«Η ΟΠΕΡΑ ΤΗΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ»

Η υποκρισία του καπιταλισμού

«Κυρίες και κύριοι σκεφτείτε,
τι είναι η ληστεία μιας τράπεζας
μπροστά στην ίδρυσή της
και τι η δολοφονία ενός ανθρώπου
μπροστά στην πρόσληψή του»

Μπέρτολντ Μπρεχτ                                                                                           

Το 1928 ο κόσμος βρισκόταν στα πρόθυρα μιας μεγάλης οικονομικής κρίσης. Το καπιταλιστικό σύστημα κλυδωνιζόταν αλλά, όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, την κρίση δεν την πλήρωσαν αυτοί που την προκάλεσαν, αλλά οι άλλοι, οι πολλοί, οι οποίοι βρέθηκαν μέσα στην ανεργία και την ανέχεια.

Αυτήν την υποκρισία του συστήματος την γρονθοκοπεί ανελέητα και τη ρίχνει στο καναβάτσο, ο μεγάλος Μπέρτολντ Μπρεχτ με το έργο «Η όπερα της πεντάρας». Το θεατρικό του Μπρεχτ είναι διασκευή ενός παλαιότερου, που έγραψε 200 χρόνια πριν ο Τζον Γκέι με τίτλο «Η όπερα του ζητιάνου». Το 1931, ο γερμανός σκηνοθέτης Γκεόργκ Βίλχελμ Παμπστ μετέφερε το έργο του Μπρεχτ στον κινηματογράφο. Από τότε πέρασαν 80 χρόνια και, δυστυχώς, τόσο η ταινία του Παμπστ όσο και το θεατρικό του Μπρεχτ, παραμένουν τραγικά επίκαιρα. Η σύγχρονη οικονομική κρίση που την πληρώνουν με το αίμα τους οι πιο αδύναμοι της κοινωνίας, έχει πολλά κοινά με την κρίση της εποχής που γράφτηκε το έργο.

Ο Παμπστ γύρισε δύο εκδοχές της ταινίας, κάτι που συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, μία γερμανική (Die Dreigroschenoper) και μία γαλλική (L’ opéra de Quat’ Sous) με διαφορετικούς ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, αλλά με τους ίδιους ηθοποιούς στους δεύτερους ρόλους και τα ίδια σκηνικά.

Όταν γυρίστηκε η ταινία υπήρξε μία δικαστική διαμάχη ανάμεσα στους Μπρεχτ και Κουρτ Βάιλ από τη μία μεριά και την εταιρία παραγωγής από την άλλη. Κι αυτό επειδή υπάρχουν κάποιες βασικές διαφορές με μία από αυτές την απλότητα των σκηνικών που υποστήριζαν οι πρώτοι ενώ στην ταινία ο Παμπστ έστησε ένα πραγματικά εντυπωσιακό σκηνικό. Κι ακόμη ενώ ο Μπρεχτ υποστήριζε  πως το κοινό δεν έπρεπε να ταυτίζεται με τους χαρακτήρες (θεωρία της αποξένωσης), ο Παμπστ με τη σκηνοθετική του προσέγγιση και το μοντάζ κατορθώνει να εμπλέξει συναισθηματικά τους θεατές. Αλλά, αν και κάποια από τα τραγούδια του Κουρτ Βάιλ που υπάρχουν στο θεατρικό δεν υπάρχουν στην ταινία, εν τούτοις η δεύτερη είναι τοποθετημένη πολύ περισσότερο πολιτικά από ό,τι το θεατρικό και με πολύ έντονες αντικαπιταλιστικές αιχμές.

