“OH BOY”

 

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 22/12/2013)

 

Το Βερολίνο σε άσπρο-μαύρο

 

boy

του Στράτου Κερσανίδη

 

Δεν είναι σπάνιο το γεγονός, σε κάποιες ταινίες ο χώρος να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο σκηνοθέτης επιλέγει να δώσει ιδιαίτερο βάρος σε αυτόν τοποθετώντας μέσα στα γεωγραφικά του όρια τους ήρωές του έτσι ώστε να μοιάζουν άμεσα εξαρτώμενοι από το χώρο.

Εν προκειμένω ο νεαρός Νίκο ζει στο Βερολίνο και ο σκηνοθέτης Γιαν Όλε Γκέρστερ τον έχει εντάξει εντός των ορίων της πόλης με τέτοιον τρόπο ώστε ο θεατής να μην μπορεί να τον φανταστεί σε διαφορετικό τόπο. Η ταινία έχει τον τίτλο “Oh boyκαι είναι το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκέρστερ ο οποίος κάνει ένα πολύ επιτυχημένο και ελπιδοφόρο ξεκίνημα.

 

Ο Νίκο πλησιάζει τα 30 και έχει εγκαταλείψει τις σπουδές του. Βέβαια δεν ενημέρωσε γι΄’ αυτό τον πατέρα του ο οποίος εξακολουθεί να του στέλνει χρήματα πιστεύοντας πως ο κανακάρης του πηγαίνει στο πανεπιστήμιο. Ο Νίκο ζει σε μία κατάσταση υπνωτική, τον ενδιαφέρει μόνο το σήμερα, δε μοιάζει να νοιάζεται για τίποτα. Περιφέρεται στους δρόμους του Βερολίνου παρατηρώντας την πόλη και τους ανθρώπους. Στην αρχική σεκάνς χωρίζει με την κοπέλα του αλλά δε φαίνεται να τον απασχολεί το γεγονός. Ο πατέρας του μαθαίνει πως εγκατέλειψε τις σπουδές του και του μειώνει το χαρτζιλίκι. Ένας γείτονάς του φαίνεται πως αποζητά την επικοινωνία μαζί του. Μια παλιά του συμμαθήτρια, που τώρα είναι ηθοποιός, τον καλεί στην παράστασή της. Ένας ηλικιωμένος άνδρας αφού τον κερνά ένα ποτό και του μιλά για τον εαυτό του, πεθαίνει μέσα στα χέρια του. Κι ο Νίκο παρατηρεί χωρίς να μπορεί να βρει τη θέση του στον κόσμο, χωρίς να ξέρει τι θέλει τι θέλει να κάνει στη ζωή του. Ένας ψυχίατρος τον οποίο επισκέπτεται επειδή του αφαιρέθηκε η άδεια οδήγησης λόγω αλκοόλ, συζητώντας μαζί του διαγιγνώσκει “συναισθηματική ανισορροπία” και κατά πως δείχνουν τα γεγονότα, η διάγνωσή του είναι απολύτως σωστή.

 

Κι όλα αυτά συμβαίνουν μέσα σε δρόμους και γειτονιές της γερμανικής πρωτεύουσας αναδεικνύοντας εκτός από το φωτεινό της πρόσωπο και τη σκοτεινή του όψη. Το Βερολίνο είναι παρόν παντού και συνεχώς, δεν υπάρχει στιγμή που ο Νίκο να βρίσκεται έξω από τα όρια της επιρροής του.

 

Ο Γιαν Όλε Γκέρστερ, λοιπόν, κινηματογραφεί τον ήρωά του από κοντά κατά τη διάρκεια μιας ημέρας. Με έξοχα πλάνα, που δείχνουν έναν ταλαντούχο κινηματογραφιστή, όχι βιαστικά αλλά αργά ώστε να τονίζουν την εσωτερική σύγχυση του Νίκο, αλλά και τον εσωτερικό βρυχηθμό της πόλης και των κατοίκων της. Ο σκηνοθέτης σκιαγραφεί έναν νέο που δεν έχει κοπιάσει, που δεν έχει αντιμετωπίσει την “άλλη” όψη της ζωής. Είναι ένα χαρακτηριστικό δείγμα νεαρού αστού ο οποίος δυσκολεύεται να μάθει τι εστί πραγματική ζωή. Εντελώς απροβλημάτιστου, ανέμελου και απαθούς. Σαφής κριτική ματιά στη γερμανική αστική τάξη από τη μεριά του σκηνοθέτη.

 

Η επιλογή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας αποδεικνύεται πέρα για πέρα επιτυχημένη. Φωτογραφία καθαρή, καλοδουλεμένη, προσεγμένη, με σωστούς φωτισμούς που έκανε ο Φιλίπ Κιρσάμερ. Η ταινία – οδοιπορικό μιας μέρας, διαθέτει αρκετά δραματικά στοιχεία, όπως η μοναξιά των ανθρώπων, που εμπλουτίζεται με λεπτό χιούμορ, σαρκασμό και ειρωνική διάθεση. Χρησιμοποιώντας ελάχιστα μέσα ο Γιαν Όλε Γκέρστερ, επιτυγχάνει ένα υψηλό αισθητικό αποτέλεσμα. Η ταινία είναι ένα κομψοτέχνημα λεπτής τέχνης, ένα δυναμικό βήμα προς τα εμπρός για τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που φαίνεται να αξιοποιεί τα διδάγματα των μεγάλων σκηνοθετών της Γηραιάς Ηπείρου. Επί πλέον η ταινία διαθέτει έναν ιδανικό πρωταγωνιστή ονόματι Τομ Σίλινγκ, στο ρόλο του Νίκο. Ιδιαίτερα όμως θα πρέπει να προσεχθούν και οι εξαιρετικοί δεύτεροι ρόλοι.

 

Πολύ έξυπνο το εύρημα του σκηνοθέτη με τον καφέ που ο Νίκο προσπαθεί να πιει από το πρωί αλλά δεν τα καταφέρνει.

 

Λέει ο σκηνοθετης για την ταινία: «Η πρώτη φορά είναι πάντα μαγική και αυτό συμβαίνει και με τις ταινίες. Από μικρή ηλικία ήθελα να ασχοληθώ με την δημιουργία ταινιών. Τότε, δεν είχα καταλάβει ότι το να παρακολουθείς ταινίες είναι τελείως διαφορετικό από το να τις φτιάχνεις. Για μένα το να βλέπω ταινίες ήταν πάντα και παραμένει μια απόδραση από την πραγματικότητα, ενώ αντίθετα το να τις σκηνοθετώ με υποχρεώνει να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα.  Η πρώτη ταινία πρέπει να είναι προσωπική, αλλά ποτέ ιδιωτική. Ατομική και την ίδια στιγμή καθολική. Ενώ δούλευα την πρώτη μου αυτή ταινία, πήρα διάφορες συμβουλές – καλές και κακές, τις οποίες έλαβα υπόψη μόνο και μόνο για να τις ξεχάσω. Όταν τελικά κατάφερα να βρω την απαραίτητη ισορροπία μεταξύ δέους και αφέλειας, γύρισα την ταινία. Ήταν μια μαγική εμπειρία».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s