Δ.Ε.Θ.: Ήταν κάποτε ένα πανηγύρι

(αναδημοσίευση από το http://www.stokokkino.gr)

%ce%bf-%ce%b3%cf%8d%cf%81%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%b8%ce%b1%ce%bd%ce%ac%cf%84%ce%bf%cf%85

του Στράτου Κερσανίδη

Την ξέραμε απλά, ως Έκθεση. Και μέσα στο παιδικό μας μυαλό ήταν το μεγάλο γεγονός που συνέβαινε κάθε χρόνο στη Θεσσαλονίκη, αυτό που περιμέναμε όλοι μας για να γεμίσουμε εικόνες τις οποίες θα μοιραζόμασταν στη συνέχεια μεταξύ μας.

Η αλήθεια είναι πως η Έκθεση, που τότε διαρκούσε 20 ολόκληρες ημέρες, ήταν ΤΟ γεγονός για την πόλη. Και όχι μόνο για εμάς τα παιδιά αλλά και για τους μεγαλύτερους. Και δεν αναφέρομαι σε εκείνους που είχαν επιχειρηματικό ενδιαφέρον για τη διοργάνωση -άλλωστε στον κύκλο μας δεν υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι- αλλά στους γονείς μας, τους συγγενείς, τους οικογενειακούς φίλους. Και όταν έφτανε η μεγάλη μέρα της επίσκεψης στην Έκθεση, που συνήθως ήταν κάποια Κυριακή, στο σπίτι επικρατούσε από το πρωί αναβρασμός. Κάποιες σκόρπιες και αμυδρές μνήμες έρχονται στο νου μου για να ανασυνθέσουν εικόνες και αισθήσεις εκείνης της γλυκιάς απαντοχής.

Κι ύστερα ερχόταν η ώρα της αναχώρησης. Με το λεωφορείο φυσικά, αφού ιδιωτικό αυτοκίνητο τότε διέθεταν μόνον κάποιοι που η οικονομική τους επιφάνεια το επέτρεπε.

Η άφιξη έμοιαζε με θριαμβευτική είσοδο ανάμεσα στον πολύ κόσμο και τους διάφορους μικροπωλητές. Κι ύστερα άρχιζε ο περίπατος που πρώτα – πρώτα περιελάμβανε επίσκεψη στα διάφορα περίπτερα των κρατών. Ένας κόσμος άγνωστος και γοητευτικός απλωνόταν μπροστά στα μάτια μας. Εκεί βλέπαμε διάφορα θαυμαστά επιτεύγματα της επιστήμης που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι στο εξωτερικό αλλά για τους περισσότερους Έλληνες αποτελούσαν μακρινό όνειρο, αφού μόνον εκείνοι που αποκαλούσαμε “πλούσιους”, είχαν τη δυνατότητα να απολαμβάνουν στο σπίτι τους τα αγαθά της προόδου.

Επισκεπτόμασταν τα περίπτερα των μεγάλων χωρών όπως της Δυτικής Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, των ΗΠΑ αλλά της Ανατολικής Γερμανίας, της Γιουγκοσλαβίας, της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό που συνέβαινε με τα εκθέματα των εθνικών περιπτέρων, ήταν ένας μικρός “ψυχρός πόλεμος”, ένας προπαγανδιστικός ανταγωνισμός, αλλά όλα αυτά ήσαν πράγματα άγνωστα τότε για μένα. Άρχισα να τα αντιλαμβάνομαι μερικά χρόνια αργότερα, όταν όμως η Έκθεση είχε αρχίσει να αλλάζει και δεν ήταν σαν άλλοτε.

