«38 ΜΑΡΤΥΡΕΣ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 13/7/2014

Δεν είδαν, δε άκουσαν, δεν ξέρουν!

temoin

Του Στράτου Κερσανίδη

Έχουμε, άραγε, απωλέσει κάποιες από τις ανθρώπινες ιδιότητές μας; Η σύγχρονη ζωή στις μεγάλες μητροπόλεις του κόσμου, η αποξένωση και η απαιτητική καθημερινότητα μας έχουν μεταλλάξει σε βαθμό που να μη νοιαζόμαστε για το τι συμβαίνει έξω από την κλειδαμπαρωμένη μας πόρτα; Ούτε καν μπαίνουμε στον κόπο να βάλουμε τη θέση μας στη θέση του άλλου; Ο οποίος «άλλος», ίσως, ούτε εκείνος να μην έβαλε τον εαυτό του στη θέση κάποιου άλλου «άλλου», όταν χρειάστηκε. Και κάπως έτσι, ως κοινωνία, κολυμπούμε στη θάλασσα της αδιαφορίας, την οποία αποδεχόμαστε με τη δικαιολογία της άγνοιας. Κι όταν η άγνοια δεν είναι πειστική, ούτε για μας τους ίδιους που υποκρινόμαστε, τότε ρίχνουμε την ευθύνη στις αισθήσεις μας, στην ακοή και την όραση. Δε βλέπουμε, δεν ακούμε άρα δεν γνωρίζουμε. Θύτες και θύματα ενός καταρρέοντος κόσμου, μιας παρακμάζουσας κοινωνίας.
Το 1964, η 28χρονη Κίτι Γκενοβέζε δολοφονήθηκε έξω από το σπίτι της, στη Νέα Υόρκη. Δύο εβδομάδες μετά τη δολοφονία ένα άρθρο σε εφημερίδα, αποκάλυψε την αδιαφορία που επέδειξαν οι γείτονες της άτυχης γυναίκας, οι οποίοι δεν αντέδρασαν στις φωνές της. Οι περισσότεροι, μάλιστα, υποστήριξαν πως δεν είδαν ούτε άκουσαν τίποτε. Η κοινωνική ψυχολογία ονόμασε το φαινόμενο «Σύνδρομο Γκενοβέζε» και σχετίζεται με αυτό που ονομάζεται «διάχυση της ευθύνης».
Βασισμένο στο παραπάνω περιστατικό, είναι το μυθιστόρημα του Ντιντιέ Ντεκουάν, «Πως πεθαίνουν οι γυναίκες;» (Est-ce ainsi que les femmes meurent?). Με τη σειρά του ο σκηνοθέτης Λουκάς Μπελβό, μετέφερε την ιστορία στον κινηματογράφο. Η ταινία «38 μάρτυρες» (38 temoins), μεταφέρει τη δράση από τη Νέα Υόρκη στη Χάβρη, το μεγάλο γαλλικό λιμάνι στη Μάγχη, στη δεξιά όχθη των εκβολών του Σηκουάνα.
Βέβαια η γεωγραφία δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, όσο το ίδιο το γεγονός, το οποίο θα μπορούσε να είχε συμβεί –και έχει συμβεί- σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.
Η ταινία ξεκινά με τη Λουίζ να επιστρέφει στο σπίτι της από ταξίδι. Μόλις φθάσει διαπιστώνει πως ακριβώς απέναντι από το παράθυρό του σπιτιού της, έγινε την προηγούμενη νύχτα ένας φόνος. Μια 20χρονη φοιτήτρια δολοφονήθηκε. Οι έρευνες της αστυνομίας δεν οδηγούν πουθενά καθώς οι 38 γείτονες που ερωτώνται λένε πως δεν είδαν ούτε άκουσαν τίποτε. Ανάμεσά τους και ο Πιέρ, μνηστήρας της Λουίζ, ο οποίος εργάζεται ως καπετάνιος στο λιμάνι και υποστηρίζει πως κοιμόταν βαθιά. Στο μεταξύ μια δημοσιογράφος από τοπική εφημερίδα, η Σιλβί Λοριό, ερευνά την υπόθεση. Όμως ο Πιέρ βασανίζεται από τύψεις επειδή ξύπνησε από τις κραυγές της κοπέλας και δεν έκανε τίποτε για να τη βοηθήσει και αποφασίζει να πει την αλήθεια στην αστυνομία. Όμως όλοι οι γείτονες και οι γειτόνισσες στρέφονται εναντίον του, του γυρίζουν την πλάτη όταν τον συναντούν, πετάνε πέτρες στα τζάμια, τον απειλούν. Κι αυτό επειδή ΟΛΟΙ άκουσαν, και κανείς δεν αντέδρασε. Αλλά προτιμούν να κάνουν πως δεν ξέρουν, δεν είδαν και δεν άκουσαν. Επειδή νιώθουν ένοχοι, επειδή η ευθύνη τους είναι συλλογική, επειδή αποκρύπτουν το γεγονός της αδιαφορίας τους, επειδή υποκρίνονται μαζικά. Κι έτσι στρέφονται εναντίον εκείνου ο οποίος αποκαλύπτει την αλήθεια, ο οποίος ξεσκεπάζει τη συλλογική απόκρυψη.
Και εδώ τίθεται το θέμα, το οποίο θέτει κι ο σκηνοθέτης. Μπορεί η δικαιοσύνη να παρέμβει και να κατηγορήσει κάποιον επειδή δεν έκανε κάτι για να βοηθήσει σε μια κατάσταση ανάγκης; Η δημοσιογράφος προσπαθεί να κινήσει νομική διαδικασία αποκαλύπτοντας τη μαζική απόκρυψη. Ο εισαγγελέας, κυνικός και πραγματιστής, προσπαθεί να την πείσει πως δεν μπορεί να το κάνει, και πως η ανθρώπινη αδιαφορία δεν είναι κάτι που καινούργιο. Και ενώ η δημοσιογράφος είναι έτοιμη να μη δημοσιεύσει το άρθρο το οποίο ενοχοποιεί τους 38 μάρτυρες, ο Πιέρ την πιέζει να το κάνει επειδή θεωρεί πως αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να λυτρωθεί από τις τύψεις που τον κατατρώγουν.
Μια θαυμάσια ματιά στην κοινωνία της αποξένωσης και της αδιαφορίας η οποία όμως οδηγεί και στην αποσάθρωση των ανθρώπινων σχέσεων, κοινωνικών αλλά και ατομικών. Ο Μπελβό σκηνοθετεί με επιμέλεια, σαν να διενεργεί αστυνομική έρευνα. Είναι ρεαλιστής δεν πέφτει θύμα ενός μελό συναισθηματισμού, ούτε γίνεται διδακτικός. Παρατηρεί, διερευνά, προσπαθεί να εισχωρήσει στις ψυχές των ανθρώπων, να πάρει απαντήσεις κι όχι να εκμαιεύσει αυτές που επιθυμεί. Μια ταινία αληθινή που θα μας κάνει να κοιτάξουμε τους εαυτούς μας. Κάτι που το χρειαζόμαστε επειδή αν θέλουμε να δούμε αισιόδοξα το μέλλον, είμαστε υποχρεωμένοι να ανακαλύψουμε την αλληλεγγύη, την ανθρωπιά, το νοιάξιμο.
Εξαιρετικός ο Ιβάν Ατάλ στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s