«ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΕΚΑΤΣΕ Σ’ ΕΝΑ ΚΛΑΔΙ ΣΥΛΛΟΓΙΖΟΜΕΝΟ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΤΟΥ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 16/11/2014)

Κινηματογραφικά στιγμιότυπα

pigeon

Του Στράτου Κερσανίδη

Η ζωή μπορεί καμιά φορά να έχει πλάκα αλλά έχει και στιγμές τραγικές. Μια ιλαροτραγωδία είναι η ζωή και μπορείς να τη δεις από διάφορες πλευρές. Κάτι τέτοιο κάνει ο Ρόι Άντερσον με τις ταινίες του. Κεντράρει σε στιγμιότυπά της και χρησιμοποιώντας το χιούμορ αναδεικνύει την τραγικότητα της.
Η τριλογία του σουηδού σκηνοθέτη με θέμα τον άνθρωπο, η οποία ξεκίνησε το 2000 με «Τα τραγούδια από το δεύτερο όροφο» και συνεχίστηκε το 2007 με το «Εμείς οι ζωντανοί», ολοκληρώνεται το 2014 με την ταινία «Ένα περιστέρι έκατσε σε ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του» (En duva satt pa en gren och funderade pa tillvaron). Η εν λόγω ταινία, η οποία τιμήθηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας, έκανε πρεμιέρα στη χώρα μας την προπερασμένη Παρασκευή 7 Νοεμβρίου, στην τελετή λήξης του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.
Η ταινία ξεκινά με τρεις συναντήσεις με το θάνατο. Στην πρώτη, ένας άντρας πεθαίνει από καρδιακή προσβολή ενώ προσπαθεί να ανοίξει ένα μπουκάλι κρασί, με τη γυναίκα του να εξακολουθεί την ετοιμασία του δείπνου στην κουζίνα. Στη δεύτερη, μια ετοιμοθάνατη ηλικιωμένη γυναίκα κρατά σφιχτά στα χέρια της μια τσάντα γεμάτη κοσμήματα, με τους γιους της να αγωνίζονται για να την μεταπείσουν: «Δεν επιτρέπεται να πάρεις την τσάντα μαζί σου στον ουρανό, Μητέρα, εκεί θα πάρεις νέα κοσμήματα…». Στην τρίτη, ένας ταξιδιώτης κείτεται νεκρός στην καφετέρια του φέρι μποτ, ενώ είχε μόλις πληρώσει το γεύμα του. Η ταμίας ρωτάει: «Υπάρχει κάποιος που θέλει το γεύμα; Είναι δωρεάν!».
Κι ύστερα έρχεται η ώρα του Σαμ και του Τζόναθαν. Είναι δύο πωλητές παιχνιδιών, που «κάνουν τους ανθρώπους να γελούν», όπως πρόσθετα δόντια βαμπίρ, ένα σακουλάκι που γελά και μια μάσκα γεροφαφούτη. Οι δύο αυτοί χαρακτήρες, λειτουργούν ως συνδετικός κρίκος των διαφόρων περιστατικών που παρακολουθούμε. Περιστατικά που δεν είναι παρά στιγμιότυπα τα οποία συνθέτουν ένα παζλ της τραγωδίας αλλά και της γελοιότητας της ζωής. Ακολουθώντας αυτό που του αρέσει και γνωρίζει πολύ καλά να κάνει, δηλαδή το παράδοξο, σε συνδυασμό με ένα ψυχρό και κοφτερό χιούμορ, ο Άντερσον μας οδηγεί πέρα από το ρεαλισμό. Η κάμερά του δεν κινηματογραφεί πρόσωπα, κανείς ηθοποιός δεν κοιτάζει το φακό, αλλά παραμένει σταθερή σε γενικό πλάνο κι εκεί μέσα συμβαίνει η δράση. Και τι εννοώ λέγοντας δράση; Σκηνές εντελώς σουρεαλιστικές, συζητήσεις στα όρια του παράλογου, μέσα από τα οποία όμως αναδύεται μια πικρία, μια μοναξιά, μια μελαγχολία. