55ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΣΤ΄)

(για το http://www.alterthess.gr)

Μια καθημερινή κριτική προσέγγιση με ταινίες του φεστιβάλ που έχουμε δει.

Για Πάντα

Για Πάντα

«Για πάντα», της Μαργαρίτας Μαντά: Ο Κώστας, ένας άνδρας ο οποίος εργάζεται οδηγός στον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο –«ηλεκτροδηγός», όπως λέει ο ίδιος- βλέπει κάθε μέρα ία γυναίκα, η οποία επιβιβάζεται στο Θησείο και κατεβαίνει στον Πειραιά. Η γυναίκα, η Άννα, εργάζεται ως πωλήτρια ακτοπλοϊκών εισιτηρίων και δε γνωρίζει τον Κώστα. Εκείνος την ακολουθεί και προσπαθεί να της μιλήσει. Εκείνη στην αρχή τρομάζει, μετά θυμώνει και τέλος τον ακούει. Κι όταν ο Κώστας χάνεται, η Άννα αρχίζει να τον αναζητά.
Μινιμαλισμός και καθαρή ματιά επάνω στην αποξένωση, τη μοναξιά και την προσωπική ερημιά του ανθρώπου. Ο Κώστας και η Άννα είναι δυο άνθρωποι μόνοι που ζουν στην πρωτεύουσα. Η πολύβουη πρωτεύουσα μετατρέπεται από τη Μαντά σε έρημη πόλη αφού κάπως έτσι τη βιώνουν οι δύο πρωταγωνιστές της. Θαρρείς και μόνον αυτοί οι δύο ζουν στην πόλη αλλά παρόλα αυτά παραμένουν άγνωστοι μεταξύ τους. Ακόμη κι αν ακολουθούν καθημερινά την ίδια διαδρομή οι ματιές τους δε διασταυρώνονται ποτέ. Μόνο όταν ο ένας αποφασίσει να προσεγγίσει την άλλη, τότε η οθόνη θα πλημμυρίσει βλέμματα και αμηχανία. Την αμηχανία του αναπάντεχου, αυτού που εμφανίζεται ξαφνικά μπροστά μας και θέλουμε να προσεγγίσουμε αλλά δεν γνωρίζουμε τον τρόπο.
Νομίζω πως η ταινία της Μαργαρίτας Μαντά διέσωσε την τιμή του ελληνικού κινηματογράφου. Γιατί είναι μια ταινία που λέει πολλά, μιλώντας ελάχιστα. Ο κινηματογράφος είναι εικόνα, κι αυτό το δρόμο ακολουθεί η σκηνοθέτιδα για να εισχωρήσει στα «εντός» των ηρώων της αλλά και για να ξεδιπλώσει τα δικά μας «εντός». Γιατί μιλά ακριβώς σε μας για μας, για τη μοναξιά αλλά και για τις χαμένες ευκαιρίες, για τη θλίψη της καθημερινότητας αλλά και για τους φόβους μας να βρεθούμε με τους άλλους. Πολύ έξυπνο είναι το εύρημα της σκηνοθέτιδας με τα αρχαία ποτάμια της Αθήνας, που οδηγούν στη θάλασσα και σκεπάστηκαν για να γίνουν δρόμοι. Και μπορεί να πηγαίνουμε πιο γρήγορα αλλά έτσι «χάθηκαν τα λόγια των ανθρώπων», όπως λέει. Τα ποτάμια, ο Ηριδανός, ο Κηφισός και η θάλασσα, ο Πειραιάς. Κι από πάνω οι άνθρωποι που ταξιδεύουν γρήγορα με τα αυτοκίνητα ή με τον ηλεκτρικό, αλλά δεν προλαβαίνουν να ακούσουν ο ένας τον άλλον. Το καθημερινό δρομολόγιο μοναξιάς του Κώστα και της Άννας.
«Ήταν κάποτε μια πόλη που είχε ποτάμια…» και η Μαντά μας παροτρύνει τρυφερά να τα ακολουθήσουμε χωρίς βιασύνη γιατί η πορεία προς τη θάλασσα είναι γεμάτη ιστορίες, λόγια κι ανθρώπους. Ένα κινηματογραφικό κομψοτέχνημα βαθιά ανθρώπινο, σπαρακτικό κι αισιόδοξο. Δεν μπορεί, κάπου θα συναντηθούμε, αρκεί να το θέλουμε. (ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ)
«Εφτά θυμοί», του Χρήστου Βούπουρα: Ο Πέτρος, ο οποίος εργάζεται ως αρχαιολόγος, σχετίζεται με το νεαρό Χουσάμ, μετανάστη από την Αίγυπτο. Παράλληλα διατηρεί φιλικές σχέσεις με κάποιους μουσικούς, την τσελίστρια Αλεξάνδρα, τον ιδιοφυή αλβανό πιανίστα Λαέρτη και την αλβανίδα, Μιγκέν. Στην ιστορία εμπλέκονται και μερτικά ακόμη πρόσωπα, συνθέτοντας τον κόσμο του Πέτρου, μέσα στον οποίο προσπαθεί να ισορροπήσει. Έναν κόσμο αντιφατικό και μπερδεμένο, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, τον έρωτα και την εκμετάλλευση.
