53ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 11/11/2012)

Με έντονη την παρουσία της κρίσης

Πέρα από τους λόφους

Γράφει ο Στράτος Κερσανίδης

 Με την τελετή λήξης και την απονομή των βραβείων, τα οποία δεν είναι χρηματικά, λόγω της οικονομικής κρίσης, ολοκληρώθηκε χθες το βράδυ το 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, οι επαναληπτικές προβολές του οποίου συνεχίζονται και σήμερα.

Η προσέλευση του κοινού υπήρξε και φέτος πολύ μεγάλη αλλά η αίσθηση που υπήρχε αυτές τις μέρες ήταν πως το φεστιβάλ κινήθηκε σε ένα υποτονικό κλίμα. Κατά γενική ομολογία η οικονομική κρίση και τα κυβερνητικά μέτρα που διαλύουν την ελληνική κοινωνία έπαιξαν το ρόλο τους σε αυτήν την υποτονικότητα.

Την περασμένη Τετάρτη, ημέρα της ψηφοφορίας των μέτρων στη Βουλή, οι εργαζόμενοι στην εταιρία υποτιτλισμού του φεστιβάλ έδωσαν το δικό τους στίγμα. Την ώρα που ξεκινούσαν οι ταινίες έριχναν στο πλαίσιο υποτιτλισμού τη φράση: «Οι εργαζόμενοι στο Νεανικό Πλάνο translations αντιτίθενται στα μνημονιακά μέτρα», κάτω από το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Με τρόπο συγκλονιστικό ο Έκτορας Λυγίζος στην ταινία του «Το αγόρι που έτρωγε το φαγητό του πουλιού», που συμμετέχει στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα δίνει μια εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Ο 23χρονος Γιώργος προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιβιώσει αναζητώντας τροφή και φροντίζοντας το μοναδικό του φίλο: ένα καναρίνι. Ζει σε ένα διαμέρισμα στο οποίο έχει κοπεί το νερό, το ψυγείο είναι άδειο και κάποιες φορές για να ξεγελάσει την πείνα του, μοιράζεται την τροφή του καναρινιού του. Με μια γλώσσα λιτή, ο Λυγίζος, δείχνει την κατάσταση της χώρας. Οι εικόνες του μοιάζουν με κοφτερό μαχαίρι που σχίζει τις σάρκες μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση. Μια σπαρακτική προσέγγιση της καθημερινότητας που βιώνουμε, με μια σαφή και αιχμηρή σκηνοθετική ματιά χωρίς καμία προσπάθεια ωραιοποίησης ή μελοδραματισμού. Η κρίση είναι εδώ, βρίσκεται μέσα σε κάθε σπίτι και το μόνο που μένει στους ανθρώπους, όπως ο Γιώργος, είναι η προσπάθεια διατήρησης της αξιοπρέπειάς τους μέσα σε ένα ανελέητο περιβάλλον.

Από τη μεριά του ο Κώστα Γαβράς με το «Κεφάλαιο», προσφέρει τη δική του κοφτερή ματιά. Ο Γαβράς στήνει ένα γαϊτανάκι στο οποίο κυριαρχεί το πάθος για το χρήμα και η ίντριγκα. Δείχνει πως λειτουργεί το ληστρικό τραπεζικό σύστημα το οποίο έχει φέρει την παγκόσμια οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Ασκεί μετωπική κριτική στον καπιταλισμό και τοποθετεί τον ήρωά του στο επίκεντρο. Ο Μαρκ Τουρνέιγ θέλει να κερδίσει αλλά ταυτόχρονα δε θέλει ούτε και να χάσει. Και όταν στο φινάλε εισέρχεται θριαμβευτής για να αναλάβει εκ νέου την προεδρία της τράπεζας Φοίνιξ, φωνάζει: «είμαι ένας σύγχρονος Ρομπέν. Τα παίρνω από τους φτωχούς και τα δίνω στους πλούσιους». Και ενώ το ευφυολόγημά του καταχειροκροτείται από τους μετόχους, εκείνος γυρίζει συνωμοτικά προς την κάμερα και μας λέει: «Είναι μεγάλα παιδιά. Τους ενδιαφέρει μόνο να παίζουν μέχρι να μας οδηγήσουν στην καταστροφή». (ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ)

