«PUNISHMENT PARK» του Πίτερ Γουότκινς – Οι μεγάλες στιγμές του «ελεύθερου κόσμου»

«PUNISHMENT PARK» του Πίτερ Γουότκινς

Οι μεγάλες στιγμές του «ελεύθερου κόσμου»

punish01.jpg

Η συνοχή του κοινωνικού ιστού κινδυνεύει από τα διάφορα αντικοινωνικά στοιχεία τα οποία αντιδρούν στην επικρατούσα πολιτική. Μερικά εκατομμύρια τέτοια στοιχεία γνώρισαν τη θερμή φιλοξενία των ναζιστικών στρατοπέδων εργασίας. Αν και προερχόμενος από διαφορετική ιδεολογική βάση, ο σταλινισμός χρησιμοποίησε την χιτλερική εμπειρία δημιουργώντας τα δικά του κέντρα σωφρονισμού στην παγωμένη Σιβηρία. Διαφόρων τύπων παραλλαγές υπήρξαν σε διάφορες χώρες και σε διάφορες χρονικές περιόδους, με σκοπό να τρομοκρατήσουν τους εχθρούς της «καθεστηκυίας τάξεως», όπως αυτήν την εννοούσαν οι εγκέφαλοι της κάθε εξουσίας. Η σύγχρονη εκδοχή βρίσκεται στα στρατόπεδα του Γκουαντανάμο και του Αμπού Γκράιμπ, «εξελιγμένες» μορφές της αμερικανικής εκδοχής περί στρατοπέδων συγκέντρωσης. Και αναφέρομαι σε «εξελιγμένες» μορφές, επειδή η μεγάλη υπερατλαντική δημοκρατία, το προπύργιο του «ελεύθερου κόσμου», οι ΗΠΑ, έχουν προϊστορία στις μεθόδους περιορισμού των μιαρών και επικίνδυνων που χαλάνε τη σούπα!

Ένα «φτιαχτό» ντοκιμαντέρ
«Σύμφωνα με τις διατάξεις Νόμους για την Εθνική Ασφάλεια του 1950, γνωστού και ως νόμου Μακ Κάραν, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει την εξουσία, χωρίς περαιτέρω έγκριση από το Κογκρέσο, να ορίσει ένα γεγονός ως ανταρσία στις ΗΠΑ και να κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Ο πρόεδρος ως εκ τούτου έχει την εξουσία να δώσει εντολή για την κράτηση και τον περιορισμό κάθε ατόμου για το οποίο υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να θεωρηθεί πως θα εμπλακεί σε πράξεις δολιοφθοράς στο μέλλον. Οι κρατούμενοι θα περνούν από ακρόαση χωρίς το δικαίωμα εγγύησης ή την επίδειξη αποδεικτικών στοιχείων και στη συνέχεια θα οδηγούνται στο κρατητήριο».

punish02.jpg

Ακούμε τα παραπάνω λόγια καθώς βλέπουμε στην οθόνη μια πετρώδη και σκονισμένη έκταση κοντά στο Λος Άντζελες και μια αμερικάνικη σημαία κάπου στο βάθος. Η συνέχεια είναι σοκαριστική, η σημαντικότερη πολιτική ταινία της δεκαετίας του 1970, και μία από τις πιο σημαντικές που έχω δει, ξεκινά. «Το πάρκο της τιμωρίας» («Punishment Park»), έτσι ονομάζεται η ταινία και η περιοχή που βλέπουμε στην αρχή και δεν είναι τίποτε άλλο από τον τόπο που στέλνονται για να εξοντωθούν όσοι είναι αντίθετοι με την πολιτική των ΗΠΑ. Ο θεατής δυσκολεύεται να αντιληφθεί εάν αυτό που βλέπει είναι ντοκιμαντέρ ή μυθοπλασία. Περισσότερο με ντοκιμαντέρ μοιάζει αλλά τελικά δεν είναι παρά μια συγκλονιστικό πολιτική αλληγορία δοσμένη με τη μορφή του ντοκιμαντέρ. Είναι η εποχή που μαίνεται ο πόλεμος στο Βιετνάμ, το αντιπολεμικό κίνημα στις ΗΠΑ μεγαλώνει, οι νέοι διαδηλώνουν, αρνούνται να πάνε να πολεμήσουν στην άλλη άκρη του κόσμου. Πολλοί από αυτούς τους «ταραχοποιούς», συλλαμβάνονται, σέρνονται σε δίκες – παρωδία με προδιαγεγραμμένες καταδίκες. Και τότε η καλή δικαιοσύνη, που τόσο αγαπά τους παραστρατημένους και θέλει να τους επαναφέρει/ επανεντάξει στους κόλπους της κοινωνίας (πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια), τους προτείνει μια εναλλακτική ποινή. Αντί να συρθούν για 10-18-21 χρόνια στις φυλακές, μπορούν να επιλέξουν την τριήμερη δοκιμασία τους Πάρκου της Τιμωρίας. Οι περισσότεροι επιλέγουν το δεύτερο και φτάνουν εκεί. Οι όροι του παιχνιδιού είναι οι εξής: οι καταδικασμένοι ξεκινούν με σκοπό να φτάσουν σε ένα σημείο που βρίσκεται η αμερικανική σημαία, περίπου 50 μίλια από το σημείο εκκίνησης. Αφού ξεκινήσουν, μετά από δύο ώρες θα τους ακολουθήσει μια ομάδα ανδρών της εθνοφρουράς και της αστυνομίας. Όσοι καταφέρουν να ξεφύγουν θα είναι ελεύθεροι, οι υπόλοιποι θα αναγκαστούν να εκτίσουν τις αρχικές τους ποινές! Μόνο που το παιχνίδι είναι σικέ, και κανείς δεν φτάνει στον τελικό προορισμό, αλλά ούτε και στη φυλακή, επειδή πολύ απλά τα όπλα των διωκτών εκπυρσοκροτούν «κατά λάθος» και η δικαιοσύνη απονέμεται στην καταμεσής στην καλιφορνέζικη έρημο.