Τελικά ο ελληνικός κινηματογράφος υπάρχει και δημιουργεί. Μετά από την ταινία της Μαντά, ήρθε κι αυτή του Βούπουρα για να διασκεδάσει τη μέχρι τώρα απογοήτευσή μου από τις ελληνικές ταινίες που είδα στο Φεστιβάλ.
Ο Χρήστος Βούπουρας ξεκινώντας από ένα συγκροτημένο σενάριο, που έχει δουλευτεί πολύ καλά, σκηνοθετεί με σιγουριά μια ιστορία ανθρώπων και σχέσεων στη σύγχρονη Αθήνα. Οι ήρωές του είναι άνθρωποι ζουν στην κόψη του ξυραφιού που η διαφορετικότητα τους κάνει περισσότερο ευάλωτους. Κι αυτό τους φέρνει αντιμέτωπους με υπαρξιακές αγωνίες τις οποίες θα πρέπει να διαχειριστούν χωρίς όμως να βρεθούν στο περιθώριο. Δύσκολος δρόμος κι ακόμη πιο δύσκολες οι επιλογές, ο τρόπος. Γι’ αυτό ο σκηνοθέτης αφήνει ανοιχτό το τέλος με τα ερωτήματα να αιωρούνται. Ο Πέτρος έκανε την επιλογή του; Είναι σίγουρος γι’ αυτήν; Και ποιος είναι σίγουρος για τις δικές του επιλογές; Όλα είναι ρίσκο κι αυτό που αξίζει είναι να το παίρνουμε.
Θα ήθελα να τελειώσω σημειώνοντας την επιμονή του σκηνοθέτη να καταπιάνεται με θέματα που έχουν να κάνουν με ανθρώπους που αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν το δρόμο της μετανάστευσης. Όπως το 1988 με το «Λιποτάκτη» και το 1997 με το «Μιρουπάφσιμ, Καλή αντάμωση» (μαζί με το Γιώργο Κόρρα και στις δύο), έτσι και στους «Εφτά θυμούς», επιλέγει να ασχοληθεί με αυτούς τους ανθρώπους, με έναν τρόπο πολύπλευρο, χωρίς μεγαλοστομίες και δημαγωγίες. Επικροτώ τη συνέπειά του και την καθαρή του ματιά. (ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ)
«Ένα περιστέρι έκατσε σ’ ένα κλαδί συλλογιζόμενο την ύπαρξή του» (En duva satt pa en gren och funderade pa tillvaron), του Ρόι Άντερσον: Το Χρυσό Λιοντάρι του Φεστιβάλ Βενετίας, επελέγη ως ταινία λήξης του 55ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ο σουηδός σκηνοθέτης, έχοντας ως συνδετικό κρίκο δύο πωλητές παιχνιδιών που «κάνουν τους ανθρώπους να γελούν», δημιουργεί ψηφίδες από στιγμιότυπα οι οποίες συνθέτουν ένα παζλ της τραγωδίας αλλά και της γελοιότητας της ζωής. Ακολουθώντας αυτό που του αρέσει και γνωρίζει πολύ καλά να κάνει, δηλαδή το παρόξο, σε συνδυασμό με ένα ψυχρό και κοφτερό χιούμορ, ο Άντερσον μας οδηγεί πέρα από το ρεαλισμό. Η κάμερά του δεν κινηματογραφεί πρόσωπα, κανείς ηθοποιός δεν κοιτάζει το φακό, αλλά η κάμερα παραμένει σταθερή σε γενικό πλάνο κι εκεί μέσα συμβαίνει η δράση.
Δεν είναι η καλύτερη ταινία του Άντερσον. Οι θαυμαστές του –του υποφαινόμενου συμπεριλαμβανομένου- ίσως νιώσουν κάποια αμηχανία. Όχι διάψευση, αμηχανία, επειδή το «περιστέρι…» δεν ενθουσιάζει. Η προσωπική μου άποψη είναι πως η κριτική επιτροπή στο Φεστιβάλ Βενετίας υπερεκτίμησε τη ταινία.
Εν συντομία: Μια καλή ταινία, που περνάς καλά βλέποντάς την αλλά και μια ταινία που την ξεχνάς γρήγορα, που δε σου προσφέρει τίποτε περισσότερο από μια εκατοντάλεπτη θέαση. (ΤΑΙΝΙΑ ΛΗΞΗΣ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΡΟΪ ΑΝΤΕΡΣΟΝ)

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s