Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση

Το Σάββατο 9 Μαϊου 2015, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στη Θεσσαλονίκη, παρουσιάσαμε -η Έλσα Σπυριδοπούλου κι εγώ- το βιβλίο της Μαρίας Πετρίτση, «Ο άνθρωπος που ήθελε να γίνει Ευγένιος στη θέση του Αρανίτση».

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τα όσα είπα εκεί.

Έλσα Σπυριδοπούλου-Μαρία Πετρίτση-Στράτος Κερσανίδης

Έλσα Σπυριδοπούλου-Μαρία Πετρίτση-Στράτος Κερσανίδης

Αυτή είναι η ιστορία ενός εγκλεισμού.
Εκούσιου μεν, εγκλεισμού δε.
Γιατί όμως ένας άνθρωπος να επιλέξει τον εκούσιο εγκλεισμό του;
Τι είναι εκείνο που τον αναγκάζει να αποκοπεί από την καθημερινή του ζωή και να ζήσει μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του τρώγοντας μόνον μακαρόνια και φακές;
Ο εγκλεισμός έρχεται συνήθως ως αποτέλεσμα διάπραξης ενός αδικήματος. Και είναι ακούσιος, φυσικά. Ποιο όμως είναι το αδίκημα του ανθρώπου μας; Έχει συντελεστεί αδίκημα; Νιώθει ένοχος για κάτι και έχει αποφασίσει την αυτοτιμωρία του;
Αναζητώντας σελίδα-σελίδα, γραμμή-γραμμή ψήγματα ενοχής δεν ανακάλυψα τίποτε.
Το μόνο που υπάρχει είναι η αφορμή. Μια βουτιά σε συντριβάνι, προσαγωγή στην ασφάλεια κι αυτό ήταν. Ένας εσωτερικός πανικός. Κάτι σα χειροπέδες κλειδώνουν στο σβέρκο του, ναυτία και μια ταυτόχρονη διάθεση απομάκρυνσης. Ο άνθρωπός μας νιώθει μέσα του μια ανάγκη. Ένα διάλλειμα από την κοινωνία των ανθρώπων. Χρειάζεται «μια άλλη εκδοχή».

Έτσι εφοδιάζεται με τα απαραίτητα τρόφιμα, κλείνει την πόρτα πίσω του κι αφήνει απ’ έξω τη μέχρι τότε ζωή του. Ο κόσμος του συρρικνώνεται, περιορίζεται κι αρχίζει η αναζήτηση εκείνης της «άλλης εκδοχής».

aranitsis_cover

Αρχίζει ένα λαβυρινθώδες ταξίδι, μια καταβύθιση στις σκέψεις και τις επιθυμίες του. Ψηφίδες ενός παζλ που συμπληρώνεται αλλά δε μοιάζει να έχει τέλος, καθώς άλλοτε μεγαλώνει κι άλλοτε κάποια κομμάτια του είναι χαμένα.
Και η μνήμη μπαινοβγαίνει, δημιουργεί συνειρμούς, εμπλέκει συναισθήματα. Οι χαμένοι σε δυστύχημα γονείς και η Νταίζη αλλά και ο θείος Διονυσάκης, η Μέλπω το μέντιουμ.
Μνήμη άλλοτε σπαρακτική κι άλλοτε λυτρωτική. Εκεί που σε πονάει, σε ανακουφίζει. Είναι οι ρίζες, το «ανήκειν», η αίσθηση πως υπάρχει μια αρχή, μια συνέχεια. Αχ, η Νταίζη, η συνάντηση μαζί της, η αίσθηση της αθανασίας. Τα πάντα ιδανικά, η ιδανική προσωπική μας σκηνοθεσία. Αυτήν είναι η παράνοια του έρωτα. Κι όταν το αύριο γίνει σήμερα έρχεται η διαπίστωση της τεράστιας αυταπάτης. Οι γονείς και το παράλογο του θανάτου. Οι άνθρωποι είναι εδώ και ξαφνικά, απλά, δεν υπάρχουν. Όπως οι γονείς του που σκοτώθηκαν. Ο θάνατος παράλογος, αλλά δυστυχώς, όχι αυταπάτη.

