«ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ – Πρεμιέρα με καθυστέρηση… 50 ετών

«ΟΙ ΠΑΡΑΝΟΜΟΙ» ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ

 

Πρεμιέρα με καθυστέρηση… 50 ετών

 

Έπρεπε να περάσουν 50 χρόνια για να προβληθεί υπό κανονικές συνθήκες η ταινία του Νίκου Κούνδουρου, «Οι παράνομοι», την οποία ο σκηνοθέτης γύρισε το 1957! Ζόρικα χρόνια, με τη λογοκρισία στις δόξες της και με την ταινία του Κούνδουρου να πέφτει θύμα της, με αποτέλεσμα η προβολή τα χρόνια εκείνα, να γίνει μεν, να διακοπεί λίαν συντόμως δε. Ουσιαστικά, λοιπόν, η ταινία προβάλλεται άνευ παρεμβάσεων, από την περασμένη Πέμπτη, με τη συμπλήρωση μισού αιώνα από την πρώτη της, μετ΄ εμποδίων και άνευ θετικού αποτελέσματος, κυκλοφορία της!

 

Τρελές ιστορίες λογοκρισίας

Ο Νίκος Κούνδουρος, είχε ήδη κάνει τη θριαμβευτική του εμφάνιση στον ελληνικό κινηματογράφο, με τη «Μαγική πόλη» και το «Δράκο». Κι αν η πρώτη ήταν η ταινία της αθωότητας, η δεύτερη ήταν η ταινία με τους κώδικες, όπως λέει ο ίδιος ο σκηνοθέτης. Και έρχεται η ώρα για τους «Παράνομους», για την ταινία της οργής, όπως πάντα ο ίδιος σημειώνει. Μόνο που εκείνη την εποχή η οργή απαγορευόταν δια ροπάλου, εποχή κρατικής καταστολής και παρακρατικής παράνοιας. Έτσι, όταν το 1957, ο Κούνδουρος, κατέθεσε το σενάριο της ταινίας για έγκριση στην Επιτροπή Λογοκρισίας, απερρίφθη άνευ επαίνων και απαγορεύτηκε το γύρισμά της. Ξεροκέφαλος ο Κούνδουρος, δεν πτοείται και αποφασίζει να γυρίσει την ταινία του με αντάρτικο τρόπο. Με ένα ολιγομελές συνεργείο, βρίσκει «καταφύγιο» στα Μετέωρα, όπου φιλοξενούμενος σε ένα μοναστήρι, καταφέρνει να γυρίσει την ταινία. Τελειώνουν όλα καλά και το 1958 «Οι παράνομοι» βγαίνουν στους κινηματογράφους. Μόνο που δεν ευτύχησαν ιδιαίτερα, αφού η καραδοκούσα Επιτροπή Λογοκρισίας, ζήτησε από τον σκηνοθέτη να κόψει μία σκηνή για να επιτρέψει την περαιτέρω προβολή. Η «ενοχλητική» σκηνή έδειχνε την εν ψυχρώ δολοφονία ενός αντάρτη από μια διμοιρία χωροφυλάκων. Το ένδοξο σώμα της Βασιλικής Χωροφυλακής δεν έπρεπε να θιχθεί, σύμφωνα με τους λογοκριτές. Αλλά η «ξεροκεφαλιά» του Κούνδουρου δεν επιτρέπει τον «ακρωτηριασμό» του έργου του, και η καριέρα της ταινίας διακόπτεται άδοξα. Κι αν η εν Ελλάδι προβολή πέφτει θύμα της μισαλλοδοξίας και της ανοησίας, «Οι παράνομοι» συμμετέχουν το 1959 στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, αποσπώντας θετικές κριτικές και τον επόμενο χρόνο προβάλλονται από το Μπι Μπι Σι.

