Η ταύτιση, ο σταλινισμός, η εθνική αφήγηση και οι διαχωριστικές γραμμές

(αναδημοσίευση από το http://www.rednotebook.gr)

Γράφει ο Δημήτρης Γκιβίσης

Μέσα στον ορυμαγδό των γεγονότων των ημερών, τρεις δηλώσεις, ειπωμένες σε διαφορετικές χρονικές στιγμές αλλά νοηματικά απόλυτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, θεωρώ ότι ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικές. «…Ο ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με το ΚΚΕ, τα δυο κομμουνιστικά κόμματα,…» ανέφερε, μεταξύ άλλων, η προ εβδομάδος ανακοίνωση του κυβερνητικού εκπροσώπου μετά την στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ στην πρόταση νόμου του ΚΚΕ για την κατάργηση του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης. Φυσικά, είναι δικαίωμα του καθενός να ερμηνεύει όπως αυτός νομίζει, όμως κάτι που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους είναι ότι μπορούν να διαβάσουν ανάμεσα από τις γραμμές και κάτω από ό,τι φαίνεται. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν να αποκρυπτογραφήσουμε την ανακοίνωση του Κεδίκογλου.
Το κομμουνιστικό
Είναι προφανές, ότι για τον αστικό πολιτικό κόσμο το «κομμουνιστικό» εκλαμβάνεται ως στίγμα, ως κηλίδα, ως κατηγορία. Στην απλοϊκή και συνάμα βολική ερμηνεία που δίνει, θεωρεί ότι κομμουνισμός είναι αυτό που είδαμε, αυτό που ξέρουμε. Ταυτίζει κάθε αναζήτηση ενός άλλου κόσμου χωρίς εκμετάλλευση και κοινωνικές ανισότητες με τα απεχθή σταλινικά απολιθώματα, και αποφεύγοντας κάθε συζήτηση για το διαρκές έγκλημα του καπιταλισμού θεωρεί ότι «καθαρίζει» (σημ: με μια ιδεολογική διαστροφή την ίδια ταύτιση κάνει και το ΚΚΕ, με τη διαφορά ότι το ΚΚΕ θαυμάζει τα καθεστώτα του ανύπαρκτου σοσιαλισμού ως το αγλάισμα μιας κοινωνίας πέρα από τον καπιταλισμό, -αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση). Είναι προφανές, ότι για μια σειρά λόγων (ιστορικούς, ιδεολογικούς, κλπ) το ΚΚΕ χαρακτηρίζεται από όλους ως ένα «κομμουνιστικό κόμμα». Άλλωστε, και μόνο το γεγονός ότι αυτοπροσδιορίζεται ως τέτοιο, και μάλιστα με τρόπο που υποδηλώνει ότι δεν επιθυμεί επ’ ουδενί να είναι συγχρόνως και οτιδήποτε άλλο, είναι από μόνος του ένας επαρκής λόγος. Όμως γιατί ο κυβερνητικός εκπρόσωπος χαρακτηρίζει «κομμουνιστικό» και τον ΣΥΡΙΖΑ; Από πού τεκμαίρεται μια τέτοια διαπίστωση; Προφανώς αυτό δεν γίνεται λόγω των συνιστωσών του που έχουν το «κάπα» (ΑΚΟΑ, ΚΟΕ), ούτε εξαιτίας της κομμουνιστικής προοπτικής στην οποία αναφέρεται μέρος των στελεχών και μελών του. Άλλωστε, ποτέ ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει αυτοπροσδιοριστεί ως «κομμουνιστικός» γιατί δεν έχει μόνο μια ταυτότητα. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι, και προσπαθούμε να είναι, και αριστερός, και ριζοσπαστικός, και κινηματικός, και φεμινιστικός, και οικολογικός, και αντιομοφοβικός, και πολλά άλλα ακόμη. Θεωρώντας ότι ο χαρακτηρισμός του Κεδίκογλου δεν γίνεται τυχαία, θα σταθώ σε τέσσερα σημεία.

 

Η ταύτιση

 

