπορεί να ξεπεράσει τη ζήλια του.

Ένα πολύ δυνατό ψυχολογικό δράμα χαρακτήρων και σχέσεων από το σκηνοθέτη ο οποίος τιμήθηκε φέτος από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο Ντεμιρκουμπούζ σκηνοθετεί αργά, τα πλάνα του είναι μακρόσυρτα και υποβλητικά. Αναδεικνύει με επιτυχία τις  ψυχολογικές μεταπτώσεις των ηρώων του δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα αβεβαιότητας και άγχους. Η Εμινέ αντιπροσωπεύει μια γυναίκα η οποία αποζητά την ασφάλεια. Ο Τζεμάλ από την άλλη αντιπροσωπεύει εκείνον τον άνδρα ο οποίος αισθάνεται ανασφαλής και ζηλεύει τη γυναίκα του. Ο Ζίγια τέλος, είναι ένας άνθρωπος που σέβεται και βιώνει μόνος τον έρωτά του.

Μέσα από αυτό το ερωτικό τρίγωνο ο σκηνοθέτης επιχειρεί να εξερευνήσει τις ανθρώπινες σχέσεις, με μια ταινία η οποία μπορεί να είναι τοποθετημένη στην Τουρκία αλλά, με κάποιες αλλαγές, θα μπορούσε να αναφέρεται σε οποιαδήποτε χώρα.

Κάπως βαριά ταινία αλλά βαθιά στοχαστική και εύστοχη. Είναι εκείνο το σινεμά που απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή και του δίνει το χρόνο να σκεφτεί, να ερμηνεύσει και όχι μόνον να παρακολουθήσει τη δράση. (Ματιές στα Βαλκάνια)

ΕΤΕΡΟΣ ΕΓΩ Feelgood entertainment

«Έτερος εγώ», σκηνοθεσία: Σωτήρης Τσαφούλιας

Ο Δημήτρης Λαΐνης διδάσκει εγκληματολογία στο πανεπιστήμιο. Ενώ ο πατέρας του βρίσκεται σε κώμα στο νοσοκομείο, ο Λαΐνης αναλαμβάνει να βοηθήσει με τις γνώσεις του την αστυνομία στην ανακάλυψη ενός κατά συρροή δολοφόνου. Όταν να πιάσει την άκρη του νήματος θα αρχίσει να οδηγείται στο παρελθόν και όλα να μοιάζουν με μια υπόθεση εκδίκησης.

Μια ταινία αστυνομικού μυστηρίου, κάτι όχι τόσο συνηθισμένο για την ελληνική κινηματογραφία. Ο σκηνοθέτης συνδέει τη λύση του γρίφου με τον Πυθαγόρα και με τα Μαθηματικά, μέσα από ένα άκρως ενδιαφέρον σενάριο. Μάλιστα βοήθησε στη συγγραφή του και ο γνωστός μαθηματικός-συγγραφέας, Τεύκρος Μιχαηλίδης.

Μπορεί όλα αυτά τα μαθηματικά και οι αρχαίες ρήσεις που συνδυάζονται ώστε να φτάσουμε στη λύση του μυστηρίου να είναι κάπως πολύπλοκα αλλά η όλη δράση η οποία απλώνεται μπροστά στα μάτια του θεατή, κυριαρχεί και μαγνητίζει το θεατή. Η σκηνοθεσία είναι γρήγορη, κοφτή, χωρίς περιττολογίες. Η ταινία σε όλα τα τεχνικά σημεία παίρνει άριστα. Θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για ένα διαμάντι του ελληνικού κινηματογράφου εάν δεν υπήρχε εκείνη η σεναριακή πολυπλοκότητα, όπως προαναφέρω. Γιατί το σινεμά είναι εικόνες που τρέχουν και ό,τι φεύγει, πάει, έφυγε. Δεν είναι βιβλίο που ανατρέχεις, σταματάς, σκέφτεσαι, αντιλαμβάνεσαι και συνεχίζει. Δύσκολο εγχείρημα με πολλά θετικά που αν μη τι άλλο, δείχνει πως ο Τσαφιούλιας μπορεί, «το έχει», που λέμε. (Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου)

V63A9928.CR2

«Σιωπηρό πάθος» (A quiet passion), σκηνοθεσία: Τέρενς Ντέιβις

Βιογραφική ταινία η οποία αναφέρεται στη ζωή της μεγαλύτερης αμερικανίδας ποιήτριας και μιας από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως, της Έμιλι Ντίκινσον. Ο σκηνοθέτης παρακολουθεί τη ζωή της Ντίκινσον από τα νεανικά της χρόνια, καταγράφοντας τις σχέσεις της με την οικογένειά της, το ανυπότακτο πνεύμα της, την αγάπη της για την ποίηση και φτάνει μέχρι το θάνατό της.

