53ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Με τα μάτια στον ελληνικό κινηματογράφο

Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους

Γράφει ο Στράτος Κερσανίδης (από την ΕΠΟΧΗ, 18/11/2012)

Σήμερα θα επιχειρήσω μια αναφορά σε κάποιες από τις ελληνικές ταινίες που προβλήθηκαν στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης, υπενθυμίζοντας πως για τη «Χαρά» και για «Το αγόρι που έτρωγε το φαγητό του πουλιού», έγραψα την περασμένη Κυριακή.

Με γέμισε ικανοποίηση η ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη «Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους». Η σκηνοθέτιδα αφηγείται μια σύγχρονη ιστορία στην Ελλάδα της κρίσης παίρνοντας σαφή θέση. Με μια μεστή και στρωτή σκηνοθεσία καταγράφει τα όσα ο καθένας μας βλέπει και αντιλαμβάνεται καθημερινά, με τρόπο τρυφερό, κάποιες φορές με θυμό, αλλά και με λεπτό χιούμορ. Ταυτόχρονα προσεγγίζει και τις αντιφάσεις των ηρώων της, οι οποίοι κάποιες φορές προβληματισμένοι, κάποιες άλλες απογοητευμένοι παραμένουν αθεράπευτα αισιόδοξοι μαχητές έχοντας απέναντί τους ένα απάνθρωπο σύστημα. Η αφήγηση κυλάει, οι διάλογοι είναι άριστα δουλεμένοι και η διεύθυνση των ηθοποιών εξαιρετική. Τίποτε εξεζητημένο, τίποτε περιττό, όλα σωστά τοποθετημένα και σε κατάλληλες δόσεις. Μια ταινία που έχει άποψη και τη στηρίζει με τρόπο ισορροπημένο χωρίς να καταφεύγει σε κραυγές ούτε να εκβιάζει το θυμικό του θεατή. Η αλήθεια των ανθρώπων είναι κάτι που αναζητούμε όλοι μας απεγνωσμένα και η Κωνσταντίνα Βούλγαρη μας το έδωσε μέσα σε 85 λεπτά εικόνας και λόγου.

Ο Νίκος Κούνδουρος είναι ένας από τους μεγαλύτερους έλληνες σκηνοθέτες. Δεκατέσσερα χρόνια μετά τους «Φωτογράφους» επανέρχεται με «Το πλοίο για την Παλαιστίνη».

Ο Κούνδουρος εμπλέκει Εβραίους, Παλαιστίνιους, πόρνες από την Ανατολική Ευρώπη, έλληνες εμπόρους όπλων, μασόνους και στήνει μια περίπλοκη ιστορία η οποία συμβαίνει σε απροσδιόριστό χρόνο. Καταργεί το χρόνο, παρελθόν, παρόν και μέλλον είναι ένα και το αυτό. Η αλήθεια είναι πως ο Νίκος Κούνδουρος προσφέρει μερικές θαυμάσιες σκηνές. Όλα όμως αυτά τα ωραία πράγματα, καταλήγουν σε ένα άνευ προηγουμένου αλαλούμ. Και επειδή δε θέλω να φανώ ασεβής προς τον Νίκο Κούνδουρο, ο οποίος χρήζει του σεβασμού όλων μας, θα αναφέρω χαρακτηριστικά το εξής: σε σκηνή κορύφωσης προς το τέλος, όταν η Σάρα πυροβολεί το δολοφόνο της μητέρας της και εκείνος της ανταποδίδει τον πυροβολισμό, η αίθουσα γέμισε από γέλια! Αυτό νομίζω δείχνει κάτι. Δυστυχώς η ταινία ήταν μια μεγάλη απογοήτευση. Το άχρονο του χρόνου δε λειτούργησε.

