ΝΑΓΚΙΣΑ ΟΣΙΜΑ

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 20/1/2013)

oshiman

Ο σαμουράι των αισθήσεων

Του Στράτου Κερσανίδη

Στα 80 του χρόνια έφυγε την περασμένη Τρίτη, ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου κινηματογράφου, και ένας από τους ιδρυτές του λεγόμενου Νέου Κύματος στον κινηματογράφο της πατρίδας του, ο ιάπωνας Ναγκίσα Όσιμα.

Γεννημένος το 1932 στο Κιότο, ο Ναγκίσα Όσιμα προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια με προγόνους σαμουράι! Σε ηλικία επτά ετών έχασε τον πατέρα του. Σπούδασε Νομική και Ιστορία και στα φοιτητικά του χρόνια ήρθε σε επαφή με το Σενγκακουρέν, ένα έντονα πολιτικοποιημένο κίνημα της εποχής. Ακολουθώντας από νέος μια ριζοσπαστική πολιτική πορεία, στράφηκε αρχικά στην αριστερά αλλά αργότερα αμφισβητώντας το δογματισμό της, που τον παραλλήλισε με εκείνον της θρησκείας, ακολούθησε μια καθαρά προσωπική πορεία, χωρίς ωστόσο να απολέσει ούτε ψήγμα από την επαναστατική του διάθεση.

Ο Όσιμα αμφισβήτησε το μιλιταρισμό και την παρελθοντολαγνεία των συμπατριωτών του και άνοιξε διόδους για να αναδειχτούν τα κρυμμένα πάθη των ανθρώπων. Έτσι παράλληλα με τη θέση του ατόμου μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα της Ιαπωνίας και τα όσα αυτή συνεπάγεται για τη ζωή του, εξερεύνησε τον έρωτα και τη σεξουαλικότητα ως μία τεράστια δύναμη που μπορεί να αντισταθεί στον παραλογισμό της εξουσίας.

Ο Όσιμα γύρισε πολλές και σημαντικές ταινίες αλλά εκείνη η οποία έγινε συνώνυμη με το όνομά του είναι η «Αυτοκρατορία των αισθήσεων», του 1976.

Μια από τις πιο τολμηρές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου, αφού περιέχει ρεαλιστικές ερωτικές σκηνές, δεν παίχτηκε ποτέ στην Ιαπωνία χωρίς να έχουν «κοπεί» από τη λογοκρισία οι επίμαχες σκηνές. Βέβαια η ταινία δεν αντιμετώπισε προβλήματα μόνον στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου αλλά απαγορεύτηκε και σε άλλες χώρες είτε από κυβερνήσεις όλης της πολιτικής γεωγραφίας είτε από θρησκευτικές παρεμβάσεις.

Προβλήματα αντιμετώπισε και η «δίδυμή» της, που γυρίστηκε το 1978, η «Αυτοκρατορία του πάθους», αν και λιγότερο τολμηρή.

Είναι όμως άδικο για τον Όσιμα να ταυτίζεται το όνομά του με τις δύο «αυτοκρατορίες» του. Κι αυτό επειδή σκηνοθέτησε πλήθος άλλων σημαντικών ταινιών οι οποίες έφεραν καινοτομίες στην κινηματογραφική φόρμα αλλά και στην τόλμη με την οποία έβλεπε την κοινωνία της πατρίδας του.

 

Μια μεγάλη καριέρα

Το 1954 άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη, ενώ παράλληλα ασκεί και το επάγγελμα του κριτικού κινηματογράφου.

Γύρισε την πρώτη του ταινία «Η γειτονιά του έρωτα και της ελπίδας» το 1959. Ακολούθησε η «Σκληρή ιστορία της νιότης», ταινία που τον έκανε γνωστό και τον καθιέρωσε ως έναν από του εκπροσώπους του Νέου Κύματος στον ιαπωνικό κινηματογράφο.

Το 1960 γύρισε την «Ταφή του ήλιου», ταινία με ηρωίδα μια κοπέλα η οποία ζει κάνοντας παράνομο εμπόριο αίματος. Την ίδια χρονιά γυρίζει και τη «Νύχτα και καταχνιά στην Ιαπωνία» ταινία με επίκεντρο μία γαμήλια τελετή, που όμως είναι βαθιά επαναστατική, με αναφορές στη Νέα Ιαπωνική Αριστερά με αποτέλεσμα να αποσυρθεί πολύ γρήγορα από την εταιρία παραγωγής.

Ακολουθούν μια σειρά από σημαντικές, αλλά σχεδόν άγνωστες στη Δύση ταινίες, όπως «Η παγίδα» (1961), «Η εξέγερση» (1962), «Οι ηδονές της σάρκας» (1965),
«Το ημερολόγιο του Γιουνμπόγκι» (1965), «Ο δαίμονας του μεσημεριού» (1966), «Τα μυστικά σημειωματάρια των πολεμικών τεχνών των Νίντζα» (1966), «Για τα άσεμνα γιαπωνέζικα τραγούδια» (1967), «Γιαπωνέζικο καλοκαίρι: διπλή αυτοκτονία» (1967).

Το 1968 έρχεται με μια μεγάλη ταινία, τον «Απαγχονισμό». Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δεν πεθαίνει κατά την εκτέλεση. Η εξουσία βρίσκεται σε αμηχανία επειδή δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει έναν άνθρωπο ο οποίος έχει ξεχάσει το παρελθόν και αποζητά τη θέση του σε μια κοινωνία η οποία τον οδήγησε στο έγκλημα.