Η δομή της ταινίας είναι ευφυέστατη. Ο σκηνοθέτης Πίτερ Γουότκινς (βλέπε Εποχή 10ης Φεβρουαρίου), διαπλέκει δύο καταστάσεις. Η πρώτη είναι η πορεία των καταδικασμένων στην περιοχή Μπέαρ Μάουντεν, δηλαδή στο Εθνικό Πάρκο Τιμωρίας. Ένα κινηματογραφικό συνεργείο από τη Μεγάλη Βρετανία παρακολουθεί και καταγράφει τη δοκιμασία των «στασιαστών», παίρνει συνεντεύξεις από διώκτες και διωκόμενους κατά τη διάρκεια του τριημέρου που διαρκεί. Οι εικόνες είναι ανελέητες, ο παραλογισμός ξεπερνά κάθε λογική. Τελικά η αίσθηση του δικαίου έχει διαφορετικούς κώδικες στις ΗΠΑ και αυτό ακριβώς προσπαθεί να δώσει ο Γουότκινς, δηλαδή την αμερικανική νοοτροπία, ή μάλλον καλύτερα τη νοοτροπία που υπάρχει στην άσκηση της αμερικανικής πολιτικής. Μια νοοτροπία η οποία είναι εμφανής και σήμερα με όλη αυτήν την τρομοϋστερία που κυριαρχεί στη μεγάλη χώρα.

Η δεύτερη κατάσταση είναι η καταγραφή των δικών. Οι κατηγορούμενοι λοιδωρούνται, προσβάλλονται, υβρίζονται, φιμώνονται. Απέναντί τους το «καθωσπρέπει» δικαστήριο, αποτελούμενο από πυλώνες της αμερικανικής κοινωνίας: μια νοικοκυρά και μέλος επιτροπής στρατολόγησης, ένα γερουσιαστής, ένας καθηγητής ψυχολογίας, ένα στέλεχος επιχείρησης και μέλος επιτροπής στρατολόγησης, ένας δημοσιογράφος κι ένας συνδικαλιστής. Ιερέας δεν υπάρχει, μάλλον θα τους ξέφυγε. Εκτός από αυτούς υπάρχει κι ένας από το Εφ Μπι Άι καθώς κι ένας δικηγόρος, συνήγορος των κατηγορούμενων, ο οποίος όμως δεν μπορεί να μιλήσει κι όταν κάτι προσπαθεί να πει ακούγεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου η λέξη που δε σηκώνει αντίρρηση: «απορρίπτεται!».

Αποθέωση του κινηματογράφου-αλήθεια
Το «Πάρκο της Τιμωρίας» του Πίτερ Γουότκινς θεωρείται ένα αριστούργημα του σινεμά βεριτέ (κινηματογράφος – αλήθεια). Το 1971, το περιοδικό Ρόλινγκ Στόουν, είχε γράψει χαρακτηριστικά: «Το αριστούργημα του σινεμά-βεριτέ. Μια από τις καλύτερες καταγραφές της καταπίεσης στις ΗΠΑ».

