«ΗΣΥΧΕΣ ΜΕΡΕΣ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 5/10/2014)

Τρυφερή ενηλικίωση

????????????????

Του Στράτου Κερσανίδη

Ένα παιχνίδι της μοίρας είναι οι ανθρώπινες συναντήσεις. Τύχη, συγκυρίες, συμπτώσεις είναι παράγοντες που κάνουν κάποιους ανθρώπους να συναντηθούν και να έρθουν κοντά ή ακόμη και να μη συναντηθούν ποτέ. Κι έτσι κυλάει ολόκληρη η ζωή μας συμπυκνωμένη μέσα σε μικρές φράσεις, όπως: «εάν ήταν έτσι…», ή «εάν δεν είχε συμβεί αυτό…», φράσεις που ουδέποτε μπορούν να απαντηθούν.
Μέσα από μια τέτοια σειρά τυχαίων συμπτώσεων κι αναπάντητων ερωτημάτων, ο νεαρός Σεμπάστιαν συναντήθηκε με την 35χρονη Μιράντα.
Όταν ο θείος, που έχει ένα μικρό μοτέλ χρειάζεται να λείψει μερικές μέρες προκειμένου να κάνει κάποιες ιατρικές εξετάσεις, ο 18χρονος Σεμπάστιαν αναλαμβάνει να μείνει στη θέση του. Το μοτέλ διαθέτει 10 δωμάτια στα οποία συχνά φιλοξενούνται παράνομα ζευγάρια.
Η Μιράντα, μια 35χρονη γυναίκα, συναντά εκεί τον πλούσιο εραστή της. Εκείνος όμως συχνά αργεί στα ραντεβού του, κάποιες φορές δεν πηγαίνει καθόλου. Έτσι ανάμεσα στο νεαρό αγόρι και την όμορφη γυναίκα αρχίζει να αναπτύσσεται μία στενή σχέση. Και ενώ ο θείος του Σεμπάστιαν αργεί να επιστρέψει και η παραμονή του νεαρού στο μοτέλ παρατείνεται, αυτός αναλαμβάνει όλο και περισσότερες πρωτοβουλίες καθώς πρέπει πλέον να διευθύνει μόνος του την επιχείρηση. Την ίδια ώρα που οι ευθύνες του μεγαλώνουν και οφείλει να τις αντιμετωπίσει ως ενήλικας, η παρουσία της Μιράντας ξυπνά το ερωτικό του ένστικτο. Η γυναίκα εγκαταλελειμμένη από τον εραστή οδηγεί με τρυφερότητα το Σεμπάστιαν στη σεξουαλική ενηλικίωση.
Στη δεύτερη ταινία του «Ήσυχες μέρες» (Las horas muertas), ο Άαρον Φερνάντεζ Λεζούρ, αφηγείται μια ιστορία ενηλικίωσης, φιλίας, τρυφερότητας και σεξουαλικής έλξης. Αλλά και μια ιστορία μοναξιάς, εγκατάλειψης, εμπιστοσύνης και αναζήτησης.
Ο μεξικανός σκηνοθέτης αποφεύγει τις μεγαλοστομίες και μας εισάγει στο σύμπαν των ηρώων του όπου κυριαρχεί η τρυφερότητα η οποία δεν αναλώνεται σε λόγια αλλά βγαίνει από τα μάτια, τις κινήσεις, τα αγγίγματα. Σκηνοθετεί προσεκτικά ένα θέμα που έχουμε ξαναδεί αλλά το κάνει με το δικό του τρόπο και συγκινεί το κοινό. Κινείται ανάμεσα στους ήρωές τους, μέσα στους χώρους του μοτέλ σχεδόν σα να χαϊδεύει πρόσωπα και πράγματα. Δημιουργεί ένα μαγικό κόσμο αισθήσεων και ερωτισμού, με τους χαρακτήρες του να περιπλέκονται μέσα σε μια καθημερινότητα αναζητήσεων, μοναξιάς και προσδοκίας. Κι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε ένα υγρό και ζεστό τοπίο, ανάμεσα στη θάλασσα και τα φοινικόδεντρα. Τοπίο που ενισχύει την εσωτερική προσέγγιση των χαρακτήρων που περισσότερο τους βλέπουμε μόνους να ταλαντεύονται παλεύοντας με τις σκέψεις και τις επιθυμίες τους.
Το φινάλε έρχεται σαν φυσικό επακόλουθο, είναι εντελώς φυσιολογικό αλλά ακόμη κι έτσι αφήνει ερωτήματα αναπάντητα όπως εκείνα της αρχής: «τι θα γινόταν εάν η Μιράντα δεν έβλεπε από μακριά τον Σεμπάστιαν να μιλά με τη νέα καμαριέρα του μοτέλ;». Προσπαθήστε να απαντήσετε βλέποντας την ταινία αν και το θεωρώ μάταιο.
Σε σημείωμά του ο σκηνοθέτης, γράφει: «Η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μου είναι μια ιστορία ενηλικίωσης με έντονα λυρική διάθεση. Η ταινία περιστρέφεται γύρω από δύο μοναχικούς χαρακτήρες, απομονωμένους σε ένα τροπικό μέρος, όπου ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει και φαινομενικά δεν συμβαίνουν πολλά. Οι δύο ήρωες, ο Σεμπαστιάν και η Μιράντα μοιράζονται κάτι κοινό: τη μοναξιά και τον ελεύθερο χρόνο. Και κάπως έτσι, σιγά-σιγά, κάτι μεταξύ φιλίας, τρυφερότητας και σεξουαλικής έλξης αρχίζει να αναπτύσσεται ανάμεσά τους».

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s