Τράπεζα, ο νόμιμος ληστής

Ο Μακίθ Μέσερ ή Μαχαιροβγάλτης είναι ένας τύπος του λονδρέζικου υποκόσμου, δολοφόνος, κλέφτης, βιαστής και εμπρηστής. Ο Ιερεμίας Πίτσαμ είναι ένας, καθώς πρέπει στο φαίνεσθαι, αλλά στυγνός εκμεταλλευτής στο είναι. Εκμεταλλεύεται τους ανέργους και την ανάγκη τους για δουλειά, τους προσλαμβάνει και τους μετατρέπει σε ζητιάνους οι οποίοι δουλεύουν γι’ αυτόν. Ο Μακίθ ερωτεύεται την Πόλι, κόρη του Πίτσαμ και σχεδιάζει να βάλει στο χέρι την «επιχείρηση». Παντρεύεται κρυφά με την Πόλι και στο γάμο, ένας από τους προσκεκλημένους είναι ο Τάιγκερ Μπράουν, αρχηγός της αστυνομίας και κολλητός φίλος του Μακίθ! Ο Πίτσαμ μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τη δουλειά του απειλεί τον Τάιγκερ Μπράουν πως αν δε συλλάβει το «γαμπρό» του, θα οργανώσει εξέγερση όλων των ζητιάνων του Λονδίνου. Ο Μακίθ το μαθαίνει και τρέχει να κρυφτεί στο σπίτι της ερωμένης του Τζένης. Εκείνη όμως, έρμαιο της ζήλιας της, τον προδίδει και έτσι ο Μακίθ καταλήγει στη φυλακή. Στο μεταξύ η Πόλι έχει μπει στα κόλπα και αποδεικνύεται άξια διάδοχος του πατέρα της. Στο φινάλε η πανουργία του Πίτσαμ βρίσκει συνεργό την πεποίθηση του Μακίθ ότι όλα λύνονται με απειλές και χρήμα, κι έτσι, συμφωνούν από κοινού ότι ο πιο εύκολος τρόπος να ληστεύουν τους άλλους δεν είναι πλέον με τον παράνομο τρόπο, αλλά με την ίδρυση μιας τράπεζας, μέσω της οποίας θα ληστεύουν τους άλλους νόμιμα! Διαφωνεί κάποιος; Εάν ναι, τότε ας ρίξει μια ματιά γύρω του και θα αλλάξει γνώμη.

Ο Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ είναι ένας από τους εμβληματικούς σκηνοθέτες του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Η «Όπερα της πεντάρας» είναι κλασικό δείγμα αυτού του καλλιτεχνικού ρεύματος. Έντονες φωτοσκιάσεις, ατμόσφαιρα απειλής, παρακμιακό κλίμα. Το ξεκάθαρο πολιτικό σχόλιο δημιούργησε προβλήματα με τη λογοκρισία στη Γαλλία με αποτέλεσμα από τη γαλλική εκδοχή να έχουν κοπεί κάποιες σκηνές. Εκτός τούτου, οι γάλλοι ηθοποιοί παίζουν με πιο γρήγορο ρυθμό από τους γερμανούς συναδέλφους τους και έτσι η γερμανική εκδοχή είναι κατά δέκα λεπτά μεγαλύτερη.

Το θεατρικό του Μπέρτολντ Μπρεχτ ανήκει στα πιο δημοφιλή έργα του διεθνούς ρεπερτορίου και μετράει περισσότερες από 10.000 σκηνικές παρουσιάσεις (από την πρεμιέρα του το 1928). Από κοντά φυσικά και η αξέχαστες μελωδίες του Κουρτ Βάιλ, στενού συνεργάτη του Μπρεχτ.

Στη χώρα μας πρωτοανέβηκε το 1962 από το θίασο του Γιώργου Χατζίσκου. Θρυλική όμως παρέμεινε η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν το 1975 σε μετάφραση του Παύλου Μάτεσι. Στο ρόλο της Τζένης ήταν η Μελίνα Μερκούρη, η οποία ερμηνεύει και τα τραγούδια, έχοντας ως συμπρωταγωνιστή το Νίκο Κούρκουλο.

Η ταινία προβάλλεται και στις δύο εκδοχές της, γερμανική και γαλλική, με ένα εισιτήριο.

Η ΕΠΟΧΗ 19 Δεκεμβρίου 2011

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s