Θερμής υποδοχής έτυχε η ταινία και από τους έλληνες κριτικούς, οι οποίοι πρόλαβαν να τη δουν πριν χτυπήσει η κρατική βλακεία. Συγκεκριμένα, ο Αντώνης Μοσχοβάκης, έγραψε στον Ανεξάρτητο Τύπο: «Η σκηνοθετική δουλειά του Κούνδουρου είναι υπέροχα εμπνευσμένη και δημιουργική. Οι εικόνες του πάλλονται από ένα έντονο δυναμισμό και δημιουργούν ένα στυλ γεμάτο πάθος και ταχύτητα. Είναι φανερό πως πλάθει, με δύναμη και ικανότητα το υλικό του, μεταχειρίζεται ακόμα και τους ηθοποιούς του σαν υλικό, τους σμιλεύει, τους κατεργάζεται, τους πλάθει, πετυχαίνοντας στην ολότητά του το αποτέλεσμα που επιδιώκει. Είναι ένας κινηματογράφος στην απόλυτη σημασία της λέξης, που τιμά τη φτωχή μας κι άτεχνη παραγωγή, και δεν υστερεί απ’  τις καλές ξένες επιτεύξεις(…)».

 

Η ελευθερία πέρα απ’ τη θάλασσα

Η φυλακή δεν αποτελείται απαραίτητα από τέσσερις τοίχους και μία αμπαρωμένη πόρτα. Καμιά φορά μπορεί να βρίσκεται και έξω από το μπουντρούμι, σε έναν εχθρικό κόσμο που περιορίζει την ελευθερία, χώρο ασφυκτικά κλειστό, όπως ήταν η μετεμφυλιακή Ελλάδα. Κι εκεί η αναζήτηση της διαφυγής, γίνεται προς το ανοιχτό ορίζοντα της θάλασσας, στην απέναντι ακτή, συμβολισμό της ελευθερίας. Κι αυτήν αναζητούν οι τρεις «Παράνομοι», τη θάλασσα, για να την περάσουν και να βρεθούν μακριά από τη φυλακή.

Ένας νέος άνδρας, ο Πέτρος Καζάκος, επιστρέφει στο χωριό του μετά από χρόνια εγκλεισμού σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Βρίσκει τον άνθρωπο που τον πρόδωσε και ως άγγελος εκδικητής, απονέμει την προσωπική του δικαιοσύνη, σκοτώνοντάς τον. Καταφεύγει στο βουνό κι εκεί συναντά τον Κοσμά, έναν φυγόδικο αντάρτη, ο οποίος αρνήθηκε να παραδοθεί και τον Αργύρη που σκότωσε τον αδελφό του για μερικά μέτρα γης. Οι τρεις καταραμένοι, διωγμένοι άνδρες, προσπαθούν να ξεφύγουν από τους διώκτες τους και να φτάσουν στην ακτή, όπου ένα καΐκι θα τους οδηγήσει απέναντι, στη σωτηρία. Χωρίς φράγκο στην τσέπη σκοτώνουν έναν πλούσιο αγρότη και τον ληστεύουν παίρνοντας μαζί τους και μια νεαρή γυναίκα, η οποία ήταν μάρτυρας του φονικού. Η ατελείωτη πορεία στο βουνό συνεχίζεται, η χωροφύλακες βρίσκονται στο κατόπι τους, τους τελειώνει το νερό, αρχίζουν να χάνουν το κουράγιο τους. Ο Κοσμάς ξέρει ότι ήρθε η ώρα να πληρώσουν για τα κρίματά τους. Ο θάνατος δεν τον φοβίζει πια. Αισθάνεται ότι πρέπει να παίξει το τελευταίο του χαρτί και πείθει τους υπόλοιπους να τον ακολουθήσουν προς τη θάλασσα. Κυνηγημένοι από οπλισμένους χωροφύλακες, καταφέρνουν με δυσκολία να βρουν το δρόμο προς την ακτή, όπου φτάνουν εξουθενωμένοι. Εκεί ένα γκρουπ από περιπλανώμενους μουσικούς τους αναγνωρίζει. Ο Κοσμάς προαισθάνεται ότι το τέλος έχει φτάσει και αρνείται να φύγει ξανά για το βουνό. Όταν φτάνει το καΐκι, είναι πολύ αργά για να δραπετεύσουν. Η χωροφυλακή τους έχει ήδη περικυκλώσει. Ο Κοσμάς προτείνει στον Πέτρο να πάρει το κορίτσι και να φύγουν, ενώ ο ίδιος γνωρίζει ότι έχει φτάσει το τέλος του. Μένει πίσω και τελικά σκοτώνεται σε μια τελευταία προσπάθεια να κρατήσει μακριά τους οπλισμένους άντρες, δίνοντας έτσι στους υπόλοιπους την ευκαιρία να γλιτώσουν.  