Στην «Κίτρινη πόλη» ο Σάββας Κατιρτζίδης επιχειρεί κάτι πολύ φιλόδοξο. Η μίμηση δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό πράγμα, αρκεί να έχεις αφομοιώσει καλά αυτό που θέλεις να μιμηθείς και να το εντάξεις μέσα στο δικό σου πλαίσιο ιδεών. Εδώ ο σκηνοθέτης φαίνεται πως προσπαθεί να μιμηθεί το σινεμά του Νίκου Νικολαϊδη. Δεν τα πάει άσχημα στη δημιουργία του ζοφερού κλίματος που συνοδεύει την ταινία. Η σκηνοθεσία του όμως είναι άνιση, χάνει το ρυθμό της, κουράζει. Οι διάλογοι επιφανειακοί, δε συμβαδίζουν με τη σοβαρότητα των όσων, υποτίθεται πως συμβαίνουν. Οι φωτισμοί είναι κακοί, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα των ηθοποιών πολλές φορές να είναι δυσδιάκριτα. Καλή μεν η προσπάθεια, ατυχές δε, το αποτέλεσμα.

Στην «Τηλεμάχεια», του Αλεξάντερ Νάλι, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία περισσότερο βρετανική παρά ελληνική. Η ταινία κυλά, δε δυσανασχετεί κανείς βλέποντάς την. Στο τέλος όμως δε μένει κάτι το ουσιώδες. Συμβαίνουν διάφορα για να καταλήξουμε κάπου… χωρίς κατάληξη. Αφήστε δε που η ταινία μου άφησε και μια γεύση συντηρητικούρας!

Η Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη κάνει έναν κινηματογράφο ιδιότυπο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο κινείται και η ταινία της «The capsule». Επτά νεαρές γυναίκες βρίσκονται κλεισμένες σε ένα σπίτι και παρακολουθούν κάποια μαθήματα. Εξαιρετική εικαστικά η ταινία παραμένει άψογη σε αυτό το επίπεδο. Μόνο που κατά την ταπεινή μου άποψη, ο κινηματογράφος δεν είναι μόνον κάδρο, φωτογραφία και κινησιολογία.

Ακόμη αναρωτιέμαι ποιος είναι ο λόγος που ο The Boy έκανε την ταινία «Χιγκίτα». Βίντεο αρτ και όχι σινεμά αλλά και κακώς εννοούμενος πειραματισμός συνοδεύουν ένα παραληρηματικό κείμενο το οποίο κάτι προσπαθεί να ψελλίσει χωρίς όμως, εν τέλει, να μας λέει κάτι. Κρίμα!

Την κρίση ως επίκεντρο έχει η ταινία του Μάρκου Μάρκου «Papadopoulos and Sons». Μετά ένα πρώτο ενδιαφέρον 20λεπτο όμως, η ταινία παρασύρεται σε ένα ελληνικό φολκλόρ. Αρκετό μελό, ίσες δόσεις χιούμορ και ένα άνισο αποτέλεσμα που θυμίζει τις μέτριες ταινίες της Νία Βαρντάλος.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά ακόμη, όπως για τις ατυχείς επιλογές στις ταινίες έναρξης και λήξης, για το πρωτότυπο «Ταμπούρ» του ιρανού Βακίφ Βακιλιφάρ, το κοινωνικό και μινιμαλιστικά σκηνοθετημένο «Εδώ κι εκεί» του μεξικανού Αντόνιο Μέντοζ Εσπάρζα, το ενδιαφέρον «Ένας μήνας στην Ταϊλάνδη» του ρουμάνου Πάουλ Νεγκοέσκου, τη σινεφιλική κατασκοπευτική παρωδία «Το χρώμα του χαμαιλέοντα» του βούλγαρου Εμίλ Χρίστοφ, το «Νοτιοδυτικά» του βραζιλιάνου Εντουάρντο Νούνες που βαδίζει στα χνάρια του μαγικού ρεαλισμού.

Να είμαστε καλά, να τα ξαναπούμε του χρόνου!

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s