Αυτό που έκανε ο σκηνοθέτης, ήταν μία βαθιά μελέτη για τις κοινωνικές αναταραχές στις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του βρόμικου πολέμου στο Βιετνάμ. Ο πρόεδρος Νίξον, επικαλούμενος την εξουσία που του δίνει ο νόμος Κακ Κάραν του 1950, ιδρύει κέντρα αναμόρφωσης για τους διαφωνούντες. Ποιοι είναι αυτοί; Μα οπι γνωστοί και μη εξαιρετέοι ταραχοποιοί: ειρηνιστές, φοιτητές, μαύροι γενικά διάφοροι μιαροί ακτιβιστές, οι οποίοι κουβαλούν τη ρετσινιά του υπονομευτικού για την κοινωνία, στοιχείου! Έτσι, η κυβέρνηση στέλνει κάτι τέτοιους τύπους στο Εθνικό Πάρκο Τιμωρίας, στο οποίο οι φυλακισμένοι πρέπει να διασχίσουν την έρημο, χωρίς φαγητό και νερό (σιγά μη ταΐσουμε τα κομούνια!), ενώ τα παλικάρια (της φακής!) της Εθνικής Φρουράς τους καταδιώκουν οπλισμένοι σαν αστακοί. Δίκαια πράγματα, έτσι! Κι επειδή στις αμερικάνικες ταινίες νικούν πάντα οι καλοί, έτσι συμβαίνει κι εδώ. Η Εθνική Φρουρά, προπύργιο της αμερικανικής δημοκρατίας, τιμή και καμάρι του έθνους, καταφέρνει να εξοντώσει τα καθάρματα που τόλμησαν να αμφισβητήσουν τα ιερά και τα όσια και προπαντός το δικαίωμα της πατρίδας να στέλνει στρατό σε μια χώρα που καλά καλά δεν τη γνωρίζουν, επειδή κινδυνεύει! Και να φανταστείτε, πως παρόλα αυτά τα αίσχη, οι «ανίκητοι» έχασαν εκείνον τον πόλεμο, όσα μέτρα κι αν πήραν. Απλά το αναφέρω επειδή χαίρομαι κάθε φορά που το θυμάμαι, αλλά και επειδή καλά θα κάνουμε να το θυμόμαστε και να μη φοβόμαστε τα θεριά.

Η ταινία γυρίστηκε το 1971, διαρκεί 88 λεπτά και θα προβάλλεται από τις 28 Φεβρουαρίου, αποκλειστικά στον κινηματογράφο ΤΡΙΑΝΟΝ FILMCENTER, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, 37 χρόνια μετά από την κυκλοφορία της.

Η ΕΠΟΧΗ 24/2/2008

 

Ο ΠΙΤΕΡ ΓΟΥΟΤΚΙΝΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ (κείμενο που κυκλοφόρησε από την εταιρία διανομής της ταινίας «Το πάρκο της τιμωρίας» («Punishment park»), NEW STAR) 

Το 1968 βρισκόμουν στη Σουηδία για τη δημιουργία του Gladiators.  Το επόμενο καλοκαίρι μετακόμισα μαζί με την οικογένειά μου στις Η.Π.Α. όπου μου ανέθεσαν την παραγωγή μιας τριλογίας για τον αμερικανικό πόλεμο της ανεξαρτησίας, τον αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο και τους αποικιοκρατικούς πολέμους εναντίον των ιθαγενών της Αμερικής. Αυτές οι ταινίες θα χρηματοδοτούνταν από μια θυγατρική της Columbia Pictures και προορίζονταν όπως και το Culloden για εκπαιδευτική χρήση και, ενδεχομένως, για την τηλεόραση.

punishment-poster.jpg

Ήταν μια δύσκολη εποχή για τις Η.Π.Α.. Ο  Δημοκρατικός πρόεδρος Τζόνσον κλιμακώνει τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Το 1968, οι Βιετκόνγκ και ο στρατός του Βόρειου Βιετνάμ εξαπολύουν τη μεγάλη επίθεση του Τετ. Στο Βιετνάμ βρίσκονται 542.000 Αμερικανοί στρατιώτες. Στο εσωτερικό της χώρας, τα πανεπιστήμια είναι σε αναταραχή και το Ειρηνιστικό Κίνημα αναπτύσσεται ταχύτατα. Η ομάδα κρούσης των Χίπηδων, οι Γίπις με ηγέτες τον Άμπι Χόφμαν, τον Τζέρι Ρούμπιν και άλλους, ετοιμάζονται να κοντράρουν την προσπάθεια επανεκλογής του προέδρου Τζόνσον ανακηρύσσοντας υποψήφιο πρόεδρο τον Pigasus, ένα γουρούνι. Την ίδια περίοδο, οι Αφροαμερικανοί διεκδικούν τα δικαιώματά τους και ιδρύεται το ακτιβιστικό κόμμα των Μαύρων Πανθήρων.