Η «Χαρά» του Ηλία Γιαννακάκη είναι μια ταινία που παρά τις κάποιες αδυναμίες της, φαίνεται να πατά καλά στα πόδια της. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί την ηρωίδα του στο επίκεντρο ενός δράματος στο οποίο παίζει το ρόλο του θύτη αλλά και του θύματος. Με μικρές σεκάνς, ο Γιαννακάκης, αναπτύσσει το σενάριό του θέτοντας ερωτήματα αναφορικά με την απονομή δικαιοσύνης αλλά και με τη διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα μέσα από τα βιώματα. Ταινία χαμηλού προφίλ αλλά έντονων συναισθημάτων, διαθέτει μια εξαιρετική Αμαλία Μουτούση στον πρωταγωνιστικό ρόλο και κερδίζει το θεατή επειδή δε φωνασκεί και διαχειρίζεται ένα δύσκολο θέμα με ειλικρίνεια και σύνεση. (ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ)

Στο πλαίσιο του τμήματος Ματιές στα Βαλκάνια, προβλήθηκε η ταινία του Ρείς Τσελίκ, «Νύχτα σιωπής». Ο Τσελίκ καταπιάνεται με ένα θέμα όχι και τόσο ασυνήθιστο στην Τουρκία: τους γάμους μικρών κοριτσιών με μεγαλύτερους άνδρες, τα εγκλήματα τιμής, τη δύναμη της οικογένειας. Σκηνοθετεί με μαεστρία μέσα στο μικρό χώρο, δημιουργεί εντάσεις, αναδεικνύει  στην τραγικότητα των χαρακτήρων του. Ιδιαίτερα εκείνη του άνδρα, ο οποίος φυλακίστηκε για ένα έγκλημα τιμής που διατάχθηκε να κάνει εξ ονόματος της οικογένειας και αφού έκατσε 20 χρόνια στη φυλακή, διατάχθηκε να διαπράξει κι άλλο έγκλημα μόλις αποφυλακίστηκε, με αποτέλεσμα να ξαναφυλακιστεί. Κι ο κουρασμένος αυτός άνθρωπος, μετά από μια ολόκληρη ζωή πίσω από τα σίδερα βρίσκεται παντρεμένος με ένα κοριτσάκι που θα μπορούσε να είναι εγγονή του. Το φινάλε ελλειπτικό, υπονοεί την τραγωδία που συντελείται μόλις αρχίσει να ξημερώνει. Μια θαυμάσια ταινία που θα μπορούσε να είναι θεατρικό έργο αλλά ο Τσελίκ τολμά και το μεταφέρει στο σινεμά, εκμεταλλευόμενος την κάθε σπιθαμή του χώρου και το κάθε αντικείμενο που βρίσκεται εκεί. (ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟ)

Με τη Χρυσή Τουλίπα στο Φεστιβάλ της Κωνσταντινούπολης αλλά και με πολλά ακόμη βραβεία από ολόκληρο τον κόσμο η ταινία «Πέρα από το λόφο» του Εμίν Αλπέρ από την Τουρκία, κέρδισε και το ελληνικό κοινό.

Ο Φαϊκ υποδέχεται στο εξοχικό του το γιο του και τους δυο εγγονούς του. Όμως το κλίμα είναι βαρύ καθώς ο Φαϊκ έχει προβλήματα με τους νομάδες οι οποίοι βοσκούν τις κατσίκες τους στο κτήμα του.

Η ατμόσφαιρα είναι βαριά και ο Αλπέρ δημιουργεί ένα απειλητικό κλίμα, επερχόμενης καταστροφής. Χωρίς ποτέ να βλέπουμε τους νομάδες, αλλά διαρκώς ακούμε γι’ αυτούς,  τούρκος σκηνοθέτης οικοδομεί σιγά-σιγά την επερχόμενη τραγωδία. Και ενώ όλα βαδίζουν προς τη τελική έκρηξη, κάτω από την αόρατη απειλή, ο Εμίν Αλπέρ υπεισέρχεται και στις σχέσεις ανάμεσα στον αυταρχικό Φαϊτ και το γιο του αλλά και τον υποτακτικό του Μεχμέτ και την οικογένειά του, προσεγγίζοντας και τις κοινωνικές διαφορές. Θαυμάσιο το φινάλε με τη δυνατή επική μουσική και τους ήρωές μας οπλισμένους να ανεβαίνουν το λόφο για να πάνε να συναντήσουν τους νομάδες. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ)

Ο κουρδικής καταγωγής ιρανός σκηνοθέτης Μπαχμάν Γκομπαντί, παρουσίασε την τελευταία του ταινία «Η εποχή του ρινόκερου», μια ταινία που δεν πρόκειται να προβληθεί στη χώρα του. Πρόκειται για την τραγική ιστορία μιας χαμένης αγάπης, μια χαμένης ζωής. Ο Γκομπαντί ακολουθεί τον ήρωά του σε ένα ταξίδι αναζήτησης μέσα από το οποίο ο τελευταίος προσπαθεί να συμπληρώσει το χαμένο κομμάτι από το παζλ της ζωής του. Με φλας μπακ στα γεγονότα από το παρελθόν, ο Γκομπαντί συνθέτει μια ιστορία η οποία οδηγεί το Σαχέλ στο πλήρες αδιέξοδο. Με έντονο το ποιητικό αλλά και το εικαστικό στοιχείο, φιλοτεχνεί μια ταινία υψηλών καλλιτεχνικών προδιαγραφών.  Δεν μπορώ όμως να μη διατυπώσω κάποιες ενστάσεις σχετικά με το πολιτικό μέρος της ταινίας. (ΑΝΟΙΧΤΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ)