Κατά κοινή ομολογία, και θαρρώ πως δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση για να εξηγηθεί το γιατί, ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί κόκκινο πανί για τον ελληνικό καπιταλισμό και τους πολιτικούς εκφραστές του. Ο ταξικός του προσανατολισμός, η διεθνιστική του αντίληψη, η κινηματική του διάσταση, η ελευθεριακή του κουλτούρα, αποτελούν κομμάτια ενός γοητευτικού παζλ μιας αριστεράς που δεν αυτοθαυμάζεται, που αφουγκράζεται την γλώσσα των νέων κινημάτων, που δεν προφητεύει το μέλλον αλλά το χαράζει με τη δράση της, που δεν φοβάται να ενώσει την ανάσα της με τις ανάσες των άλλων. Οι διαφορές του ΣΥΡΙΖΑ από το ΚΚΕ είναι υπαρκτές και δεδομένες. Λογικά, δεν υπάρχει κάποιος που να μην το ξέρει. Για αυτό το λόγο, η προσπάθεια ταύτισης τους, ιδιαίτερα στην σημερινή συγκυρία και μάλιστα όταν αυτή γίνεται από τους πολιτικούς μας αντιπάλους, θεωρώ ότι δεν είναι καθόλου αθώα ή αφελής. Κάθε τέτοια ταύτιση, ουσιαστικά αποτελεί μια συνειδητή επιλογή αφενός μεν να αποδοθούν στον ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηριστικά (μεσσιανισμός, γραφειοκρατία, δογματισμός, κλπ) και πολιτικές θέσεις που δεν του αντιστοιχούν, και αφετέρου που έχει στόχο να τον αποστειρώσει από τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του, να του αποσπάσει κομμάτια από τον πλούτο του, να τον αναγκάσει να μιλήσει στη γλώσσα τους απεμπολώντας την δική του. Συγχρόνως όμως, είναι και μια προσπάθεια συμβολικού περιορισμού του ΣΥΡΙΖΑ εντός των στενών ορίων της αριστεράς και μόνο, που στοχεύει στην απομόνωσή του από τα μεγάλα οργισμένα ποτάμια που πλημμυρίζουν τους δρόμους και τις πλατείες. Και παράλληλα, είναι μια προσπάθεια ενοχοποίησής του λόγω της πολιτικής του πρότασης, που την απορρίπτουν χαρακτηρίζοντάς την ως ανθελληνική, ως ευρισκόμενη εκτός και απέναντι του «εθνικού συμφέροντος», με μια φρασεολογία που παραπέμπει στις χειρότερες περιόδους της μετεμφυλιακής ελληνικής δεξιάς.
Ο σταλινισμός

 

Ο χαρακτηρισμός «κομμουνιστικά κόμματα», που, κατ’  αυτούς, έμμεσα παραπέμπει στον σταλινισμό, σημαίνει και κάτι ακόμα. Είναι μια προσπάθεια του αστικού πολιτικού προσωπικού να κρύψει τον δικό του σταλινισμό, αυτόν τον ιδιότυπο σταλινισμό που είθισται να βαφτίζεται ως «εθνικό καθήκον», ως «πατριωτική στάση», ή ως κάτι άλλο παρόμοιο από τα συναφή τζούφια ταρατατζούμ, και που όπως είδαμε, για μια φορά ακόμα, τις τελευταίες ημέρες, οδήγησε τούς Σαμαρά και Βενιζέλο να εκβιάζουν απροκάλυπτα τις κοινοβουλευτικές τους ομάδες, ενώ όσοι διαφώνησαν με την «γραμμή» του ιερατείου αντιμετωπίστηκαν ως μιάσματα και εκδιώχτηκαν από τον κομματικό «παράδεισο». Έναν σταλινισμό μάλιστα, που ενώ από την μια επιδιώκουν να τον αποδώσουν στον ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη τον κατηγορούν ότι δεν τον επιβάλλει αρκούντως στα στελέχη του. Ας θυμηθούμε τις δεκάδες προεκλογικές ανακρίσεις, όπου οι συνήθεις τηλε-εισαγγελείς εγκαλούσαν τους υποψήφιους του ΣΥΡΙΖΑ να απολογηθούν γιατί δεν είχαν πανομοιότυπη άποψη για τα πάντα. Ας θυμηθούμε τις φαιδρές δηλώσεις διάφορων καθεστωτικών κύκλων για τις δήθεν αλληλοσπαρασσόμενες συνιστώσες του, για τα καπετανάτα του ΣΥΡΙΖΑ, όπως διέγνωσε προεκλογικά και ο ίδιος ο Σαμαράς. Φυσικά θα ήταν ανεδαφικό να εμπνέεται ο αστικός πολιτικός κόσμος από τα υπέροχα ζαπατίστικα συνθήματα «προχωράμε ρωτώντας», «κυβερνάμε υπακούοντας» κλπ που δείχνουν το δρόμο ενός καινούριου πράττειν, λέγοντάς μας ότι αυτό που δίνει νόημα στη ζωή των ανθρώπων είναι η συμμετοχή τους σε μια συλλογική διαδικασία χωρίς να περιμένουν έτοιμες απαντήσεις και μαγικές λύσεις. Ωστόσο, θεωρώ ότι θα πρέπει ο ΣΥΡΙΖΑ κάθε φορά που προκαλείται να απαντάει με τρόπο που να υπερασπίζεται και συγχρόνως να αναδεικνύει στοιχεία της ταυτότητάς του: ναι λοιπόν, συζητάμε, προτείνουμε, συμπεραίνουμε, αναζητάμε, συναποφασίζουμε, με μια συνεχόμενη διαδικασία δημοκρατίας και ανατροπής.
Η εθνική αφήγηση
«Αν καταψηφιστούν τα μέτρα θα γίνουμε Β. Κορέα» μας πληροφόρησε στην αρχή της εβδομάδας ο Γιάννης Στουρνάρας, αυτός που, κατά δήλωσή του, έβαλε στην άκρη τις σοσιαλδημοκρατικές του πεποιθήσεις και δέχτηκε να γίνει υπουργός του Σαμαρά τασσόμενος με την «εθνική προσπάθεια» της σωτηρίας του χώρας. Για «κοινωνία της ανελευθερίας, των δελτίων και της μόνιμης στέρησης» μίλησε ο πρωθυπουργός το βράδυ της Τετάρτης στη Βουλή, αναφερόμενος στα καθεστώτα του τέως ανατολικού μπλοκ, σε αυτά που, κατ΄ αυτόν, επιδιώκει να μας πάει ο ΣΥΡΙΖΑ και οι συνιστώσες του. Όμως πέρα από τις καλές τους προθέσεις, και οι δύο είναι εντελώς ανενημέρωτοι. Κάποιος πρέπει να τους πει επειγόντως ότι η καταστολή των αντιφρονούντων, η φίμωση των ενοχλητικών φωνών, ο ασφυκτικός περιορισμός δικαιωμάτων και ελευθεριών, δεν γίνονται μόνο στην Β. Κορέα. Ότι στην Ελλάδα του 2012 οι άνθρωποι έχουν κατάθλιψη, ότι αυτοκτονούν από απελπισία, ότι ψωνίζουν σαν να έχουν κουπόνια. Το μόνο που δεν είδαμε ακόμα, είναι να εκτελούνται δημοσίως όσοι δεν ζητωκραυγάζουν «αυθόρμητα» υπέρ της κυβέρνησης και του μεγάλου τιμονιέρη της. Είναι εμφανές, ότι οι Σαμαράς, Στουρνάρας και Κεδίκογλου προσπαθούν να μιλήσουν με τη φωνή του έθνους των κυρίαρχων, όμως ο λόγος τους είναι προβλέψιμα παρωχημένος, στοιχειωμένος από τα φαντάσματα της  μνήμης. Και οι τρεις αποκρύπτουν το φόβο τους, για αυτό αμυνόμενοι ξετυλίγουν το νήμα της «εθνικής αφήγησης» του αστισμού ενάντια στην «κόκκινη απειλή»: τους κομμουνιστές που θα έρθουν να μας πάρουν τα σπίτια και τα κτήματα. Όσα βέβαια θα έχουν απομείνει ως τότε από τις τράπεζες και τα χαράτσια.
Οι διαχωριστικές γραμμές