Πόσο κοντά πρέπει να είναι κάποιος σκηνοθέτης για να μπορέσει να αποδώσει, όχι τόσο τη ζωή, όσο εκείνο το εσωτερικό πάθος που οδηγεί έναν άνθρωπο να ακολουθήσει τους φλογισμένους δρόμους της Ποίησης; Φαίνεται πως ο Τέρενς Ντέιβις λατρεύσει το έργο της Ντίκινσον, έχει κατανοήσει πλήρως τους ρυθμούς και τους αναστεναγμούς των στίχων της και τις δονήσεις οι οποίες έρχονται μέσα από τους συνδυασμούς των λέξεων. Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε τούτο το σπαρακτικό φιλμ, το οποίο αν και στο επίκεντρό του έχει κυρίως τη ζωή της Έμιλι Ντίκινσον και όχι την ποίησή αυτή καθαυτή, εν τούτοις, ο Τέρενς Ντέιβις κατορθώνει να εξορύξει από τα βάθη της καθημερινότητας, την καρδιά της ποιητικής δημιουργίας.

Εξ όλων αυτών συνάγεται το συμπέρασμα, πως η Ποίηση της Έμιλι Ντίκινσον ήταν η ζωή της, ήταν αυτό ακριβώς αποκαλούμε «ζην ποιητικώς». Κι όμως η ταινία του Ντέιβις δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνου που αποκαλούμε «ποιητικό κινηματογράφο». Είναι μια ταινία βιογραφική, αφηγηματική, κατακλυσμένη από την ποιητική προσωπικότητα της μεγάλης αμερικανίδας ποιήτριας.

Για την ιστορία αναφέρουμε πως η Έμιλι Ντίκινσον γεννήθηκε το 1830 και πέθανε το 1886. Πέρασε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της στο πατρικό της σπίτι ενώ τα ποιήματά της έγιναν γνωστά μετά το θάνατό της.

Πριν κλείσω θα ήθελα να αναφερθώ στις ερμηνείες των ηθοποιών οι οποίες αγγίζουν την τελειότητα. (Ειδικές προβολές)

big_big_world_1

«Μέγας ο κόσμος» (Koca dunya), σκηνοθεσία: Ρεχά Ερντέμ

Ο Αλί μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο ενώ η αδελφή του, Ζουχάλ, η οποία είναι ανήλικη έχει δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια.  Ο Αλί προσπαθεί να τη συναντήσει αλλά δεν τον αφήνουν. Όταν μαθαίνει πως ο ανάδοχος πατέρας σχεδιάζει να την παντρευτεί, ως δεύτερη γυναίκα του, εισβάλει στο σπίτι, επιτίθεται στον άνδρα και παίρνει τη Ζουχάλ. Τα δυο παιδιά καταφεύγουν μακριά, μέσα σε ένα δάσος περιμένοντας να ξεχαστεί το γεγονός. Εκεί, μέσα στους ήχους τους δάσους, τους ρυθμούς της φύσης και κάποια παράξενα φαινόμενα τα αδέλφια προσπαθούν να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Όσο περνά ο καιρός και όσο κρύβονται, αρχίζουν να μοιάζουν με αγρίμια. Μια μέρα η Ζουχάλ αιμορραγεί και ο Αλί τρομοκρατημένος την πηγαίνει στο νοσοκομείο.

Όλα ξεκινούν από ένα κοινωνικό πρόβλημα που υπάρχει στην Τουρκία. Εκείνο της πολυγαμίας η οποία ενώ είναι παράνομη εφαρμόζεται από κάποιους μουσουλμάνους, γεγονός που καλύπτεται από μυστικότητα. Στη συνέχεια η ταινία αποκτά μια ποιητική διάσταση, χωρίς πολλά λόγια αλλά περισσότερο με εικόνες και ήχους. Τα δυο παιδιά ζουν με τους ρυθμούς της φύσης και το δάσος τους προσφέρει καταφύγιο από τον έξω κόσμο. Μόνο που ο έξω κόσμος υπάρχει και είναι πάντοτε απειλητικός.

Ο Ρεχά Ερντέμ, με αυτήν την ποιητική ταινία αφενός δίνει το κοινωνικό του στίγμα αφετέρου αναδεικνύει τη δύναμη της αδελφικής αγάπης και τη ανάγκη, αυτού που λέμε, οικογενειακό δεσμό. Κι όταν υπάρχει αυτός τότε οποιοσδήποτε τόπος μπορεί να γίνει το «σπίτι» μας. Πάντοτε όμως καραδοκεί η απειλή.

