«ΟΙ ΥΠΟΠΤΟΙ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΓΟΒΕΣ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 15/9/2013)

goves

Αναζητώντας τη ζωή που δεν έχουν

Μια παρέα εφήβων, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι, μεγαλώνουν στο Λος Άντζελες. Όνειρό τους να ζήσουν τη ζωή των σταρ που ζουν εκεί, μια ζωή που δεν είναι δική τους αλλά που προσπαθούν να την κατακτήσουν. Όχι όμως βάζοντας ως στόχο της ζωής τους κάτι τέτοιο, αλλά ληστεύοντας!

Η παρέα των παιδιών παραβιάζει τα σπίτια των διασημοτήτων του Χόλιγουντ και κλέβουν διάφορα αντικείμενα, όπως ρούχα, κοσμήματα, αρώματα κλπ.

Η ταινία της Σοφίας Κόπολα «Οι ύποπτοι φορούσαν γόβες» (Theblingring) είναι βασισμένη σε πραγματικά γεγονότα και πιο συγκεκριμένα σε ένα άρθρο που είχε δημοσιευτεί στον Τύπο αναφορικά με τη δράση της ιδιότυπης αυτής συμμορίας.

Τι συμβαίνει λοιπόν με αυτά τα παιδιά; Όπως είναι λογικό, κάποια στιγμή συλλαμβάνονται και καταδικάζονται. Στη συνέχεια, προς δόξαν του αμερικανικού ονείρου (αυταπάτης, ίσως;), γίνονται αντικείμενα λατρείας, φωτογραφίζονται, δίνουν συνεντεύξεις, γίνονται διάσημοι.

Εντάξει, δε φταίει η σκηνοθέτιδα γι’ αυτό, έτσι συμβαίνει στο Αμέρικα, οπότε αυτή, απλά περιγράφει, αφηγείται. Εάν φταίει σε κάτι η Σοφία Κόπολα, αυτό είναι η ίδια η ταινία. Όχι πως στερείται ενδιαφέροντος, όχι πως της λείπει κάποιος ρυθμός. Αλλά το συνολικό αποτέλεσμα είναι μέτριο. Αυτό που τη χαρακτηρίζει είναι η απουσία συναισθήματος. Κι ακόμη είναι άνιση σκηνοθετικά. Από την άλλη, τη χαρακτηρίζει μια άνευ προηγουμένου πολιτική ορθότητα. Δυστυχώς η σκηνοθέτιδα δεν εκμεταλλεύεται τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά για να δώσει μια εικόνα της μερίδας εκείνης στην αμερικάνικη νεολαία, η οποία ασφυκτιά. Που δεν αναζητά διέξοδο στην αμφισβήτηση μιας πραγματικότητας αλλά ονειρεύεται το λαμπερό λάιφ στάιλ, το οποίο υπάρχει και κανείς δε φαίνεται να θέλει να το αλλάξει. Ούτε οι ήρωες της ταινίας αλλά ούτε και η σκηνοθέτιδα μέσα από κάποια, ψήγματα έστω, κοινωνικής κριτικής.   

Όλα όσα συμβαίνουν παρουσιάζονται ως φυσιολογικά. Ακόμη και η παραβατικότητα η οποία καταλήγει στο να μπουν οι πρωταγωνιστές στο χώρο των σελέμπριτις, θεωρείται ως κάτι εντελώς νορμάλ. Κι αν είναι έτσι -που είναι- δε νιώθει η Κόπολα την ανάγκη να χρησιμοποιήσει το κριτικό μάτι του καλλιτέχνη για να το στηλιτεύσει;

Εδώ ταιριάζει το ρητό με τη γυναίκα του Καίσαρα, μόνο που στη θέση της γυναίκας βάζουμε «κόρη» και στη θέση του Καίσαρα «Κόπολα» (τον πατέρα εννοώ).

Εν τέλει, μια ταινία μέτρια.

                                                                                  Στράτος Κερσανίδης  

ΟΙ ΝΕΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

«Το δαχτυλίδι της φωτιάς» (Pacific rim), του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο: Τα Καϊτζού είναι κάποια γιγάντια και τρομακτικά πλάσματα που σπέρνουν την καταστροφή και το θάνατο στη Γη. Πρόκειται για όντα που βγαίνουν από τη θάλασσα αλλά που έχουν αποικήσει τον πλανήτη μας από κάποιον άλλον πλανήτη. Η ανθρωπότητα για να τα αντιμετωπίσει κατασκευάζει τα Γιάγκερ, που είναι τεράστια ρομπότ τα οποία ελέγχονται από δύο πιλότους ταυτόχρονα, των οποίων οι εγκέφαλοι είναι συνδεδεμένοι με μία γέφυρα νευρώνων. Όμως με το χρόνο τα Καϊτζού μεταλλάσσονται, γίνονται όλο και πιο φοβερά. Οι άνθρωποι προσπαθούν να εκσυγχρονίσουν τα Γιάνκερ όχι πάντοτε με επιτυχία. Όταν εμφανίζεται το πιο μεγάλο τέρας που έχει εμφανιστεί, οι άνθρωποι αναθέτουν σε έναν βετεράνο πιλότο και σε μια άπειρη αλλά αποφασισμένη δόκιμο, να χειριστούν ένα Γιάγκερ για να σώσουν τον κόσμο.