Διαδρομές μέσα στο σπίτι. Μέτρημα βημάτων, ψηλάφισμα στον τοίχο, ένας κόκκινος βελούδινος καναπές. Τα άπλυτα πιάτα συσσωρεύονται στο νεροχύτη.

Οι σκέψεις διαχέονται, εκτοξεύονται προς πολλές κατευθύνσεις. Δεν ελέγχονται, λειτουργούν αυτοβούλως, οι σκέψεις αυτονομούνται. Οι ώρες περνούν, οι μέρες περνούν κι οι άνθρωποι γύρω γίνονται ο κόσμος. Κάποιοι είναι συμπαθείς, κάποιοι τον εκνευρίζουν. Να, όπως η δεσποινίδα Κουλίτσα, η διαχειρίστρια. Αντιπαθέστατη, θέλει να χώνει τη μύτη της παντού.
Όσο για την Ουκρανή και τον Αλβανό του διπλανού διαμερίσματος, τους γουστάρει πολύ. Φχαριστιούνται τον έρωτά τους φωναχτά, δεν κρύβονται. Ο συνταξιούχος περιπτεράς πηγαινοέρχεται, ο γιος του τον φροντίζει στοργικά. Οι γείτονες, οι καθημερινές τους συνήθειες, οι ήχοι της γειτονιάς. Η καθημερινή συντροφιά ενός ανθρώπου που αποφάσισε να γίνει έγκλειστος.
Παρατηρητής ή μάλλον μπανιστιρτζής. Αλλά αθώος, καλοπροαίρετος. Εντάξει κάποτε χωρίς να το θέλει κρίνει τα όσα βλέπει, αλλά χωρίς φανατισμό. Εκ του μακρόθεν. Τις περισσότερες φορές παρακολουθεί αποστασιοποιημένος, αδιάφορος. Σαν να νιώθει αηδία για όσα συμβαίνουν γύρω του. Είναι οι παρυφές του κόσμου που συνεχίζεται παραδίπλα. Στα επόμενα σπίτια, στους παραπέρα δρόμους, στην πόλη. Αηδία κι αποστροφή. Βαρεμάρα και μια αίσθηση ανούσιου. Μήπως γι’ αυτό έκλεισε την πόρτα πίσω του κι εξαφανίστηκε;
Καλά όλα αυτά αλλά ο άνθρωπος έχει κι ανάγκες. Ακόμη κι αν έχει επιλέξει τον εκούσιο εγκλεισμό. Χρειάζεται ελπίδες κι όνειρα. Χρειάζεται αγάπη.
Το όνειρο αντιπροσωπεύει η Σοφία Αλευροπούλου. Η όμορφη γειτόνισσα που καθημερινά επιδίδεται στο σπορ του απλώματος ρούχων. Στο πρόσωπό της ο άνθρωπός μας ανακαλύπτει ένα ενδιαφέρον. Τη θέλει, την ονειρεύεται, τη φαντασιώνεται. Είναι σαν ένα φωτεινό παράθυρο στη νύχτα.

Ένα φωτεινό παράθυρο, όνειρο. Αλλά εντάξει το όνειρο. Αλλά οι ελπίδες; Υπάρχουν; Είναι οι άνθρωποι φορείς ελπίδας; Εδώ ο άνθρωπός μας δεν έχει καταφατική απάντηση. Πως όμως να ζήσεις, έστω και εκουσίως έγκλειστος, χωρίς ελπίδα; Όχι, δε γίνεται, δεν είναι δυνατόν. Υπάρχει ελπίδα, είναι τα τρία σκυλιά που την έχουν αράξει απέναντι. Κι αν οι άνθρωποι είναι ακάθαρτοι, «τα ζώα είναι καθαρά. Σε κολλάνε αγνότητα όπως τα μωρά σε κολλάνε ιώσεις». Σε αυτά στρέφεται ο άνθρωπός μας, γι’ αυτά θα βγει έξω μία και μοναδική φορά μια νύχτα και θα την περάσει μαζί τους, αγκαλιά.
Κι όμως, δεν είναι εύκολος ο δρόμος της ελπίδας. Είναι γεμάτος κακοτοπιές, παγίδες, φόλες. Δύσβατος δρόμος, αλλά δρόμος που αξίζει να ρισκάρεις να τον διαβείς.