Με την ταινία του «Όλοι στην οικογένειά μας», ο ρουμάνος Ράντου Ζούντε, σκηνοθετεί ένα βραδυφλεγές οικογενειακό δράμα, συνεχίζοντας την πολύ καλή παράδοση που έχει οικοδομήσει τα τελευταία χρόνια ο ρουμάνικος κινηματογράφος.

Ο Ζούντε σκηνοθετεί μια ταινία – ωρολογιακή βόμβα. Η έκρηξη φαίνεται να πλησιάζει ενώ όλα μοιάζουν ήρεμα και ελεγχόμενα. Κλειστός χώρος, κάμερα σε συνεχή κίνηση, έντονος διάλογος. Κάποιες στιγμές η ταινία θυμίζει τις αντίστοιχες του δικού μας Γιάννη Οικονομίδη. Νευρική σκηνοθεσία, εξαιρετικοί διάλογοι, ένα σχόλιο για τη ζωή στη σύγχρονη Ρουμανία. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ)

Ο Κριστιάν Μουντζίου με την τελευταία του ταινία «Πέρα από τους λόφους» επιβεβαιώνει αυτό που γνωρίζαμε. Πως είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης, από τους καλύτερους –κατά τη γνώμη μου- στην Ευρώπη.

Παρακολουθούμε την ιστορία δύο κοριτσιών, της Αλίνα και της Βοιτσίτσα, που μεγάλωσαν μαζί στο ορφανοτροφείο και τώρα η δεύτερη έχει γίνει μοναχή. Η φίλη της η οποία έχει έρθει από τη Γερμανία για να την πάρει μαζί της, συναντά την άρνησή της αλλά και την αντίδραση του ιερέα και των μοναχών. Η Αλίνα κάνει ό,τι μπορεί αλλά συναντά τεράστιες δυσκολίες με αποτέλεσμα να θεωρηθεί πως είναι δαιμονισμένη. Μετά από μία κρίση η Αλίνα δένεται με αλυσίδες και υπόκειται σε εξορκισμό με τραγικά αποτελέσματα.

Ο Μουντζίου κάνει ένα δυνατό σχόλιο για μια κοινωνία που βιώνει το μετα- «σοσιαλιστικό» τραύμα. Ο άλλος, ο διαφορετικός, ο απροσάρμοστος, κάποτε κατέληγε στα ψυχιατρεία του καθεστώτος ή στις φυλακές. Στο ίδιο μήκος κύματος η μικρή κοινωνία της μονής δεν ανέχεται τις παρεκκλίσεις και η απροσάρμοστη Αλίνα πρέπει να έρθει με κάθε τρόπο στον ίσιο δρόμο, το δρόμο του θεού.

Η κάμερα του Μουντζίου, ως χειρουργικό νυστέρι, αναδεικνύει τους χαρακτήρες των δύο κοριτσιών αλλά και των υπόλοιπων ηρώων. Κομματιάζει τις σχέσεις που υπάρχουν στη μονή και εμφανίζει από πίσω έναν τερατώδη μηχανισμό ελέγχου ο οποίος καλύπτεται πίσω από όμορφα λόγια και προσευχές. Κάθε σκηνή, κάθε σεκάνς είναι τέλεια δουλεμένες, δημιουργούν έναν εξαιρετικό σκηνοθετικό ρυθμό ο οποίος παρά τα 150 λεπτά διάρκειας της ταινίας δεν αφήνουν το θεατή ούτε στιγμή να ανασάνει. Το ενδιαφέρον κορυφώνεται κάθε λεπτό για να φτάσουμε σε ένα σπαρακτικό φινάλε. Χωρίς δισταγμό θα σημειώσω, πως πρόκειται για την καλύτερη ταινία, από όσες είδα στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. (ΜΑΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ-ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΟΥΝΤΖΙΟΥ)

Με το σημερινό σημείωμα επιχειρώ μια ανθολόγηση από τις ταινίες που ξεχώρισα ανάμεσα σε όσες είδα αυτές τις μέρες. Θα συνεχίσω όμως την ερχόμενη εβδομάδα με τις υπόλοιπες.

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s