Εντυπωσιακή ταινία επιστημονικής φαντασίας, που γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακή επειδή προβάλλεται σε τρισδιάστατο (3D). Προσωπικά τη βρήκα κουραστική και υπερβολική για να την αντέξουν τα μάτια μου. Είναι από εκείνες τις ταινίες που κυριαρχούν τα εφέ σε βάρος αυτού που εγώ αποκαλώ, καθαρό σινεμά. Ως εκ τούτου θεωρώ πως δεν ξεπερνά την μετριότητα και προσπαθεί απλά, να εντυπωσιάσει.

«Όλα πάνε καλά» (Tout va bien), του Ζαν Λικ Γκοντάρ: Όλα πάνε καλά, σύμφωνα με τη γαλλική κυβέρνηση, αφού έχουν περάσει τέσσερα χρόνια από το Μάη του 1968 και η εξέγερση φαίνεται να έχει κατασταλεί. Κι όταν μια απεργία ξεσπά σε ένα εργοστάσιο αλλαντικών και οι εργαζόμενοι το καταλαμβάνουν, εικόνες της εξέγερσης έρχονται στο μυαλό. Μόνο που η πραγματικότητα αποδεικνύει πως, όντως πολλά έχουν αλλάξει. Οι άνθρωποι φαίνεται πως έχουν χάσει την επαναστατική τους διάθεση.

Μια θαυμάσια ταινία που ο μεγάλος της νουβέλ βαγκ γύρισε το 1972. <ε το γνωστό γκονταρικό στιλ και ύφος, προσπαθεί να προσεγγίσει τα κοινωνικά φαινόμενα δίνοντας μια ταινία που αξίζει να την ξαναδούμε.

«Από τις δύο πλευρές του Αιγαίου: Διωγμός και ανταλλαγή πληθυσμών, Τουρκία-Ελλάδα, 1922-1924», της Μαρίας Ηλιού: Το δεύτερο μέρος του θαυμάσιου ντοκιμαντέρ «Σμύρνη, η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης 1900-1922» που είδαμε πριν από δύο χρόνια. Νέο άγνωστο υλικό που έφερε στο φως η σκηνοπθέτιδα με τον ιστορικό Αλέξανδρο Κιτρόεφ. Η ταινία βασίζεται στην ιδέα πως ήρθε η ώρα τα παιδιά και τα εγγόνια των προσφύγων, ένθεν κακείθεν, να προσεγγίσουν την κοινή τους ιστορία. Πως όλα έχουν δύο όψεις και ποτέ η αλήθεια δεν βρίσκεται μόνον από τη μία πλευρά.

«Είσαι ο επόμενος» (You’ re next), του Άνταμ Γουίνγκαρντ: Μια οικογένεια προσπαθεί να συσφίξει τις σχέσεις της που δεν πάνε και πολύ καλά. Έτσι το ζεύγος Ντέιβινσον, γιορτάζει την επέτειο του γάμου τουθ και προσκαλεί τα τέσσερα παιδιά του με τα ταίρια τους. Όμως στο απομονωμένο εξοχικό που γίνεται η συγκέντρωση, σύντομα θα έρθει ο τρόμος. Μια ομάδα παράξενων μασκοφόρων πολιορκεί το σπίτι και ολόκληρη η οικογένεια απειλείται.

«Τα παλιόπαιδα» (Les camins), του Άντονι Μαρτσιάνο: Ο Τομά επισκέπτεται για να γνωρίσει τους γονείς της αρραβωνιαστικιάς του, Λολά. Όμως ο πεθερός του Ζιλμπέρτ απογοητευμένος από τη συμβατική συζυγική ζωή προσπαθεί να πείσει τον Τομά να μην κάνει το λάθος και παντρευτεί! Έτσι Τομά και Ζιλμπέρτ ξεκινούν μια ζωή γεμάτη κραιπάλες σε αναζήτηση μια ελευθερίας που δεν μπορούν όμως επακριβώς να ορίσουν. Φυσικά όταν αναζητά την εφηβεία όντας μεσήλιξ, πληρώνεις και το κόστος. Γαλλική κωμωδία

«Όταν θέλουν οι γυναίκες» (Et maintenant, on va ou?), της Ναντίν Λαμπακί: Σε ένα χωριό κάπου στο Λίβανο γυναίκες χριστιανές και μουσουλμάνες προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τον πόλεμο και το θρησκευτικό φανατισμό. Σοβαρό θέμα, καλές προθέσεις, αποτυχημένη διεκπεραίωση.

«Η Βιολέτα πήγε στον ουρανό» (Violeta se fue a los cielos), του Αντρές Γουντ: Πρόκειται για την ιστορία της διάσημης Χιλιανής τραγουδίστριας και λαογράφου, Βιολέττα Πάρα, που παρακολουθεί την εξέλιξή της από φτωχόπαιδο σε διεθνώς αναγνωρισμένη τραγουδίστρια και εθνική ηρωίδα της Χιλής, και μας μεταφέρει την ιλιγγιώδη ένταση που είχαν οι εσωτερικές της αντιφάσεις, οι αδυναμίες και τα πάθη της. Μια πολύ καλή ταινία από τον κορυφαίο σκηνοθέτη της Χιλής.

                                                                                                           Σινεφίλ

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s