«ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΤΗΣ ΠΑΝΔΩΡΑΣ»

Στα όρια του κινηματογραφικού ερωτισμού

Ο γερμανός θεατρικός συγγραφέας Φρανκ Βέντεκιντ (1864-1918) δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός για την καθεστηκυία τάξη. Το έργο του είναι βουτηγμένο στην «αμαρτία», στον άνευ ορίων αισθησιασμό, τη λαγνεία και την ελευθεροστομία, τόσο ώστε να απασχολήσει ιδιαίτερα τη λογοκρισία της εποχής.

Το 1903 έγραψε «Το κουτί της Πανδώρας» (Die büchse der Pandora) το οποίο θεωρείται το πιο δημοφιλές και είναι το πιο πολυπαιγμένο έργο του. Το 1929 ένας από του σημαντικότερους γερμανούς σκηνοθέτες ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, μετέφερε το έργο στον κινηματογράφο με πρωταγωνίστρια τη Λουίζ Μπρουκς.

Η Λούλου είναι μια σαγηνευτική γυναίκα η οποία μαγεύει το δρα Σεν, εκδότη μιας μεγάλης εφημερίδας. Σύντομα ο γάμος διαλύεται με τραγικό τρόπο καθώς τον σκοτώνει και η Λούλου ταξιδεύει στο Παρίσι συνοδευόμενη από τον Άλβα, γιο του συζύγου της (!) κι ένα φίλο του. Εκεί θα γνωρίσει και θα συνάψει σχέσεις με την κόμισα Γκέστσβιτς. Στη συνέχεια τη συναντάμε στο Λονδίνο όπου η Λούλου γνωρίζεται με τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη, του οποίου πέφτει και θύμα.

Μέσα σε μια ατμόσφαιρα σεξουαλικού παραληρήματος, η ηρωίδα του Παμπστ γίνεται το σύμβολο του καταστροφικού ερωτικού πάθους, μια γυναίκα που αντιπροσωπεύει το αιώνιο αντικείμενο του πόθου. Βέβαια μια τέτοια ταινία δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη από τη λογοκρισία. Έτσι οι λεσβιακές σκηνές που γυρίστηκαν στο Παρίσι λογοκρίθηκαν με την κόμισα αντί για ερωμένη να εμφανίζεται ως παιδική φίλη της Λούλου. Κι ακόμη ο Άλβα αντί για γιος του συζύγου της μετατρέπεται σε γραμματέα του. Ο θάνατος της Λούλου από τον Τζακ τον Αντεροβγάλτη αντικαταστάθηκαν με κάτι εντελώς εύπεπτο. Με τον προσηλυτισμό της από την προτεσταντική εκκλησία, στις αγκάλες της οποία η διεφθαρμένη αμαρτωλή βρήκε τη σωτηρία! Μετά από όλες αυτές τις παρεμβάσεις είναι εντελώς φυσική η κριτική των Τάιμς της Νέας Υόρκης που έγραψαν για την ταινία πως είναι «ένα μελόδραμα χωρίς συνοχή».

Τον Ιούλιο του 1965, το περιοδικό Σάιτ εντ Σάουντ έγραψε για την ταινία:

«Πέρα από την τόλμη του να κινηματογραφήσει μία παρεκκλίνουσα ψυχολογία έτσι όπως την αποτυπώνει ο Βέντεκιντ, πέρα από την τόλμη του να παρουσιάσει την πόρνη ως το θύμα, ο κύριος Παμπστ προχώρησε ακόμα περισσότερο, κάνοντας τη Λούλου το ίδιο αθώα με τα λουλούδια που στόλιζαν το φόρεμά της. Όπως είχε πει ο Βέντεκιντ, ‘Η Λούλου δεν είναι ένας πραγματικός χαρακτήρας, αλλά η προσωποποίηση της αρχέγονης σεξουαλικότητας, που εν αγνοία της τροφοδοτεί το Κακό. Ένας αμιγώς παθητικός ρόλος’. Στο θεατρικό έργο, ο θηριοδαμαστής της λέει καθώς τη βλέπει απέναντί του, ντυμένη με ένα αντρικό κοστούμι Πιερότου: ‘Μην επηρεάζεσαι από τίποτα και μην λιγοστέψεις αυτήν την υπέροχη, διεστραμμένη τρέλα ακόμα κι αν οι κριτικοί του κόσμου σε παρακαλέσουν. Και θυμήσου ότι οι ανοησίες και οι μορφασμοί αφαιρούν κάτι από την παιδική απλότητα του βίτσιου’. Αυτή ήταν η Λούλου του έργου και αυτήν την Λούλου θέλησε να παρουσιάσει η ταινία, αλλά οι κριτικοί δεν την κατάλαβαν».

Η εκδοχή των Παμπστ – Μπρουκς πάνω στην ιστορία της Λούλου διαφέρει από όλες τις υπόλοιπες ως προς την ηθική της αποστασιοποίηση. Δεν πιστεύει ούτε στην ύπαρξη της αμαρτίας ούτε στην ανάγκη για ανταπόδοση. Παρουσιάζει απλώς μια σειρά από γεγονότα στα οποία όλοι οι συμμετέχοντες αναζητούν την ευτυχία και αφήνει να εννοηθεί ότι η Λούλου, της οποίας η γνώση για την ευτυχία βασίζεται στην στιγμιαία σεξουαλική ικανοποίηση, δεν είναι σε τίποτα λιγότερο αξιοθαύμαστη από αυτούς που μέλημα έχουν τον πλούτο ή την κοινωνική αναγνώριση.

Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ γεννήθηκε το 1885και πέθανε το 1967. Μαζί με το Φρίντριχ Μουρνάου και τον Φριτζ Λανγκ θεωρούνται οι κυριότεροι εκπρόσωποι του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Στις ταινίες του Παμπστ είναι εμφανής η κριτική του ματιά απέναντι στην αστική τάξη και την ηθική της εποχής του.

Όσον αφορά το συγγραφέα Φρανκ Βένεντικτ, ήταν κι αυτός ο φόβος και ο τρόμος της τάξεως και της ηθικής. Όταν πέθανε, το 1918 στο Μόναχο, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ ο οποίος παραυρέθηκε στην κηδεία του έγραψε: «Κάθονταν γύρω του αμήχανα, με τα ψηλά καπέλα τους, σαν κοράκια γύρω από τη λεία. Σαστισμένα αρπαχτικά».

«Το κουτί της Πανδώρας» θεωρείται ένα από τα κορυφαία αριστουργήματα του γερμανικού κινηματογράφου στην εποχή του Μεσοπολέμου. Ο Άδωνις Κύρου («Ο σουρεαλισμός στον κινηματογράφο») είχε γράψει για τη Λουίζ Μπρουκς: «Μια μαγική παρουσία εκπέμπει έναν ερωτικό μαγνητισμό που ξεραίνει το σάλιο στα χείλη».

                                                                               Η ΕΠΟΧΗ 29 Ιανουαρίου 2012

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s