Τον Μάρτιο του 1968, Αμερικανοί πεζοναύτες σφαγιάζουν πάνω από 300 άοπλους άντρες, γυναίκες και παιδιά, στο χωριό Μάι Λάι του Βιετνάμ. Έναν μήνα αργότερα δολοφονείται ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Δύο μήνες αργότερα δολοφονείται ο Ρόμπερτ Κέννεντυ. Τότε διεξάγεται το κρίσιμο συνέδριο του Δημοκρατικού Κόμματος στο Σικάγο. Την περίοδο αυτή, το Σικάγο κυβερνάται σαν μεσαιωνικό φέουδο από τον αντιδραστικό του δήμαρχο, Ρίτσαρντ Ντέιλι ο οποίος είναι αποφασισμένος να εμποδίσει κάθε αντιπολεμική διαμαρτυρία στην πόλη του και μετακαλεί 12000 αστυνομικούς, 7500 Αμερικανούς στρατιώτες και 6000 εθνοφρουρούς ( μεγαλύτερη δύναμη, όπως λέγεται, και από του Τζορτζ Ουάσινγκτον). Καθώς ξεκινούν οι εργασίες του Συνεδρίου, ένας 17χρονος Ινδιάνος Σιου από τη Νότια Ντακότα, πυροβολείται στον δρόμο από την αστυνομία. Την επόμενη μέρα, συλλαμβάνονται 7 Γίπις και ο Pigasus. Στη διάρκεια αυτής της εβδομάδας, σκοτώνονται 308 Αμερικανοί στο Βιετνάμ και περισσότεροι από 1000 τραυματίζονται. Έξω από το συνεδριακό κέντρο, οι διαδηλώσεις κατά του πολέμου δέχονται άγρια επίθεση από τους αστυνομικούς οι οποίοι επιτίθενται με τα γκλομπ, κλωτσούν και χτυπούν βάναυσα οποιονδήποτε βρεθεί στο οπτικό τους πεδίο ακόμα και τους περίοικους. Σε μια συνέντευξη τύπου, ο Δήμαρχος Ντέιλι δηλώνει: «Οι αστυνομικοί δεν βρίσκονται εδώ για να προκαλέσουν αναταραχή. Βρίσκονται εδώ για να την εμποδίσουν.» Οχτώ ακτιβιστές, μεταξύ αυτών ο Άμπι Χόφμαν, ο Τζέρι Ρούμπιν, ο Τομ Χέιντεν και το μέλος των Μαύρων Πανθήρων Μπόμπι Σιλ διώκονται για συνωμοσία και παράνομη είσοδο σε άλλη Πολιτεία με σκοπό την υποκίνηση αναταραχών. Τον Νοέμβριο του 1968, εκλέγεται πρόεδρος των Η.Π.Α. ο Ρίτσαρντ Νίξον. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1969, ξεκινά η δίκη των ακτιβιστών στο Σικάγο με πρόεδρο τον δικαστή Τζούλιους Χόφμαν. Οι κατηγορούμενοι συνεχώς γελοιοποιούν την ακροαματική διαδικασία και ο δικαστής Χόφμαν δίνει εντολή να δεθεί και να φιμωθεί ο Μπόμπι Σιλ. Η δίκη του Μπόμπι Σιλ διαχωρίζεται από αυτή των υπολοίπων η οποία γίνεται γνωστή ως η δίκη των «7 του Σικάγο». Στις 4 Δεκεμβρίου, σε μια πρωινή εισβολή, η αστυνομία του Σικάγο γαζώνει με τουλάχιστον 100 σφαίρες ένα διαμέρισμα στη δυτική πλευρά. Ο οργανωτής του κόμματος των Μαύρων Πανθήρων  στο Ιλινόις, Φρεντ Χάμπτον και το μέλος του κόμματος Μαρκ Κλαρκ σκοτώνονται.

pdvd_048.jpg

Εν τω μεταξύ, το εκπαιδευτικό κινηματογραφικό μου σχέδιο καταρρέει. Τον χειμώνα του 1969, περνώ αρκετούς μήνες γράφοντας το σενάριο ενός μεγάλου ντοκιμαντέρ με τίτλο «η Πολιτεία της Ένωσης» για την εμφύλια σύγκρουση στο Αντιετάμ, ξέροντας εκ των προτέρων πως η ταινία δεν πρόκειται να γίνει. Την άνοιξη του 1970, ετοιμαζόμαστε με την οικογένειά μου να φύγουμε από τις Η.Π.Α. Τότε ο πρόεδρος Νίξον εξαπολύει τους «μυστικούς» βομβαρδισμούς της Καμπότζης και οι διαδηλώσεις γίνονται εντονότερες. Στις 4 Μαΐου 1970, 4 φοιτητές σκοτώνονται και εννέα άλλοι τραυματίζονται στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στο Οχάιο όταν ένα απόσπασμα της Εθνοφρουράς της πολιτείας του Οχάιο άνοιξε πυρ στη διάρκεια μιας μεσημεριανής διαμαρτυρίας…