 

Είναι προφανές, ότι όσο η τρικομματική συγκυβέρνηση θα καταρρέει κάτω από την πίεση του λαϊκού παράγοντα και συγχρόνως η κρίση νομιμοποίησης του αστικού πολιτικού συστήματος θα αυξάνεται, οι πολιτικοί εκφραστές του ελληνικού καπιταλισμού θα προσπαθούν να επινοήσουν τις νέες διαχωριστικές γραμμές γύρω από τις οποίες θα ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σκηνικό. Όμως να μην ξεχνάμε, ότι σε περιόδους κρίσης που οι φυγόκεντρες τάσεις είναι πάντα μεγαλύτερες, ο αστικός κόσμος νοιώθει έντονη την ανάγκη επιστροφής στις δοκιμασμένες σταθερές, στα γνώριμα καταφύγια που ενισχύουν την οντολογική ασφάλειά του και δημιουργούν συσπειρώσεις. Θα λειτουργήσει και πάλι το γνωστό σχήμα μέσα σε συνθήκες άγριας κοινωνικής πόλωσης; Άγνωστες οι βουλές της κοινωνίας, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Ωστόσο, όπως και να πλασαριστούν οι νέες διαχωριστικές γραμμές (ευρωπαϊστές ενάντια σε αντιευρωπαϊστές, λόμπι του ευρώ απέναντι στους δραχμολάγνους, ηγέτες που συνομιλούν με τον θεό ενάντια σε αυτούς του σκότους, κλπ) τα πράγματα είναι πλέον ξεκάθαρα. Γιατί την ίδια ώρα που κάποιοι ακόμα ομφαλοσκοπούν γύρω από το δίπολο «μνημόνιο/αντιμνημόνιο», έρχεται ο ίδιος ο αντίπαλος, δηλαδή η πραγματικότητα, να μας υπενθυμίσει το αυτονόητο: ότι η μάχη είναι μόνο τάξη εναντίον τάξης. Ότι ο πόλεμος είναι πάντα κοινωνικός. Προς τιμήν του, βάζει απροκάλυπτα τις διαχωριστικές γραμμές λέγοντάς μας: «‘Ή εμείς, ή εσείς». Το ίδιο τού λέμε κι εμείς.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s