Την ίδια χρονιά σκηνοθετεί την «Επιστροφή των τριών μπεκρήδων», μια πολιτική κωμωδία, όπως την χαρακτήριζε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, με αντιπολεμικό περιεχόμενο.

Το «Ημερολόγιο ενός κλέφτη της Σιντζούκου» (1968), είναι μια ταινία ανατρεπτική στο περιεχόμενο και τη φόρμα, με ήρωες δύο νέους που αδυνατούν να νιώσουν έλξη ο ένας για τον άλλο μέχρι τη στιγμή που θα το ξεπεράσουν παίρνοντας μέρος σε μία επαναστατική παράσταση.

Το 1969 με το «Αγόρι» επιβεβαιώνεται διεθνώς  ως ένας σκηνοθέτης ο οποίος βάζει τη δική του σφραγίδα στον πλανήτη του σινεμά. Ήρωάς του είναι ένα αγόρι που οι γονείς του το βάζουν να πέφτει στις ρόδες των διερχόμενων αυτοκινήτων, ζητώντας στη συνέχεια χρήματα από τους οδηγούς.

Το «Πέθανε μετά τον πόλεμο» (1970) είναι μια αλληγορική πολιτική ταινία που κινείται στα όρια του φανταστικού.

Το 1971 έχει σειρά η συγκλονιστική «Τελετή», μια ταινία με την οποία ο σκηνοθέτης συνεχίζει να ασχολείται κριτικά με τις παραδόσεις της γιαπωνέζικης κοινωνίας. Στο κέντρο βρίσκεται μια πλούσια οικογένεια, ο παππούς-αφέντης και οι διάφορες οικογενειακές τελετές (γάμοι, κηδείες) με στόχο του Όσιμα την κρατική εξουσία και την παράδοση.

Το 1972 σκηνοθετεί την «Μικρή αδελφή του καλοκαιριού» και τέσσερα χρόνια μετά έρχεται η σειρά της μεγαλειώδους «Αυτοκρατορίας των αισθήσεων» (1976), η οποία είναι βασισμένη σε ένα αληθινό περιστατικό ακραίου έρωτα και θανάτου. Το 1978 «Η αυτοκρατορία του πάθους» είναι μια ακόμη ιστορία παθιασμένου έρωτα και θανάτου που ξεπερνά νόμους και ηθικές αρχές.

Και φτάνουμε στο 1983 και ενώ ο Ναγκίσα Όσιμα είναι πολύ γνωστός σε φεστιβάλ και σε κύκλους κριτικών, θεωρητικών και σινεφίλ, έρχεται η ώρα να γίνει γνωστός κι αγαπητός και στο πλατύ κοινό με τη συγκλονιστική ταινία «Καλά Χριστούγεννα κύριε Λόρενς». Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα γιαπωνέζικο στρατόπεδο αιχμαλώτων στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πρωταγωνιστεί σε αυτήν ο Ντέιβιντ Μπάουι με μία αξεπέραστη ερμηνεία.

Ακολούθησε το 1986 το αμφιλεγόμενο «Μαξ, αγάπη μου», όπου μια γυναίκα αναπτύσσει μια σχεδόν ερωτική σχέση με έναν χιμπατζή

Η τελευταία του ταινία «Ταμπού», που αναφέρεται σε ομοφυλοφιλική σχέση ανάμεσα σε σαμουράι, γυρίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Μετά από αυτή, μια σειρά από εγκεφαλικά επεισόδια δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει την καριέρα του.

Ο Ναγκίσα Όσιμα έχει σκηνοθετήσει ακόμη πολλά ντοκιμαντέρ για την τηλεόραση, όπως το «Κιότο, η γενέτειρα της μητέρας μου» του 1996, ενώ έχει γράψει και πολλά δοκίμια.

Με το θάνατο του καινοτόμου, πρωτοπόρου και τολμηρού σκηνοθέτη, χάνεται ακόμη ένας μεγάλος από το χώρο του παγκόσμιου κινηματογράφου. Για το έργο του έχουν γραφτεί πολλά και θα γραφτούν ακόμη περισσότερα. Εμείς θα κλείσουμε με λόγια που έχει πει ο ίδιος για τις ταινίες του, σε παλαιότερή του συνέντευξη:

«Καμιά ταινία μου δε θέλησε ποτέ να ακολουθήσει άμεσα το δρόμο μιας άλλης. Η καθεμιά τους δεν ήθελε παρά να ερευνήσει, όσο το δυνατόν βαθύτερα, ένα συγκεκριμένο θέμα. Στην πραγματικότητα, όμως, πολλές απ’ αυτές διασταυρώνονται, έτσι ώστε να μπορεί να βρει κανείς σ’ αυτές, σε θεματικό επίπεδο, μια ορισμένη συνέχεια, ενώ, σε επίπεδο στιλ ή δομής, θέλησα πάντοτε να ερευνήσω δρόμους κατά το δυνατόν διαφορετικούς. Ωστόσο, όλες οι ταινίες μου έχουν, βασικά, δύο κοινά σημεία. Υπάρχει από τη μια η φυσική ή λογική κι από την άλλη η ευαισθησία (…)».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s