Στη μνήμη μου υπάρχει μια εικόνα που με είχε εντυπωσιάσει και έμεινε βαθιά κρατημένη μέσα μου, η μόνη που κράτησα τόσο καθαρή. Ένας δορυφόρος, ο οποίος είχε σταλεί στο διάστημα και αφού εξετέλεσε την αποστολή του, βρισκόταν τώρα εκτεθειμένος μπροστά στα μάτια των επισκεπτών της Έκθεσης. Τον κοιτούσα, υποθέτω, με ανοιχτό το στόμα ενώ οι ερωτήσεις έφευγαν βροχή κι ο πατέρας μου προσπαθούσε να μου δώσει απαντήσεις για όλα. Έχω την εντύπωση πως το εντυπωσιακό έκθεμα ήταν στο περίπτερο της ΕΣΣΔ χωρίς να είμαι 100% σίγουρος.

Μετά από 1-2 ώρες περπάτημα στα περίπτερα ήταν η ώρα του λούνα παρκ. Γιατί τότε η έκθεση ήταν ένα μεγάλο λούνα παρκ, με κάθε λογής παιχνίδια και θεάματα. Συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, κρίκους, σκοποβολή, το Σπίτι του Τρόμου, μύλος, καρουσέλ και πολλά πολλά άλλα. ΄Όμως εμένα το αγαπημένο ήταν ο Γύρος του Θανάτου. Το θέαμα εκτυλισσόταν εντός ενός τεράστιου βαρελιού. Ανεβαίναμε από τις σκάλες που βρισκόταν στο εξωτερικό του μέρος και φτάναμε στο επάνω μέρος του, στο χείλος. Εκεί οι θεατές στεκόταν γύρω – γύρω κοιτάζοντας το εσωτερικό του βαρελιού περιμένοντας την έναρξη του εντυπωσιακού θεάματος. Στον πάτο βρισκόταν μία ή δύο μοτοσικλέτες που περίμεναν τους αναβάτες τους οι οποίοι εμφανιζόταν από μια πόρτα, έβαζαν μπρος τις μηχανές -που θυμάμαι έκαναν τρομερό θόρυβο- και άρχιζαν αναπτύσσοντας ταχύτητα να ανεβαίνουν στα πλευρά του βαρελιού και να στριφογυρίζουν μανιασμένα. Οι μοτοσικλέτες διασταυρώνονταν και οι αναβάτες τους ενώ οδηγούσαν έκαναν ταυτόχρονα και διάφορα ακροβατικά. Άλλοτε υπήρχαν δύο αναβάτες σε μία μηχανή με τον έναν να οδηγεί και τον άλλον να κάνει διάφορα επικίνδυνα κόλπα. Θυμάμαι πως τουλάχιστον μία φορά το πρόγραμμα περιελάμβανε και ένα μικρό αυτοκίνητο τύπου φόρμουλα, το οποίο μαρσάριζε μανιασμένα στριφογυρίζοντας μέσα στο βαρέλι με τους θεατές να κοιτούν εκστασιασμένοι.

Γεμάτος εικόνες, χαρούμενος και κουρασμένος, κρατώντας τη μητέρα μου από το χέρι και τον πατέρα μου να κουβαλά στην αγκαλιά τον εξουθενωμένο μικρότερό μου αδελφό, παίρναμε το δρόμο για τα σημεία που πουλούσαν τα ονομαστά λουκάνικα και την περίφημη μαύρη μπίρα. Σάντουιτς με λουκάνικο για όλους -σήμερα τα λένε χοτ ντογκ- και μαύρη μπίρα για τους μεγάλους, ήταν ό,τι χρειαζόμασταν πριν πάρουμε το δρόμο της επιστροφής.

Είχε ήδη πέσει το σκοτάδι, τα περίπτερα έκλειναν στις 9, ο κόσμος αραίωνε και το γλυκό φθινοπωρινό αεράκι δρόσιζε τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα των μικρών και μεγάλων επισκεπτών της Έκθεσης.

Πάνε πάνω από 30 χρόνια που έχω να την επισκεφθώ. Ανήκω σε μια γενιά δογματικών νοσταλγών του πανηγυριού των δεκαετιών του 1960 και του 1970, και δεν μπορώ να συμβιβαστώ με κάτι που δεν έχει μαύρη μπίρα και γύρο του Θανάτου!

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s