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική αλλά ψηφιδωτή (υπάρχει τέτοια λέξη;) ακολουθεί μία τεθλασμένη η οποία κατά διαστήματα επανέρχεται εκεί από όπου ξεκίνησε. Αυτό είναι το σύμπαν της ταινίας, ο κόσμος του ανεκπλήρωτου και του επιθυμητού, ο κόσμος της παραξενιάς και της απόγνωσης. Εικόνες καθαρές σε αδιευκρίνιστο χώρο αλλά και χρόνο.
Το «Περιστέρι…» δεν είναι η καλύτερη ταινία του Ρόι Άντερσον. Οι θαυμαστές του –του υποφαινόμενου συμπεριλαμβανομένου- ίσως νιώσουν κάποια αμηχανία. Όχι διάψευση, αμηχανία, επειδή το «περιστέρι…» δεν ενθουσιάζει. Βέβαια μιλώ υποκειμενικά επειδή μπορεί κάποιοι άλλοι να μη νιώσουν αμηχανία και να ενθουσιαστούν. Κι αυτό επειδή πρόκειται για μια από εκείνες τις ταινίες που μπορεί και να προκαλέσουν συζητήσεις και διχογνωμίες. Είναι μια καλή ταινία που βλέποντάς την ο θεατής περνά καλά αλλά ταυτόχρονα είναι και μια ταινία που –υποκειμενικά πάντοτε μιλώντας- δεν προσφέρει τίποτε περισσότερο από μια εκατοντάλεπτη θέαση. Η προσωπική μου άποψη είναι πως η κριτική επιτροπή στο Φεστιβάλ Βενετίας την υπερεκτίμησε. Ξέρω πως θα υπάρξουν διαφωνίες για τα όσα υποστηρίζω αλλά θα υπάρξουν και συμφωνίες.
Νομίζω πως αξίζει να παραθέσω εδώ κάποιες απαντήσεις που έδωσε ο σκηνοθέτης σε συνέντευξή του στο cineuropa.org. Για το νόημα που κρύβει η ταινία, είπε:
«Η ένταση στις υφιστάμενες σχέσεις, μεταξύ σοβαρού και αστείου. Το ευρύ φάσμα της ζωής, της ύπαρξης. Για μένα, υπάρχουν τρία πράγματα που με απασχολούν και τα θεωρώ πολύ σημαντικά: Το ένα είναι η έλλειψη ενσυναίσθησης, γεγονός πολύ κακό ειδικά στις μέρες μας που οδηγεί στην διαρκώς αυξανόμενη έλλειψη σεβασμού. Το δεύτερο είναι η ευπάθεια. Είμαι πολύ λυπημένος όταν βλέπω ανθρώπους ευάλωτους να ταπεινώνονται. Η ταπείνωση είναι το τρίτο που με απασχολεί».
Όσο για το ποια ήταν η έμπνευσή του, απάντησε:
«Η ίδια η ζωή. Έχω δει και βιώσει πολλές τέτοιες καταστάσεις. Μερικές φορές η ζωή είναι πολύ κοινή, μπανάλ και καθόλου ενδιαφέρουσα. Άλλες φορές είναι πολύ ιδιαίτερη, συναρπαστική κι επίσης τρομακτική. Πραγματικά λατρεύω αυτό το μείγμα, όπως και τη μίξη του χρόνου. Σε αυτήν την ταινία, υπάρχουν πολλοί αναχρονισμοί –μπερδεύεται το παρελθόν με το παρόν. Είμαι χαρούμενος που το τόλμησα αυτό γιατί υπήρξα πολύ ρεαλιστής. Όμως μετά από 15 χρόνια, ήμουν τόσο κουρασμένος ώστε αισθάνθηκα ότι έπρεπε να αφήσω στην άκρη τον ρεαλισμό και να τολμήσω την αφαίρεση».

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s