Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος «έφυγε» αναπάντεχα

Το κείμενο γράφτηκε για το http://www.alterthess.gr

Το μετέωρο βήμα του Θόδωρου Αγγελόπουλου

Με αναπάντεχο τρόπο εγκατέλειψε τον κόσμο ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ήταν η κακιά στιγμή κι έτσι έμεινε μετέωρο το βήμα του πριν ολοκληρώσει την τελευταία ταινία της τριλογίας του.

Ο Αγγελόπουλος «έπεσε» στο πεδίο της μάχης αφού το δυστύχημα συνέβη στο χώρο γυρισμάτων της τελευταίας και ανολοκλήρωτης ταινίας του «Η άλλη θάλασσα». Η προσπάθειά του να περάσει το δρόμο, με αποτέλεσμα να πέσει επάνω του ένα μηχανάκι, έκλεισε μια πορεία η οποία ξεκίνησε το 1961, όταν ο 26χρονος τότε Θόδωρος Αγγελόπουλος αφού παράτησε τη Νομική της Αθήνας, πήγε στο Παρίσι για να σπουδάσει γαλλική φιλολογία και φιλμογραφία. Λίγο αργότερα παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου και το 1964 επέστρεψε στην Ελλάδα και εργάστηκε ως κριτικός κινηματογράφου στη Δημοκρατική Αλλαγή.

Αφού «παιδεύτηκε» για μια τριετία με την περί κινηματογράφου γραφή, αποφάσισε να γυρίσει τη δική του ταινία και έτσι προέκυψε η μικρού μήκους «Εκπομπή» (1968). Βέβαια το 1965 είχε ξεκινήσει να γυρίζει τη μεγάλου μήκους ταινία «Forminx story», η οποία όμως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Με την «Εκπομπή» ο Αγγελόπουλος κέρδισε το πρώτο του βραβείο, που ήταν το βραβείο των κριτικών στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Το 1970, θεωρείται ως η χρονιά που γεννήθηκε ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος. Τότε, δηλαδή, που μια γενιά νέων σκηνοθετών αμφισβήτησε το κυρίαρχο μοντέλο του εμπορικού κινηματογράφου και δημιούργησε και τον όρο του σκηνοθέτη – δημιουργού. Η ταινία η οποία θεωρείται ως η εκκίνηση αυτού του νέου ρεύματος ήταν η «Αναπαράσταση». Με αφορμή το γεγονός ενός φόνου σε κάποιο χωριό ο Αγγελόπουλος κάνει μια ταινία – τομή της ζωής στην ελληνική επαρχία. Μια κοινωνιολογική μελέτη για το πλαίσιο μέσα στο οποίο κυοφορήθηκε ο φόνος.

Το 1972 γυρίζει τις «Μέρες του ΄36». Είναι η πιο άμεση πολιτική ταινία η οποία έχει γυριστεί στην Ελλάδα ως τότε. Με αφορμή ένα αληθινό γεγονός, ο Αγγελόπουλος αναλύει όλο το κοινωνικό και κυρίως το πολιτικό πλαίσιο, το οποίο οδήγησε στην υπό τον Ιωάννη Μεταξά, δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Το 1975 προβάλλεται «Ο θίασος», ένα επικών διαστάσεων κινηματογραφικό ποίημα, μία από τις πιο σημαντικές ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εδώ ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, έχοντας ως όχημα ένα θίασο θεατρίνων που περιοδεύει σε όλη τη χώρα παίζοντας την «Γκόλφω», στοχάζεται επάνω στην ιστορία της χώρας από το 1939 ως το 1952. Από τις τελευταίες μέρες της δικτατορίας του Μεταξά, τον πόλεμο, την κατοχή, την απελευθέρωση, τον εμφύλιο, μέχρι τις εκλογές του 1952, περνά μπροστά από τα μάτια του θεατή η πλέον ταραγμένη περίοδος της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, μαζί με τις ενταγμένες σε αυτή, ιδιωτικές ζωές των ηθοποιών του θιάσου. Με κεντρικό πυρήνα το μύθο των Ατρειδών (οι χαρακτήρες διατηρούν και τα ίδια ονόματα). Ο Αγγελόπουλους οικοδομεί το τεσσάρων ωρών πολυεπίπεδο αριστούργημά του.