petr1

Ένας εγκλεισμός, λοιπόν. Κι ένας έγκλειστος. Εν τέλει αναρωτιέμαι αν στον αντίποδα του εγκλεισμού υπάρχει η ελευθερία. Λένε πως μπορείς να είσαι φυλακισμένος εκτός φυλακής και ελεύθερος εντός φυλακής. Μάλλον μια τέτοια ελευθερία αποζητούσε ο άνθρωπός μας, ήθελε να απομακρυνθεί από μια τοξική καθημερινότητα, από τοξικές σχέσεις.
Και έτσι αρχίζει μια αγκομαχητή αφήγηση – ψυχανάλυση.
Η συγγραφέας επιλέγει μια κλιμακωτή αφήγηση. Στην αρχή ελαφροπερπατάει. Πινελιές χιούμορ, ο αναγνώστης σκάει χαμόγελα. Το χιούμορ μαυρίζει, γίνεται σαρκαστικό. Ο άνθρωπος μας αυτοσαρκάζεται κι ύστερα φτάνει η ώρα που η αφήγηση γίνεται σχεδόν κυνική.
Σελίδα τη σελίδα αποκτά ταχύτητα, η αφήγηση επιταχύνει, η συγγραφέας πατάει γκάζι. Επιθυμίες, σκέψεις, μνήμες αλληλοσπαράσσονται, η αφήγηση μπαίνει σε σουρεαλιστικά μονοπάτια. Ο νους χύνεται, παφλασμός σκόρπιων σκέψεων. Ο άνθρωπός μας εισέρχεται σε ένα ντελίριο, η συγγραφέας τον καθοδηγεί σε έναν παραληρηματικό ρυθμό.
Οι λέξεις σκληραίνουν, γίνονται λεπίδια κοφτερά, η ανάσα γίνεται πιο γρήγορη, ο αναγνώστης αγκομαχάει μαζί με τον έγκλειστο, έγκλειστος κι αυτός στις σελίδες ενός βιβλίου το οποίο για να σε απελευθερώσει πρέπει να φτάσεις μέχρι την τελευταία σελίδα, μέχρι την τελευταία φράση: Ούτε κι αυτοί ήξεραν από το Μάρκο τι ζητούσαν…».
Φινάλε απότομο, φρένο, η ελπίδα πληγωμένη, κολοβή αλλά υπάρχει ακόμη.
Είναι μέσα στη δισκογραφία των σκύλων που είναι σαν ένα μανιφέστο ελευθερίας.
Οι σκέψεις απελευθερώνονται, ο άνθρωπός μας τις αποδεσμεύει κι εκείνες συναντούν μέσα στο βιβλίο σκέψεις ανθρώπων γνωστών, όπως ο Πάμπλο Νερούδα, ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Μπορίς Βιάν, ο Κωστής Παλαμάς κι άλλοι.
Αλλά κι ο Ευγένιος Αρανίτσης, βεβαίως, βεβαίως.
Αλλά πάνω απ’ όλους η Μαρία Πετρίτση η οποία καταφέρνει κάτι που προσωπικά μου φαίνεται πολύ δύσκολο. Γράφει σε πρώτο πρόσωπο, αφηγείται ως άνδρας.
Τελειώνοντας θα ήθελα να σας πω, πως θα ήθελα πολύ να γίνω Μαρία στη θέση της Πετρίτση.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s