«Η ΘΕΣΗ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 27/9/2015)

posto

Για μια θέση μέσα στο μηχανισμό

του Στράτου Κερσανίδη

Το πολιτικό και οικονομικό σύστημα αποτελεί έναν μηχανισμό, ο οποίος εργάζεται ακατάπαυστα, με σκοπό την επίτευξη των στόχων του ο οποίος είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων της άρχουσας τάξης, δημιούργημα της οποίας είναι ο εν λόγω μηχανισμός.
Για την αποδοτική του λειτουργία όμως, χρειάζονται και τα κατάλληλα εξαρτήματα τα οποία στην προκειμένη περίπτωση είναι οι άνθρωποι. Εδώ, λοιπόν, υπεισέρχεται ο Μαρξισμός και έννοιες όπως κεφάλαιο, κέρδος, εργασία, ικανοποίηση αναγκών, υπεραξία, αλλοτρίωση κλπ., οι οποίες δεν είναι παρά η ίδια η πραγματικότητα κάτω από το πρίσμα της οικονομικής επιστήμης.
Ο Ερμάνο Όλμι (1931-) γύρισε το 1961 τη δεύτερή του ταινία «Η θέση» (Il posto) η οποία κατατάσσεται στον ιταλικό νεορεαλισμό. Το τέλος -συμβολικά φυσικά- του εν λόγω κινηματογραφικού ρεύματος σηματοδοτείται το 1954 με την ταινία «Λα στράντα» του Φεντερίκο Φελίνι η οποία αποτελεί το πέρασμα στο “σινεμά του δημιουργού”. Εν τούτοις ο Όλμι γυρίζει το βλέμμα του μερικά χρόνια πίσω και επιχειρεί ένα είδος αναβίωσης του νεορεαλισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το θεωρητικό του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, «είναι κατ’ αρχήν ένα είδος ουμανισμού και μόνο δευτερευόντως είναι κινηματογραφικό στιλ».
Έτσι, στη «Θέση», ο Ερμάνο Όλμι με διεισδυτικότητα αποτυπώνει την κοινωνική κατάσταση στην Ιταλία και το όνειρο των ανθρώπων να εξασφαλίσουν μια μόνιμη δουλειά. Είναι μια εποχή για τη γειτονική χώρα, κατά την οποία σημειώνονται σημαντικές αλλαγές με την οικονομία να ανακάμπτει και να αναπτύσσεται. Δημιουργούνται θέσεις εργασίας, με εκείνες που προσφέρουν οι μεγάλες εταιρίες να θεωρούνται ως οι καλύτερες.
Μέσα σε αυτό το κάδρο ο ιταλός σκηνοθέτης τοποθετεί τον ήρωά του, τον 19χρονος Ντομένικο, ο οποίος παίρνει μέρος σε ένα διαγωνισμό για θέσεις εργασίας που προκηρύσσει μια μεγάλη ιδιωτική εταιρία στο Μιλάνο. Οι γονείς του τον παροτρύνουν να πάει επειδή εάν προσληφθεί θα έχει μόνιμη δουλειά. Τη μέρα των εξετάσεων ο Ντομένικο γνωρίζεται με τη Μανγκαλί η οποία επίσης διεκδικεί μια θέση εργασίας. Προσλαμβάνονται και οι δύο, ο Ντομένικο ως προσωρινός κλητήρας μέχρι να βρεθεί μια καλύτερη θέση και η Μανγκαλί ως δακτυλογράφος αλλά βρίσκονται σε διαφορετικά κτίρια. Η ταινία παρακολουθεί την καθημερινότητα του νεαρού στην εταιρία, την επιθυμία του να συναντήσει την κοπέλα και την προσπάθειά του να συμβιβαστεί με το εργασιακό του περιβάλλον.
Ένα περιβάλλον στεγνό, συμβατικό, παγερό. Βλέπουμε μεγάλους διαδρόμους με πόρτες δεξιά κι αριστερά, γραφεία τοποθετημένα με απόλυτη τάξη στη σειρά κι ανθρώπους να εργάζονται σχεδόν σιωπηλοί, ανταλλάσσοντας μόνο λίγες κουβέντες μεταξύ τους. Είναι ένα σύγχρονο εργασιακό περιβάλλον, στο οποίο οι άνθρωποι αποτελούν τα γρανάζια μια τεράστιας μηχανής, ενός Λεβιάθαν που τους καταπίνει και τους αλλοτριώνει, επειδή μόνον έτσι τους καθιστά “αποδοτικούς”. Κι όμως, τα γρανάζια εξακολουθούν να διατηρούν τις ανθρώπινες ιδιότητές τους, είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά και πάνω απ’ όλα, με επιθυμίες και όνειρα. Από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας είναι όταν ο Όλμι μας δείχνει μερικά στιγμιότυπα από τις ζωές των συναδέλφων του Ντομένικο, εκτός εργασίας. Ο ίδιος αναζητά τη Μανγκαλί, κάποιος άλλος τραγουδά όπερες, ένας τρίτος γράφει κρυφά ένα μυθιστόρημα. Αυτός είναι ένας καθημερινός αγώνας, ένας προσωπικός αγώνας των απλών γενναίων ανθρώπων οι οποίοι εργάζονται σε μια εταιρία, εναντίον της υποταγής και της αλλοτρίωσης, ώστε να παραμείνουν άνθρωποι.
Μια ταινία ευαίσθητη που κυλάει με τρυφερότητα. Μια ταινία η οποία διαθέτει μια απλή, σχεδόν ανύπαρκτη αφηγηματική δράση. Δε συμβαίνει τίποτε το συνταρακτικό απλώς οι άνθρωποι κινούνται μέσα στο περιβάλλον τους, ζουν, υπομένουν και ονειρεύονται. Οπωσδήποτε όμως αυτό το οποίο κυριαρχεί, αυτό το οποίο δίνει τον τόνο δεν είναι οι άνθρωποι αλλά ο μηχανισμός αλλοτρίωσής τους. Το αδηφάγο τέρας του κέρδους το οποίο τους μετατρέπει, εκόντες άκοντες, σε υποταγμένους εργάτες οι οποίοι δουλεύουν για να επιβιώσουν. Κι αυτό που μένει, μέσα στους μεγάλους διαδρόμους της γραφειοκρατικής μηχανής με τις πόρτες που ανοιγοκλείνουν, είναι η συντροφικότητα των εργαζόμενων, τα βλέμματα που ανταλλάσσουν, η αλληλεγγύη που δείχνουν. Ακόμη, αν θέλετε και οι μικρές βλέψεις και φιλοδοξίες, όπως φαίνεται στην αντίδραση ενός υπαλλήλου, όταν ο νεότερός του Ντομένικο τοποθετείται σε καλύτερη, χωροταξικά, θέση από αυτόν.
Αυτή, εν τέλει, είναι η ιστορία του Ντομένικο και χιλιάδων ανθρώπων σαν αυτόν. Ενός νέου που θέλει να εκπληρώσει το μικροαστικό του όνειρο, μιας μόνιμης εργασίας. Ενός νέου που συρρικνώνει τα θέλω του για να γίνει δεκτός στο μηχανισμό. Ενός νέου που χάνει τον έρωτα πριν ακόμη προλάβει να τον αγγίξει.
Το εξαιρετικό αυτό φιλμ κέρδισε το βραβείο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1961.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s