Ο στοχασμός του Αγγελόπουλου επάνω στην Ιστορία συνεχίζεται και στην επόμενη ταινία του, «Οι κυνηγοί» (1977). Η Ιστορία εμφανίζεται ως το πτώμα ενός αντάρτη του Εμφυλίου που ανακαλύπτει μια ομάδα αστών κυνηγών. Η συλλογική τους ευθύνη για τα όσα συνέβησαν, ο τρόμος που νιώθουν μπροστά στην κρίση της Ιστορίας, η εκδίκηση της επανάστασης τους δημιουργεί τρόμο. Μια αλληγορία για την τραγωδία του Εμφυλίου.

Το 1980 με το «Μεγαλέξαντρο» ο Θόδωρος Αγγελόπουλος σε μια ταινία γεμάτη συμβολισμούς, μιλά για την Αριστερά και την εξουσία. Ο Μεγαλέξαντρος είναι ένας λήσταρχος με λαϊκό έρεισμα που η δύναμή του τον κάνει σκληρό ακόμη απέναντι σε όσους τον υποστηρίζουν.

Το 1981 και το 1983 σκηνοθετεί δύο ντοκιμαντέρ, το «Χωριό ένα, κάτοικος ένας…» και «Αθήνα, επιστροφή στην Ακρόπολη» διάρκειας 20 και 43 λεπτών αντίστοιχα.

Το 1985 έχει σειρά ακόμη μια στοχαστική αλληγορία, το «Ταξίδι στα Κύθηρα». Ένας αντάρτης που έζησε 32 χρόνια στην Τασκένδη επιστρέφει στο χωριό του. Όμως δε βολεύεται καθώς νιώθει μόνος κι απομονωμένος αφού δεν μπορεί να επικοινωνήσει με κανέναν. Ένας σκηνοθέτης που αναζητά κάτι το ουσιαστικό τον συναντά τυχαία. Και οι δύο αυτοί άνθρωποι κάτι αναζητούν. Χαμένα όνειρα κι ιδανικά, εξ’ ου και το αλληγορικό ταξίδι προς τα Κύθηρα, προς την ευτυχία.

Η μνήμη και το βάρος του παρελθόντος είναι το θέμα του «Μελισσοκόμου» (1986). Ο Σπύρος, πρώην δάσκαλος και νυν μελισσοκόμος, διασχίζει τη χώρα με τις κυψέλες του. Παλιός αριστερός, θα συναντήσει μια νέα κοπέλα η οποία θα του αναζωπυρώσει συναισθήματα. Όμως ενώ αυτός ζει με το παρελθόν που είναι όλη του η ζωή, για εκείνη δε σημαίνει τίποτα.

Με το «Τοπίο στην ομίχλη» (1988), αφηγείται την ιστορία δύο παιδιών που το σκάνε από τη μητέρα τους και πηγαίνουν να βρουν τον πατέρα τους στη Γερμανία. Ένα ρόουντ μούβι αναζήτησης, ενηλικίωσης και αυτογνωσίας. Μια ταινία για την ελπίδα η οποία βρίσκεται κάπου αλλού και ποτέ εδώ.

1991 και ο κόσμος έχει αλλάξει. Οι χώρες του υπαρκτού «σοσιαλισμού» δεν υπάρχουν πια και χιλιάδες άνθρωποι έχουν πάρει το δρόμο της προσφυγιάς. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, αφουγκράζεται αυτόν τον νέο κόσμο και σκηνοθετεί «Το μετέωρο βήμα του πελαργού». Με αφορμή την εξαφάνιση ενός πολιτικού και την εντύπωση ενός δημοσιογράφου πως τον είδε κάπου στα σύνορα ανάμεσα σε πρόσφυγες, σκηνοθετεί μια ταινία για το μεταίχμιο ανάμεσα στον παλιό και το νέο κόσμο, για τους ανθρώπους που έχουν μείνει μετέωροι μέσα στην αβεβαιότητα.

Το 1995 με το «Βλέμμα του Οδυσσέα» κάνει μια βουτιά στη μνήμη, στο παρόν και το αβέβαιο μέλλον των Βαλκανίων. Αλλά και των ονείρων για έναν καλύτερο κόσμο που κατέρρευσαν και της Ιστορίας που ποτέ δεν ξέρεις τι σου κρύβει. Η αναζήτηση της μνήμης, όμως, δεν μπορεί να αλλάξει το παρόν, παρά μόνον μια μικρή παρηγοριά ίσως να μας προσφέρει.

