«ΧΑΜΕΝΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ»

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 3/3/2013)

Η ελεγεία του καταδικασμένου έρωτα

paraisoΤου Στράτου Κερσανίδη

Το μυαλό σταματάει, η λογική βραχυκυκλώνεται. Κάτι βαθύ κι ακατανόητο μπλοκάρει το μηχανισμό της ορθής σκέψης και ο άνθρωπος γίνεται έρμαιο του ερωτικού πάθους. Κι όμως, όλη τούτη η παρεκτροπή εμπεριέχει τη γοητεία της αναζήτησης σε τόπους άγνωστους, την ομορφιά της περιπέτειας χωρίς κανείς να νοιάζεται για την κατάληξη. Γιατί η κατάληξη είναι γνωστή, αδιέξοδη, καταδικασμένη. Συχνά φορέας δυστυχίας αλλά κι ανάμνηση πολύτιμη για το υπόλοιπο του βίου, μέχρι την τελική αναχώρηση.

Με το «Χαμένο παράδεισο» (Tabu) ο πορτογάλος σκηνοθέτης Μιγκέλ Γκομέζ, αποτίνει φόρο τιμής στους ερωτικούς παραβάτες του κόσμου τούτου, δίνει μια επική διάσταση στην «παρανομία» τους, δικαιολογεί το «λάθος» που διέπραξαν, τους παρουσιάζει ως μάρτυρες που πανάκριβο έχουν πληρώσει τίμημα. Ζωές λειψές που ωστόσο, βίωσαν το μεγαλείο του μαρτυρίου, ένιωσαν την ανάσα του θανάτου, το βάσανο της προδοσίας, το βάρος των αναμνήσεων. Ως θύτες αλλά και ως θύματα.

Η ηλικιωμένη Ορόρα ζει στη Λισαβόνα μαζί με τη μαύρη υπηρέτριά της Σάντα και, έχει μια κόρη η οποία αποφεύγει να τη συναντήσει. Η γειτόνισσα της Πιλάρ βοηθά την Ορόρα, της συμπαραστέκεται και αντιμετωπίσει με κατανόηση και υπομονή την παράξενη συμπεριφορά της, ένα μείγμα άνοιας και πνευματικής διαταραχής.

Ο θάνατος της Ορόρα θα φέρει στην επιφάνεια τον Τζον Λούκα Βεντούρα, έναν άνδρα που αφηγείται το παρελθόν της νεκρής και το δικό του, πενήντα χρόνια πριν, σε κάποια πορτογαλική αποικία στην Αφρική, σε μια φάρμα στους πρόποδες του όρους Ταμπού. Τότε που η Ορόρα ήταν νέα και ερωτευμένη με τον άντρα της, τότε που γνώρισε τον Βεντούρα, τότε που οι ζωές των δύο γνώρισαν την οδύνη του ερωτικού πάθους, που τους σημάδεψε μια για πάντα, αφήνοντάς τους μνήμες βαριές και μυστικά ανείπωτα.

Εισαγωγή: Ασπρόμαυρο. Ένας εξερευνητής περιφέρεται στην αφρικανική ζούγκλα στοιχειωμένος από το θάνατο της γυναίκας του. Αποφασίζει να δώσει ένα τέλος πηδώντας σε ένα ποτάμι, βορά στις ορέξεις ενός κροκόδειλου.

Μέρος πρώτο, Χαμένος Παράδεισος: Ασπρόμαυρη, ομιλούσα. Λισαβόνα, η ηλικιωμένη Ορόρα, η απούσα κόρη της, η Σάντα, η Πιλάρ, ο θάνατος της Ορόρα, ο Τζιαν Λούκα Βεντούρα.

Μέρος δεύτερο, Παράδεισος: Ασπρόμαυρο, βουβό. Αφήγηση από τον Βεντούρα. Η Αφρική, ο γάμος της Αουρόρα, ο Μάριο, ο Βεντούρα, ο απαγορευμένος έρωτας, η απόδραση, ο θάνατος, το τέλος.

Ο Μιγκέλ Γκομέζ αποτίνει φόρο τιμής στον Φρίντριχ Μουρνάου και στη βουβή ταινία του «Ταμπού, Μια ιστορία των νότιων θαλασσών» που γυρίστηκε το 1930. Η ταινία του πορτογάλου μπορεί να θεωρηθεί ως άσκηση επάνω στην ταινία του γερμανού εξπρεσιονιστή σκηνοθέτη.

Ο Πορτογάλος ακολουθεί την οδό της ποιητικής αφήγησης. Η ιστορία του επικεντρώνεται στον αδιέξοδο έρωτα της Ορόρα και του Τζιάν Λούκα και μέσα από την αφήγηση κατακρημνίζεται αυτοβούλως στις προσωπικές μνήμες αλλά και στη μνήμη της Ιστορίας. Και την ίδια ώρα στη μνήμη του κινηματογράφου, αφού η ταινία του βρίθει σινεφιλικών αναφορών. Η κάμερά του «σαρώνει» το αφρικανικό τοπίο και τα πρόσωπα, χάνεται μέσα στα πάθη και τις αντιφάσεις των ηρώων, αργόσυρτα και υπνωτικά. Ο «Χαμένος Παράδεισος» δεν είναι μια οποιαδήποτε ταινία, είναι ένα ταξίδι μνήμης και αυτογνωσίας. Είναι μια παρότρυνση για απενοχοποίηση και απαγκίστρωση από τις έννοιες του Καλού και του Κακού. Είναι μια ωδή στα μεγάλα πάθη, ένα κονταροχτύπημα με το «ηθικό», μια οδυνηρή πάλη με τις αναμνήσεις, τη νοσταλγία και τον πόνο της εκκρεμότητας.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s