«ΚΟΛΑΣΤΗΡΙΟ»

Μια μελαγχολική εικαστική μελωδία

Ένας πνιγηρός κόσμος, ένας κόσμος βουτηγμένος στη μελαγχολία, απέλπιδος και στερούμενος διόδων διαφυγής.

Το σύμπαν του Μπέλα Ταρ μοιάζει με ένα κλειστό σύστημα μέσα στο οποίο κινούνται και αναπνέουν οι ήρωές του. Με σχέσεις ανολοκλήρωτες μέσα σε ένα περιβάλλον παρακμής, κατάρρευσης και κοινωνικών αλλά και προσωπικών αδιεξόδων.

Στο «Κολαστήριο» («Kárhozat») ο ούγγρος κινηματογραφιστής σε ένα τέτοιο σύμπαν μας εισάγει. Σε μια παρηκμασμένη κωμόπολη που ζει από ένα μεταλλείο. Σε ένα τοπίο βροχής και λάσπης, με αδέσποτα σκυλιά να περιφέρονται στους δρόμους και τον Κάρερ να παρατηρεί από το παράθυρό του τα βαγονέτα του μεταλλείου να πηγαινοέρχονται. Ένας άνθρωπος μοναχικός, ερωτευμένος με την παντρεμένη τραγουδίστρια του μπαρ Τιτανικός. Δε νομίζω να είναι τυχαίο το όνομα του μπαρ. Άλλωστε τίποτε δεν είναι τυχαίο στις ταινίες του Μπέλα Ταρ.

Μοναδικός άνθρωπος με τον οποίο συναναστρέφεται ο Κάρερ, είναι ο Βιλάρσκι, ο ιδιοκτήτης του Τιτανικού. Ο τελευταίος προτείνει μια παράνομη δουλειά στον Κάρερ, τη μεταφορά ενός πακέτου. Εκείνος με τη σειρά του εμπλέκει τον άνδρα της τραγουδίστριας, μόνο και μόνο για να λείψει μερικές μέρες και να μείνει μόνος μαζί της. Αυτήν είναι η υπόθεση – πρόφαση γύρω από την οποία κινούνται οι ήρωες της ταινίας. Μικρή η σημασία της αφού εκείνο που ενδιαφέρει το σκηνοθέτη δεν είναι η ιστορία αυτή καθ’ αυτή, αλλά το ανθρώπινο αδιέξοδο μέσα σε ένα απομονωμένο κόσμο. Κόσμο μελαγχολικό, αδυσώπητο, εγκαταλελειμμένο.

Η σκηνοθεσία του Μπέλα Ταρ είναι αργή και υποβλητική. Σχεδόν υπνωτική. Η κάμερα κινείται αργά, παρατηρεί το χώρο και τους ανθρώπους. Η εικαστική προσέγγιση των πλάνων είναι υψηλής αισθητικής. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία επιτείνει ακόμη περισσότερο την εσωτερική ερημιά και την απόγνωση των ηρώων. Το ίδιο ισχύει και για τον περιβάλλοντα χώρο, το παρηκμασμένο βιομηχανικό τοπίο όπου η βροχή δε σταματά ποτέ να πέφτει. Τα πλάνα εναλλάσσονται χωρίς βιασύνη. Θαρρείς και υπάρχει μια εσωτερική μελωδία μέσα τους, που τους δίνει μια ρυθμικότητα. Είναι σα μια εικαστική μελωδία, μια ωδή στη μελαγχολία, τα ανθρώπινα αδιέξοδα, τον πόνο και την απόγνωση, την αίσθηση του εγκλωβισμού και της πνιγηρότητας. Διέξοδος πουθενά. Ελπίδα πουθενά. Ακόμη και η αυταπάτη του έρωτα βρίσκεται πίσω από συρματοπλέγματα. Μόνο βροχή κι αδέσποτα σκυλιά.

