“Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΡΕΜΠΡΑΝΤ”

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 13/12/2015)

rebrant

Ποια είναι η πραγματικότητα;

Η εποχή μας, ούτως ή άλλως, χαρακτηρίζεται από την αμφιβολία. Ζούμε εντός ενός διαρκούς ερωτηματικού περί της γνησιότητας και της πλαστότητας που αλληλοσυμπληρώνονται, τέμνονται ή εφάπτονται.
“Είναι για μένα μια ταινία ορόσημο. Μια ταινία που οι εικόνες της γεννούν νοήματα. Δεν είναι τα νοήματα που γέννησαν εικόνες”, λέει ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, ένας από τους αγαπημένους μου σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, ο οποίος σκηνοθετεί την 17η ταινία του, “Η κόρη του Ρέμπραντ”.
Η αφρόκρεμα αθηναϊκής κοινωνίας δεξιώνεται εαυτόν στους κήπους μιας πολυτελούς έπαυλης. Και ενώ η χάι σοσάιτι ακκίζεται, κομπορρημονεί και αερολογεί, ένας πολύτιμος πίνακας αναζητείται. Πρόκειται για έναν πίνακα άγνωστό και ίσως ανύπαρκτο (!) ο οποίος όμως απασχολεί την ομήγυρη. Τι πραγματικά συμβαίνει;
“Είναι μια ταινία αστεία και μαζί μελαγχολική”, συνεχίζει ο σκηνοθέτης. “Αυτός είναι ο λόγος που την αφιερώνω στους αδελφούς Μαρξ αλλά και στο Λουίς Μπουνιουέλ και τον Τσέχοφ. Άλλη μια ταινία μου αταξινόμητη”, συμπληρώνει, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος.
Η ταινία, όπως διαβάζουμε, είναι κωμωδία αλλά και ταινία μυστηρίου, είναι μια πολιτική αλληγορία με αστεία και μελαγχολικά στοιχεία. Είναι, δηλαδή, μια ταινία του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ο οποίος τολμά να “παίξει” με το αστυνομικό μυστήριο και το χιούμορ συντρίβοντας τη σοβαροφάνεια και μέσα από αυτό προσεγγίζει τον παραλογισμό της πραγματικότητας, χαρακτηριστικό μιας εποχή στην οποία δεν μπορείς να ξεχωρίσεις το γνήσιο από το πλαστό.
Για την ταινία, τα γυρίσματα της οποίας ολοκληρώθηκαν το καλοκαίρι του 2014. ο σκηνοθέτης, Νίκος Παναγιωτόπουλος, συμπληρώνει: “Ήθελα να κάνω μια κωμωδία. Μια ταινία της απόλαυσης.
Νομίζω ότι τα φεστιβάλ κινηματογράφου, κατέστρεψαν τον κινηματογράφο. Οι ταινίες γίνονται για να αρέσουν στους διευθυντές των φεστιβάλ. Εγώ θέλω να κάνω ταινίες που ν’ αρέσουν σε μένα.
Η ταινία μ’ έναν τρόπο, μοιάζει με τους ‘Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας’. Αν έκανα σήμερα τους ‘Τεμπέληδες’ θα τους έκανα κάπως έτσι. Οι ταινίες μου είναι ακραίες. Δεν μου αρέσει η σιγουριά αυτού που έχω ήδη κατακτήσει. Καλύτερη μια μεγαλοπρεπής αποτυχία από μια μίζερη επιτυχία. Στις ταινίες μου μ’ αρέσει ν’ ανακατεύω ηθοποιούς ποιοτικούς (δεν μ’ αρέσει καθόλου αυτός ο όρος), με ηθοποιούς εμπορικούς (ούτε κι’ αυτός ο όρος μ’ αρέσει). Αν οι ίδιοι δεν δυσανασχετούν απ’ αυτή τη σύμπραξη, τι λόγος πέφτει στους κριτικούς και στους σινεφίλ. Γυρίζω συνεχώς ταινίες όπως οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν κάθε μέρα, οι συγγραφείς γράφουν κάθε μέρα, όπως οι εργάτες πηγαίνουν στη δουλειά τους κάθε μέρα».
Σ. Κ.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s