Οι πυροβολισμοί στο Πανεπιστήμιο του Κεντ στο Οχάιο εναντίον 4 φοιτητών τον Μάιο του 1970, οπωσδήποτε ήταν το κρίσιμο σημείο που με έκανε να παρατείνω την παραμονή μου στην Αμερική μετά την ματαίωση των ιστορικών μου ταινιών και να προσπαθήσω να κάνω μια ανεξάρτητη ταινία για αυτά που συνέβαιναν στις Η.Π.Α. εκείνον τον καιρό. Αρχικά, η ιδέα μου ήταν να κάνω μια δραματοποιημένη αναπαράσταση της δίκης του Σικάγο των Άμπι Χόφμαν, Τζέρι Ρούμπιν, Μπόμπι Σιλ και των άλλων ακτιβιστών. Ένας φίλος στο Λος Άντζελες, ο Ρόμπιν Φρεντς που ήταν στέλεχος σε ένα πρακτορείο ηθοποιών προσφέρθηκε να χρηματοδοτήσει η εταιρεία του αυτό το σχέδιο με 50000 δολάρια. Η Σούζαν Μάρτιν που δούλευε μαζί μου ως διευθύντρια παραγωγής για τη ματαιωμένη ιστορική σειρά προσφέρθηκε να κάνει την παραγωγή της ταινίας. Έτσι, πήγαμε όλοι στο Λος Άντζελες… Ωστόσο, όταν ξεκινήσαμε την παραγωγή και άρχισα να συναντώ νέους ανθρώπους για το κάστινγκ της ταινίας, αρκετοί από τους οποίους είχαν, επίσης, συλληφθεί σε διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, συνειδητοποίησα πως οι ιστορίες τους και οι εμπειρίες τους ήταν ακόμη πιο γλαφυρές και θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον και μεγαλύτερη σχέση κατά μία έννοια ακόμα και από το γύρισμα μιας ταινίας για τη δίκη του Σικάγο. Επίσης, την περίοδο εκείνη, έμαθα για το αντικομουνιστικό διάταγμα του ΜακΚάραν το 1950, για την εθνική ασφάλεια. Αυτός ο δρακόντειος αμερικανικός νόμος προέβλεπε τη δημιουργία χώρων κράτησης, στην πράξη στρατοπέδων συγκέντρωσης για όσους αντιμετώπιζαν την κατηγορία της υπομόνευσης του καθεστώτος , ακόμα και θεωρητικά. Από αυτό το εφιαλτικό διάταγμα, επινόησα την ιδέα των Πάρκων Τιμωρίας, δημιουργήματα  της αμερικανικής κυβέρνησης ως ένας τρόπος για να αντιμετωπίσει την αυξανόμενη αναταραχή στο εσωτερικό της χώρας και τον μεγάλο αριθμό έγκλειστων στις φυλακές και παράλληλα να παρέχει πρακτική εκπαίδευση για τους αξιωματικούς επιβολής της τάξης που μελλοντικά θα έπρεπε να καταστείλουν την αυξανόμενη αντίδραση στον πόλεμο του Βιετνάμ. Το Punishment Park γυρίστηκε στα τέλη Αυγούστου και στις αρχές Σεπτεμβρίου του 1970. Η τοποθεσία ήταν η αποξηραμένη λίμνη του Ελ Μιράζ στην έρημο Σαν Μπερναρντίνο, 100 μίλια περίπου μακριά από το Λος Άντζελες. Στην ταινία αυτό είναι το Πάρκο Τιμωρίας του Μπέαρ Μάουνταιν στην Καλιφόρνια. Οι σκηνές της ταινίας είναι  μοιρασμένες ανάμεσα σε αυτές στην έρημο, καθώς ακολουθούμε μια ομάδα καταδικασμένων διαφωνούντων που εκτελούν την ποινή τους σύμφωνα με την οποία πρέπει να διασχίσουν περίπου 60 μίλια, σε τραχύ έδαφος μέσα σε αφόρητη ζέστη για να φτάσουν την αμερικανική σημαία καταδιωκόμενοι από σώματα ασφαλείας και σε μια μεγάλη στρατιωτική σκηνή, στην άκρη του πάρκου όπου μια δεύτερη ομάδα περνάει από δίκη σε ένα έκτακτο πολιτικό δικαστήριο. Ανάμεσα στα μέλη της ομάδας είναι η Τζόαν Τσόρτσιλ, η φωτογράφος και ο Ντέιβιντ Χάνκοκ, ο καλλιτεχνικός διευθυντής. Η Τζόαν Τσόρτσιλ καρτώντας μια κάμερα 16 χιλιοστών, πετύχαινε εν κινήσει και αυτοσχεδιάζοντας, το ένα θαύμα μετά το άλλο. Αν ποτέ προσπαθήσατε να κρατήσετε μια κάμερα 16 χιλιοστών και ταυτόχρονα να καδράρετε και να εστιάζετε την ώρα που τρέχετε σε μια βραχώδη έρημο με θερμοκρασίες που ξεπερνούν τους 40 βαθμούς, τότε θα ξέρετε τα θαύματα που πέτυχε η Τζόαν.