Κι αν δραπετεύσεις από την εξουσία, το δύσκολο είναι να δραπετεύσεις από την εσωτερική σου φυλακή, από ένα παρελθόν που σε περικυκλώνει χωρίς να αφήνει διεξόδους διαφυγής. Και τότε αυτό που μένει είναι η τιμή, η θυσία, που τελικά σημαίνει την οριστική απελευθέρωση από τα φαντάσματα. Αναζητάς τη θάλασσα – σύμβολο κι όταν φτάνεις ως εκεί συνειδητοποιείς τη ματαιότητα και αποδέχεσαι τους όρους του παιχνιδιού. Ο θάνατος καμιά φορά είναι η λύση, ιδίως όταν έτσι βοηθάς τη γυναίκα που αγαπάς να περάσει από την «άλλη πλευρά». Που χώρος για έρωτες μέσα στη «φυλακή»! Κι ο Κοσμάς το γνωρίζει πολύ καλά και θυσιάζεται για να σωθούν οι υπόλοιποι…

Στην ταινία πρωταγωνιστούν ο Τίτος Βανδής, ο Πέτρος Φυσούν, ο Ανέστης Βλάχος και η Νέλλη Αγγελίδου. Η μουσική είναι του μεγάλου, Μάνου Χατζιδάκι, για τον οποίο ο Νίκος Κούνδουρος έχει πει: «Έχω μεγάλο θαυμασμό για τα ελαττώματά του. Πάντα τον θαύμαζα που αυτός, ο σπουδαίος, έγραφε τραγούδια και τραγουδάκια για το χατίρι ενός λαού που ακόμα δεν ξέρει αν τον αγαπάει ή αν τον σιχαίνεται. Τον θαύμαζα- και τον θαυμάζω-, γιατί από τα χαρακτηριστικά της φυλής διάλεξε να κάνει δικά του όλα μας τα κουσούρια. Τη ραθυμία, τη φλυαρία, την αυταρέσκεια, τη φιληδονία. Μ’ αρέσει γιατί είναι επιθετικός χωρίς κακία κι απλώνει το κεντρί του επί δικαίων κι αδίκων, με οδηγό το ένα, μοναδικό κι ακαταμάχητο δικό του κριτήριο. Τον θαυμάζω που μια ολόκληρη ζωή κατάφερε να μην πάει ποτέ στα ραντεβού του. Τον θαυμάζω που αυτός, ο φιλάρεσκος σαν γυναίκα, έμεινε κοντά τριάντα χρόνια με σπασμένα τα μπροστινά του δόντια, προκλητικός και σ’ αυτό χωρίς λόγο, έτσι, γιατί βαριότανε να καθίσει μ’ ανοιχτό το στόμα στην καρέκλα του οδοντογιατρού. Μ’ αρέσει, γιατί μιλάει με το «γο», ο δάσκαλος ηθοποιών και τραγουδιστών. Μ’ αρέσει ακόμα που χωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες. Στους φίλους και στους «άλλους». Κι ακόμα που αγαπούσε τον Καραμανλή, όταν όλοι τον μισούσαμε. Που εξευτελίζει την πολυμιλημένη πολιτική συνείδηση του Ρωμιού, δηλώνοντας με αφοπλιστική αθωότητα «δεξιός». Μ’ αρέσει ακόμα, γιατί λέει τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, χωρίς κανένας να τον ρωτήσει, έτσι, από αντριλίκι κι από αγάπη γι’ αυτή την κοινωνία, που δεν μπορεί να αποτινάξει από πάνω του. Μ’ αρέσει και για την αισιοδοξία και για τη χωρίς όρια αντοχή του και για τον Ισπανό κονκισταδόρ που σέρνει μέσα του».

                                                                                                         Η ΕΠΟΧΗ 15/6/2008

 

Advertisements

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s