53ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ – 2η ημέρα

αναδημοσίευση από το http://www.alterthess.gr

Χτυπάει κέντρο ο Κώστας Γαβράς

Το Κεφάλαιο

Γράφει ο Στράτος Κερσανίδης

Ο καλλιτεχνικός διευθυντής, Δημήτρης Εϊπίδης. Δεν παρέλειψε στην τελετή έναρξης να ευχαριστήσει τον Κώστα Γαβρά που δέχτηκε η νέα του ταινία «Το κεφάλαιο» (Le capital), να προβληθεί στο πλαίσιο του φετινού φεστιβάλ κινηματογράφου. Παρόντος μάλιστα του σκηνοθέτη, ο οποίος χειροκροτήθηκε από το κοινό, όχι για την τελευταία του ταινία –αφού δεν είχε προβληθεί ακόμη- όσο για ολόκληρο το τόσο σημαντικό του έργο.

Το χειροκρότημα όμως, είμαι βέβαιος, θα ήταν πιο δυνατό εάν το κοινό που παραβρέθηκε στην τελετή έναρξης είχε δει το «Κεφάλαιο». ΚΙ αυτό επειδή ο Κώστας Γαβράς σημάδεψε και έπιασε για μια ακόμη φορά κέντρο.

Ο Μαρκ Τουρνέιγ είναι ένας άνθρωπος ο οποίος δουλεύει για τον πρόεδρο της Φοίνιξ, της μεγαλύτερης ευρωπαϊκής τράπεζας. Όταν ο πρόεδρος αποσύρεται λόγω ασθένειας προτείνει τον Τουρνέιγ για διάδοχό του , κάτι που δεν αρέσει στα άλλα μέλη του Δ.Σ.. Ο Τουρνέιγ όμως, αποφασισμένος να πετύχει και κερδίσει όσα πιο πολλά χρήματα μπορεί,  αποδεικνύεται ικανότατος τόσο στη διαχείριση του μεγάλου τραπεζικού κολοσσού που έχει αναλάβει, όσο και στο να αντιμετωπίζει όσους τον επιβουλεύονται.

Ο Γαβράς στήνει ένα γαϊτανάκι στο οποίο κυριαρχεί το πάθος για το χρήμα και η ίντριγκα. Δείχνει πως λειτουργεί ολόκληρο αυτό το ληστρικό τραπεζικό σύστημα το οποίο έχει φέρει την παγκόσμια οικονομία στο χείλος της καταστροφής. Ασκεί μετωπική κριτική στον καπιταλισμό και τοποθετεί τον ήρωά του στο επίκεντρο. Ο Μαρκ Τουρνέιγ θέλει να κερδίσει αλλά ταυτόχρονα δε θέλει ούτε και να χάσει. Και όταν στο φινάλε εισέρχεται θριαμβευτής για να αναλάβει εκ νέου την προεδρία Φοίνιξ φωνάζει: «είμαι ένας σύγχρονος Ρομπέν. Τα παίρνω από τους φτωχούς και τα δίνω στους πλούσιους». Και ενώ το ευφυολόγημά του καταχειροκροτείται από τους μετόχους, εκείνος γυρίζει συνωμοτικά προς την κάμερα και μας λέει: «Είναι μεγάλα παιδιά. Τους ενδιαφέρει μόνο να παίζουν μέχρι να μας οδηγήσουν στην καταστροφή».

 

Στην «Κίτρινη πόλη» ο Σάββας Κατιρτζίδης επιχειρεί κάτι πολύ φιλόδοξο. Να ξεκινήσω λέγοντας πως η μίμηση δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό πράγμα, αρκεί να έχεις αφομοιώσει καλά αυτό που θέλεις να μιμηθείς και να το εντάξεις μέσα στο δικό σου πλαίσιο ιδεών. Εδώ ο σκηνοθέτης φαίνεται πως προσπαθεί να μιμηθεί το σινεμά του Νίκου Νικολαϊδη , αλλά μάλλον δεν τα καταφέρνει.

Στην ταινία παρακολουθούμε πέντε ανθρώπους εγκλωβισμένους σε ένα σπίτι, καθώς το κράτος –προφανώς με ένα καθεστώς αυταρχικό που έχει επιβληθεί- δεν επιτρέπει σε κανέναν να βγει έξω. Έτσι οι εγκλωβισμένοι, σε μια προσπάθεια να αντισταθούν και να αντέξουν τον εγκλεισμό παίζουν ένα παιχνίδι, καταθέτοντας ο καθένας, πως φαντάζεται το θάνατό του. Ο Κατιρτζίδης δεν τα πάει άσχημα στη δημιουργία του ζοφερού κλίματος που συνοδεύει την ταινία. Η σκηνοθεσία του όμως είναι άνιση, χάνει το ρυθμό της, κουράζει. Οι διάλογοι είναι εντελώς επιφανειακοί και δε συμβαδίζουν με τη σοβαρότητα των όσων, υποτίθεται πως συμβαίνουν. Ακόμη και οι φωτισμοί είναι κακοί, με αποτέλεσμα τα πρόσωπα των ηθοποιών πολλές φορές να είναι δυσδιάκριτα. Καλή μεν η προσπάθεια, ατυχές δε, το αποτέλεσμα. (ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ)

 

Στην «Τηλεμάχεια», του Αλεξάντερ Νάλι, στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια ταινία περισσότερο βρετανική παρά ελληνική. Ο Τηλέμαχος, ή Τόμπι όπως τον φωνάζουν στην Αγγλία, είναι ένας νεαρός που ζει με τη μητέρα του καθώς ο έλληνας πατέρας του τους έχει εγκαταλείψει περίπου είκοσι χρόνια και επέστρεψε στο νησί του στην Ελλάδα. Κάποιοι τύποι προσεγγίζουν τη μητέρα του με σκοπό να την παντρευτεί ο ένας από αυτούς και να βάλουν στο χέρι την περιουσία της. Ο Τηλέμαχος μην αντέχοντας αυτήν την κατάσταση αποφασίζει και πηγαίνει να συναντήσει τον πατέρα του. Η συναναστροφή πατέρα και γιου θα φέρει στην επιφάνεια κάποιες δραματικές ιστορίες και θα αλλάξει τις ζωές και των δύο φέρνοντάς τους κοντά. Και ενώ συμβαίνουν αυτά, στην Αγγλία ο Ομάρ θέλει να ζήσει με την αγγλίδα φίλη του αλλά η μητέρα του είναι εντελώς αντίθετη με τη σχέση του γιου της με μία μη μουσουλμάνα.

Ο Αλεξάντερ Νάλι τα μπερδεύει λιγάκι. Εντάξει, η ταινία κυλά, δε δυσανασχετεί κανείς βλέποντάς την. Στο τέλος όμως δε μένει κάτι το ουσιώδες. Ο πατέρας επιστρέφει (από που κι ως που μετά 20 χρόνια;), ο Ομάρ αναγκάζεται να χωρίσει. Τελικά συμβαίνουν διάφορα για να καταλήξουμε κάπου… χωρίς κατάληξη. Αφήστε δε που η ταινία μου άφησε και μια γεύση συντηρητικούρας!

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s