Όλο το συνεργείο ήταν εξαιρετικό, όχι περισσότεροι από 10 μαζί με δύο βοηθούς κοστουμιών αλλά καταφέραμε να γυρίσουμε το Punishment Park σε λιγότερο από τρεις εβδομάδες. Το καστ ήταν επίσης εκπληκτικό. Με ελάχιστες εξαιρέσεις κανείς τους δεν είχε ξαναπαίξει. Στην ταινία υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες ερμηνευτών. Εκείνοι που εκφράζουν τις δικές τους απόψεις κι εκείνοι που υποδύονται χαρακτήρες αντίθετους στις προσωπικές τους πεποιθήσεις. Τους ακτιβιστές, τους υποδύθηκαν νέοι άνθρωποι που ζούσαν εντός κι εκτός του Λος Άντζελες. Απ’ όσο θυμάμαι σε κάποιες περιπτώσεις , χρησιμοποιήθηκαν ως πρότυπα άνθρωποι όπως η Τζόαν Μπάεζ, ο Άμπι Χόφμαν , ο Τομ Χέιντεν, ο Ντέιβιντ Ντίλιντζερ, ο Μπόμπι Σιλ κ.α. Σε όλες τις περιπτώσεις, είναι οι απόψεις των ίδιων των ηθοποιών, τα επιχειρήματα και οι πεποιθήσεις που κυριαρχούν στην ταινία. Στην περίπτωση της συντηρητικής πλευράς, των μελών του δικαστηρίου και των αξιωματικών επιβολής της τάξης ορισμένοι εξέφραζαν τις δικές τους απόψεις και άλλοι υποδύονταν έναν ρόλο. Κάποιοι που υποδύονται τους αστυνομικούς είχαν υπάρξει αστυνομικοί ενώ κάποιοι άλλοι όχι, και το εκπληκτικό στην ταινία είναι ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος. Νομίζω πως αυτό λέει ορισμένα ενδιαφέροντα πράγματα για την πιθανότητα ακόμα και σε καταστάσεις πόλωσης να μπορείς να δεις και να καταλάβεις ακόμα και να ερμηνεύεις μιαν αντίθετη άποψη. Έτσι όσοι κατηγορούν το Punishment Park για πόλωση, νομίζω πως δεν έχουν καταλάβει πλήρως τις διαστάσεις αυτού που συνέβη στη διάρκεια της δημιουργίας αυτής της ταινίας. Οι βασικές λεκτικές αντιπαραθέσεις στο Punishment Park, οι σκηνές στο δικαστήριο γυρίστηκαν σε μια αποπνικτικά ζεστή σκηνή, χωρίς παράθυρα,  και προκειμένου να εντείνουμε την αληθοφάνεια των συμβάντων για τους ηθοποιούς, εκείνοι που έπαιζαν τα μέλη του δικαστηρίου κι εκείνοι που υποδύονταν τους ακτιβιστές δεν είχαν συναντηθεί πριν ξεκινήσει το γύρισμα. Δεν γίνονταν καθόλου πρόβες. Καθένας προετοιμαζόταν από πριν. Καθένας δούλευε τη δική του θέση και τα λόγια του, επιθετικά ή αμυντικά. Η απόφαση να επιτρέψω στους ηθοποιούς να αυτοσχεδιάζουν και ο βαθμός στον οποίον αυτό έγινε, αποτέλεσε ένα αποφασιστικό νέο βήμα στην πορεία της δουλειάς μου. Κατάλαβα πως επιτρέποντας στους ηθοποιούς μεγάλα περιθώρια αυθορμητισμού και ελευθερίας έκφρασης, συμπεριλαμβανομένων και των συντηρητικών μελών του δικαστηρίου, όχι μόνο θα προσέθετε δύναμη στη ταινία αλλά θα λειτουργούσε πρακτικά σαν μια παρουσίαση της κριτικής μου εναντίον των μαζικών οπτικοακουστικών μέσων, με τα άκαμπτα σενάριά τους και τον σφιχτό έλεγχο των αφηγηματικών δομών, των διαλόγων, του μοντάζ κλπ. Το πιο σημαντικό για μένα ήταν πως στο Punishment Park είναι συνηθισμένοι άνθρωποι, το κοινό, που συμμετέχουν σε αυτή την πρόκληση. Κυρίως, το γεγονός πως ήταν το είδος των ανθρώπων και το είδος των απόψεων που συνήθως δεν βλέπεις και δεν ακούς να παρουσιάζονται στα Μ.Μ.Ε. Όταν πρωτοπαρουσιάστηκε το Punishment Park στις Η.Π.Α., στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Νέας Υόρκης το 1971, δέχτηκε σκληρές επιθέσεις. Ο βασικός κριτικός κινηματογράφου των New York Times έγραψε: «Το Punishment Park του Peter Watkins είναι μια ταινία τέτοιας απερίφραστης και πεισματικής ειλικρίνειας που το πιθανότερο είναι να περάσουν τα πρώτα δέκα υστερικά λεπτά πριν καταλάβεις ότι ουσιαστικά πρόκειται για την  εκπλήρωση του ονείρου ενός μαζοχιστή.» Ο ίδιος κριτικός πρόσθεσε αργότερα: «Μια ακραία παρανοϊκή θεώρηση του τι θα μπορούσε να συμβεί στην Αμερική μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια. Επειδή όλη η λογοτεχνία, μαζί με φουτουριστικές ανοησίες σαν αυτή, αντιπροσωπεύουν όνειρα και  επιθυμίες, δεν μπορώ παρά να υποψιάζομαι πως ο προειδοποιητικός μύθος του Watkins είναι στην ουσία μια άγρια και ειλικρινής επιθυμία να βρει τη δική του, ύστατη τιμωρία.»

Ένας άλλος Αμερικανός κριτικός έγραψε: «Η πιο ενοχλητική από τις ταινίες του πρόσφατου φεστιβάλ που έχω δει μέχρι σήμερα. Ο Βρετανός σκηνοθέτης αναμφίβολα δεν συνειδητοποιεί πως του επετράπη να δημιουργήσει  και να παρουσιάσει εδώ μια ταινία που παρουσιάζει τις Η.Π.Α. ως ένα ακραίο φασιστικό καθεστώς. Το επίτευγμά του φυσικά είναι η δημιουργία ενός 90λεπτου φιλμ στη διάρκεια του οποίου δεν εκφράζεται ούτε μια πρωτότυπη ή θετική άποψη.»