Τρυφερή και συνάμα σκληρή ματιά σε μια ταινία υπνωτιστική η οποία οδηγεί μέσα στην καρδιά της φύσης αλλά και επώδυνη όταν αναγκάζεσαι να βρεθεί στον αληθινό κόσμο, ο οποίος, κατά πως φαίνεται είναι ένας κόσμος φτιαχτός και εχθρικός. Ακόμη μια πολύ καλή ταινία από τη γειτονική μας Τουρκία. (Ματιές στα Βαλκάνια)

la-danseuse 

«Η χορεύτρια» (La Danseuse), σκηνοθεσία: Στεφανί ντι Τζιουστό

Μετά από τη δολοφονία του πατέρα της, μια κοπέλα φεύγει από την επαρχιακή κωμόπολη που ζούσε και πηγαίνει στη Νέα Υόρκη, να ζήσει μαζί τη μητέρα της η οποία είναι μέλος μια ηθικολογικής χριστιανικής σέχτας. Το όνειρό της να γίνει μεγάλη καλλιτέχνις την ακολουθεί. Οι ιδέες της αρχίζουν να βρίσκουν ανταπόκριση αλλά μόνο στο Παρίσι πιστεύει πως θα μπορέσει να κάνει την καριέρα που επιθυμεί. Εκεί, χάρις στην επιμονή της, θα καταφέρει να μπει σε ένα διασκεδαστικό σόου και στη συνέχεια να κατακτήσει την Όπερα του Παρισιού.

Αυτήν είναι η υπόθεση της ταινίας με την οποία το 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποχαιρέτησε τους φίλους του. Ο λόγος για την ταινία «Η χορεύτρια» της Στρεφανί ντι Τζιουστό, η οποία προβλήθηκε μετά από την απονομή των βραβείων και την τελετή λήξης του φεστιβάλ.

Είναι η ιστορία της ζωής της Λόι Φούλερ, μιας μεγάλης χορεύτριας που έζησε στην Μπελ Επόκ. Με την παρουσία της και το έργο της καθιέρωσε το χορό ως τέχνη. Όμως το σώμα της ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα αφού η εκτέλεση της χορογραφίας της από την ίδια, απαιτούσε να φορά ένα πολύ μεγάλο και βαρύ κομμάτι ύφασμα. Ενθουσιώδης, επίμονη αλλά και βασανισμένη στην προσωπική της ζωή η Φούλερ, άρχισε να νιώθει πως όλα πλησίαζαν στο τέλος τους, μετά τη γνωριμία της με την Ισιδώρα Ντάνκαν. Η μεγάλη χορεύτρια η οποία ήταν μαθήτρια και ευνοούμενή της, αντιπροσώπευε όλα εκείνα που πλέον αδυνατούσε να υλοποιήσει η Λόι Φούλερ.

Στη βιογραφική ταινία της Στεφανί ντι Τζιουστό παρακολουθούμε το μεγάλο αγώνα που έδωσε μια γυναίκα ώστε να καταφέρει από τη λάσπη και τη βία της μικρής αμερικανικής κωμόπολης να φτάσει στην Όπερα του Παρισιού.

Η σκηνοθέτιδα αφηγείται την αληθινή ιστορία της Φούλερ, ενός ειδώλου του μοντερνισμού, δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στην προσωπική της ζωή και στις σχέσεις της με τους ανθρώπους που την αγάπησαν και τη στήριξαν. Εξετάζει διεξοδικά το χαρακτήρα και την προσωπικότητά της. Αναδεικνύει τη δύναμη της ψυχής της, τα όνειρα και τις επιθυμίες της αλλά και την ευγένεια και τη σεμνότητά της. Προσωπικά δε γνωρίζω εάν όλα αυτά είναι όπως παρουσιάζονται, προφανώς η σκηνοθέτιδα βασίζεται σε κάποιες πηγές, αλλά αυτό που προσλαμβάνει ο θεατής είναι πως η Φούλερ ήταν ένας άνθρωπος που αφιερώθηκε στην τέχνη της και ποτέ δεν πρόδωσε τους φίλους της. Ένας άνθρωπος που ήθελε τον έρωτα αλλά δεν ήξερε πώς να τον πάρει. Ένας άνθρωπος εν τέλει, που άνοιξε δρόμους στην τέχνη και ιδιαίτερα στο χορό.

Ταινία εποχής σκηνοθετημένη με λεπτότητα και τακτ. Αλλά και με στιβαρότητα δίνοντας μεγάλη σημασία στις λεπτομέρειες και στον αφηγηματικό ρυθμό. Η Σοκό (ψευδώνυμο της ηθοποιού, τραγουδίστριας και μουσικού, Στεφανί Σοκολινσκί), η οποία ερμηνεύει τη Φούλερ, προσεγγίζει το ρόλο της με αποφασιστικότητα αλλά και με σεβασμό στο πρόσωπο που υποδύεται. Ρόλος δύσκολος ο οποίος απαιτεί από την ηθοποιό να ανταποκριθεί στις συχνές κι απότομες μεταπτώσεις μιας ηρωίδας, από τον ενθουσιασμό στην απογοήτευση, από την αποφασιστικότητα στην υποχώρηση, από το πάθος στο συμβιβασμό. (Ειδικές προβολές – Ταινία λήξης)

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s