Τα πλάνα του Μπέλα Ταρ είναι, κυρίως, μακρινά. Τα πρόσωπα των ηρώων κουβαλούν μιαν ηττοπάθεια. Συμβιβασμένοι με τη μοίρα τους, ανέκφραστοι, χωρίς ίχνος χαμόγελου. Κινούνται μέσα στο σκοτεινό, καταθλιπτικό τοπίο στο ρυθμό της αποδοχής και της μη διάθεσης να αλλάξουν κάτι. Φορείς ενός πεπρωμένου το οποίο δε φωτίζεται από καμία αχτίδα ήλιου, αμείλικτα σκοτεινού και ερεβώδους.

Κι όμως όλη αυτήν η απελπισία και η απόγνωση στα χέρια του μεγάλου μαγυάρου σκηνοθέτη μετατρέπονται σε έργο τέχνης. Οι εικόνες του κυλούν μπροστά από τα μάτια του θεατή συνθέτοντας ένα σπάνιο κινηματογραφικό αριστούργημα. Το «Κολαστήριο» μοιάζει με μια μαγευτική πορεία, με μια σαγηνευτική διαδρομή προς τα τάρταρα της υπαρξιακής αγωνίας. Εκεί όπου δεν έχει θέση η γραμμική αφήγηση. Όπου η συμβατική κινηματογραφική γλώσσα δεν μπορεί να αρθρώσει λέξη, παραμένει βουβή κι ανήμπορη να διεισδύσει στο βάθος των νοημάτων. Είναι ο χώρος όπου η φιλοσοφία συναντά την ποίηση και η συνάντηση αυτή μετατρέπεται σε κινηματογράφο. Και εκεί βρίσκεται το μεγαλείο της «οικουμενικότητας» που με μοναδικό τρόπο μας δίνει η τέχνη και εν προκειμένω, η τέχνη του κινηματογράφου. Στην κατηγορία αυτή ανήκει το «Κολαστήριο». Στις ταινίες, δηλαδή, που κινούνται εσωτερικά και στις οποίες ο χώρος αλλά και ο χρόνος είναι αδιευκρίνιστοι, άρα άνευ σημασίας. Που περιστρέφονται γύρω από την ανθρώπινη περιπέτεια και τις διαχρονικές διαδρομές, αδιέξοδα και αγωνίες της. Γύρω από το προσωπικό κολαστήριο του καθενός ανθρώπου.

Ο Μπέλα Ταρ λέει για την ταινία του:

«Νομίζω ότι όλες μου οι ταινίες μιλούν, με τη μια ή την άλλη μορφή, για τα συστήματα στα οποία διαρθρώνονται οι ανθρώπινες σχέσεις, οι σχέσεις μεταξύ των ατόμων, των συμφερόντων και των συναισθημάτων. Μια καινούργια ταινία μπορεί να είναι είτε η συνέχεια είτε η επέκταση μιας προηγούμενης, στο επίπεδο του στοχασμού. Πιστεύω ότι το ‘Κολαστήριο’ είναι μια επέκταση. Πρόκειται για μια ταινία πολύ διαφορετική από το ‘Φθινοπωρινό Αλμανάκ’, αφενός μεν επειδή η δράση δεν εξελίσσεται μέσα σε ένα κλειστό σύμπαν, αφ’ ετέρου δε επειδή καταφύγαμε σε διαφορετικά στοιχεία από την άποψη της εικόνας και της ατμόσφαιρας, και επιπλέον, σε σχέση με το φραστικό μέσον, το ιδίωμα (…) Στην ταινία αυτή, η υπόθεση είναι εντελώς βοηθητική. Η ταινία μιλά για τοπία, για τα στοιχεία και για τη φύση ενός απομονωμένου κόσμου, όπου δεν απομένει πια τίποτα. Θελήσαμε να αφήσουμε το βλέμμα να πλανηθεί απερίσπαστο… αλλά στην πραγματοποίηση της ταινίας, το καλό είναι ότι εντέλει εγώ αποφασίζω πού θα σταματήσει το βλέμμα…»

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s