Στη συνέχεια ακολούθησε η περιθωριοποίηση από τα στούντιο του Χόλυγουντ που αρνήθηκαν να αναλάβουν τη διανομή γιατί φοβούνταν όπως μας είπαν με ειλικρίνεια πως θα αντιμετώπιζαν προβλήματα με τις ομοσπονδιακές αρχές. Παρόλ’ αυτά καταφέραμε να βρούμε κάποιον που ανέλαβε την προβολή της ταινίας αλλά είτε από τον φόβο των αντιδράσεων ή γιατί δεν μπορούσαν να βρουν άλλη αίθουσα που θα δεχόταν να προβληθεί η ταινία, το Punishment Park έκανε πρεμιέρα σε ένα άσημο σινεμά σε μια περιοχή με γραφεία στο Μανχάταν.

Το φιλμ έκανε πρεμιέρα και τελείωσε. Το κατέβασαν ξαφνικά μετά από τέσσερεις μέρες και δεν μπορέσαμε να μάθουμε ποτέ γιατί. Όσο για την αμερικανική τηλεόραση, σε ένα συμβούλιο αποτελούμενο από τηλεοπτικούς παραγωγούς, παρουσία μου, όλοι τους δήλωσαν πως δεν θα έδειχναν ποτέ ένα τόσο άθλιο φιλμ στην τηλεόραση, και απ’ όσο γνωρίζω ποτέ δεν το έκαναν, εδώ και τριάντα χρόνια.

Ο επόμενος, στη διαδικασία περιθωριοποίησης, ήταν το εκπαιδευτικό σύστημα. Πριν συνεχίσω θέλω να τονίσω πως στις Η.Π.Α. υπάρχουν ορισμένοι ιστορικοί κινηματογράφου, τουλάχιστον τρεις, και αυτοί είναι ο Τζόζεφ Γκόμεζ, ο Σκοτ Μακ Ντόναλντ και ο Κεν Νόλι, και όλοι τους έχουν υποστηρίξει ιδιαίτερα τη δουλειά μου ενώ χρησιμοποίησαν αρκετές ταινίες μου για τη διδασκαλία τους. Ο Τζο Γκόμεζ έχει γράψει ένα βιβλίο για τη δουλειά μου και ο Σκοτ Μακ Ντόναλντ έχει γράψει αρκετά άρθρα για τις ταινίες μου ενώ πρόβαλε την ταινία Punishment Park σε αίθουσα διδασκαλίας. Αυτή όμως δεν είναι η γενικότερη εικόνα και οι ταινίες μου έχουν περιθωριοποιηθεί τόσο από τους κριτικούς ανά τον κόσμο όσο και από τα Μ.Μ.Ε.

Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, τον Μάρτιο του 1974,σε ένα κρατικό αμερικανικό κολέγιο, μετά από μια προβολή του Punishment Park από τους φοιτητές, κάποιοι από το εκπαιδευτικό προσωπικό εκδήλωσαν οργή. Ένας καθηγητής άρχισε να φωνάζει: «Το φιλμ είναι διαστρεβλωτικό! Είστε ένας έφηβος, κύριε Watkins. Πού ήσασταν όλον αυτόν τον καιρό; Νιώθετε τέτοια αγωνία που νιώθουμε λύπη για σας. Δεν ξέρετε πως πάντα έτσι συμπεριφερόταν ο άνθρωπος; Από τη στιγμή που μπουσούλησε έξω από τις σπηλιές και άρχισε να χρησιμοποιεί ένα ρόπαλο;» Αυτός ο εκπαιδευτικός, καθηγητής θεατρολογίας, εξοργιζόταν όλο και περισσότερο και τότε φώναξε: «Και τι θα γίνει; Εγώ κι εσύ θα φωνάζουμε ο ένας στον άλλον από τις δύο άκρες της αίθουσας, και θα γινόμαστε όλο και πιο βίαιοι;»

Ένας άλλος δάσκαλος  παραδέχτηκε πως είχε φανταστεί πως ο Ρίτσαρντ Νίξον ίσως να έπαιρνε τον έλεγχο της χώρας αυθαίρετα, χρησιμοποιώντας τις ένοπλες δυνάμεις αλλά συνέχισε λέγοντας: «Ποτέ δεν θα επιβάρυνα τους άλλους με αυτή την εικόνα. Δεν νομίζω πως πρέπει να ασχολείστε με το μέλλον κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν θα έπρεπε να μιλάτε για το μέλλον, δεν θα έπρεπε να φορτώνετε τους άλλους με τα προαισθήματά σας για το μέλλον.»Και λίγο αργότερα αυτός ο καθηγητής  βγήκε από την αίθουσα. Με όλον μου τον σεβασμό προς αυτούς τους ανθρώπους, νομίζω πως τους διέφευγαν ορισμένα αρκετά σημαντικά σημεία. Αν και η ιδέα των Πάρκων Τιμωρίας σαφώς και είναι μια αλληγορία για τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες στις Η.Π.Α. τον καιρό εκείνο, πολλά από τα υπόλοιπα που δείχνει η ταινία όπως και η βάση στην οποία στηρίχτηκε, όντως συνέβαιναν. Από τις επιθέσεις από ρατσιστές αστυνομικούς μέχρι την μαζική επίθεση εναντίον των λαών στη Νοτιοανατολική Ασία. Και ήταν πολύ ενοχλητικό να βλέπεις Αμερικανούς, ιδίως εκείνους στα Μέσα και στην Εκπαίδευση να περιέρχονται σε μια κατάσταση ολικής άρνησης για αυτά που συνέβαιναν στη χώρα τους.