Με την ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα» (1998), μεταφέρει την έννοια της Ιστορίας στη ζωή ενός ανθρώπου. Ο Αλέξανδρος κουρασμένος κι απογοητευμένος σκοπεύει να πεθάνει. Οι αναμνήσεις του ένια γεμάτες από λάθη και χαμένες ευκαιρίες. Όμως αναβάλει την αναχώρησή του όταν γνωρίζει ένα παιδί των φαναριών. Μένει μαζί του με σκοπό να του δώσει κάτι από τη γνώση του. Επί της ουσίας αναζητά τη δική του λύτρωση. Και μας λέει ακόμη πως κι αν όλα κατέρρευσαν η ελπίδα για το αύριο δεν εξαφανίστηκε. «Η Ιστορία πέθανε. Ζήτω η Ιστορία».

Το 2004 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ξεκίνησε την τριλογία με την ταινία «Το λιβάδι που δακρύζει». Μέσα από την ιστορία της Ελένης και του Αλέξανδρου, ο σκηνοθέτης βλέπει τους ανθρώπους μέσα στα ιστορικά γεγονότα. Δεν επιχειρεί να στοχαστεί πάνω στην Ιστορία αλλά το αντίθετο. Να δει τους ανθρώπους και πως αυτοί γίνονται «θύματά» της. Προσωπικά θεωρώ την εν λόγω ταινία την πιο αδύναμη του σκηνοθέτη. Άνευρη και αυτάρεσκη όσον αφορά την κατασκευή της, υπολείπεται του υπόλοιπου έργου του.

Το αντίθετο συμβαίνει με τη «Σκόνη του χρόνου» (2008), δεύτερη ταινία της τριλογίας. Στη βάση είναι μια ερωτική ιστορία η οποία κουβαλά μέσα της το σπαραγμό των τελευταίων 50 χρόνων του 20ου αιώνα. Ο Αγγελόπουλος επιχειρεί ένα απολογισμό των όσων συνέβησαν και μέσα από αυτά κοιτάζει μέσα στους ήρωες και τα συναισθήματά τους.

Το σινεμά του Θεόδωρου Αγγελόπουλου περιέχει το στίγμα του μεγάλου δημιουργού. Με τα μακρόσυρτα πλάνα του επεδίωκε να βάλει το θεατή μέσα στο δικό του ρυθμό του στοχασμού και της εμβάθυνσης. Δε βιαζόταν, δεν επεδίωκε να εντυπωσιάσει με κόλπα, αλλά ήθελε να μας κάνει κοινωνούς σε ένα εγκεφαλικό έργο τέχνης που θέλει το χρόνο του για να αφομοιωθεί. Οι εικόνες του ήταν πάντοτε στην εντέλεια δουλεμένες και τοποθετημένες. Το επικό στοιχείο εναλλασσόταν με το ποιητικό. Ήταν ταυτόχρονα κοινωνιολογικές και ιστορικές μελέτες σκηνοθετημένες όμως με έναν τρόπο καθαρά προσωπικό. Η μνήμη και ο χρόνος βρισκόταν στο επίκεντρο του έργου του, μαζί με την Ιστορία του τόπου και την τραγωδία της Αριστεράς. Από αυτή τη σκοπιά, της Αριστεράς, ήταν τοποθετημένη η οπτική του σε ολόκληρο το έργο του. Αγαπούσε το μουντό και υγρό τοπίο, την ομίχλη, τη βροχή και το χιόνι. Έτσι έδινε μεγαλύτερη ένταση στη μελαγχολία που διαχεόταν σε όλες του τις ταινίες. Μια μελαγχολία και μια οδύνη για τον κόσμο που καταρρέει, για την αδικία που κυριαρχεί, για τα χαμένα όνειρα, για τον πόνο του χρόνου που περνά, για τη μνήμη όσων συνέβησαν και για το γκρέμισμα των οραμάτων.

Δεν είναι τυχαίο πως το έργο του αναγνωρίστηκε παγκοσμίως και πως το όνομά του θεωρείται ως ένα από τα πρώτα στο χώρο του παγκόσμιου κινηματογράφου. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος έφυγε αναπάντεχα και σε μια εποχή ο πνευματικός κόσμος έχει χρείαν τέτοιων προσωπικοτήτων.  

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s