Όσο για την κατηγορία πως η ταινία Punishment Park  μπορεί να προκαλέσει βία… πρόκειται όντως για ένα περίπλοκο θέμα γιατί όπως έχω πει επανειλημμένα, βίαιες κινηματογραφικές δομές, ειδικά η Μονοφόρμα, μπορούν να προκαλέσουν βία, επιθετικότητα και κοινωνική αναταραχή. Το πιστεύω απόλυτα αυτό. Και το Punishment Park είναι κινηματογραφημένο με τη δομή της Μονοφόρμας. Γρήγορο μοντάζ, χρήση σάουντρακ, γρήγορη εναλλαγή στην κίνηση κ.ο.κ. Αλλά το 1970, όταν έκανα το Punishment park δεν είχα ακόμα κάνει την ανάλυση των προβλημάτων της Μονοφόρμας.  Αυτή η συνειδητοποίηση ήρθε μετά από 6-7 χρόνια. Όμως, παρά τη Μονοφόρμα, το Punishment Park περιέχει κάποια σημαντικά στοιχεία που αμφισβητούν τον παραδοσιακό ρόλο των Μ.Μ.Ε., μαζί και τον ρόλο των συμβατικών ντοκιμαντέρ. Για παράδειγμα το Punishment Park  διαθέτει έναν αμφιλεγόμενο αφηγητή, εμένα,  που παίρνει μια ποικιλία διαφορετικών θέσεων με τρόπο που αμφισβητεί τον σχεδόν θεϊκό ρόλο του αφηγητή που χρησιμοποιείται τόσο συχνά στις ειδήσεις και στα επονομαζόμενα ενημερωτικά φιλμ. Το συνεργείο, επίσης, έχει μια αμφίσημη θέση. Εκπληρώνουν το επαγγελματικό καθήκον της αντικειμενικότητας, για παράδειγμα, κατά την κινηματογράφηση των ακτιβιστών στην έρημο δεν τους βοηθούν προσφέροντάς τους νερό, αλλά ταυτόχρονα, προς το τέλος της ταινίας τα βάζουν με τους αστυνομικούς σε μια υποκειμενική αντίδραση σε αυτό που όντως συμβαίνει, και φυσικά το συνεργείο της ταινίας στο Punishment Park, έχει και ένα άλλον ρόλο που είναι αυτός της παραγωγής μιας ταινίας γεγονός που, επίσης, ανατρέπει τον παραδοσιακό τρόπο λειτουργίας των Μ.Μ.Ε.  Μιλώντας για τα μέσα, θα προσέθετα πως λατρεύουν να παριστάνουν στους εαυτούς τους και στο κοινό γενικότερα πως είναι δυνατόν να χρησιμοποιείς φιλμ για να παρουσιάσεις την αλήθεια. Βασικά, αυτό είναι το μόνο που θεωρούν πως κάνουν: να παρουσιάζουν την αντικειμενική αλήθεια.

Στην ταινία μας, για να διαλυθεί αυτός ο μύθος, κινηματογραφήσαμε μιαν αλληγορία, το Punishment Park σαν να συμβαίνει πραγματικά. Αυτό ανεγείρει ορισμένα ερωτήματα. Το σύστημα των Πάρκων Τιμωρίας δεν είναι πραγματικότητα , δεν συμβαίνει καθόλου, έτσι δεν είναι; Είναι όμως; Όπως έχει καταγράψει και ο Σκοτ Μακ Ντόναλντ, υπήρχαν πολλοί Αμερικανοί, ιδίως στις αρχές της δεκαετίας του ’70 που πείστηκαν, βλέποντας την ταινία, πως τα Πάρκα Τιμωρίας όντως υπήρχαν. Και όταν η δανέζικη τηλεόραση έδειξε το Punishment Park, ο δανέζικος τύπος αντέδρασε οργισμένα ενάντια στις Η.Π.Α., που έχουν τέτοια συστήματα και κατόπιν έπρεπε να ανακαλέσουν όταν κατάλαβαν πως η ταινία ήταν μυθοπλασία. Τώρα γιατί ο δανέζικος τύπος εκδήλωσε έκπληξη ή η δανική τηλεόραση, δεν είμαι σίγουρος, μια και θα έπρεπε να γνωρίζουν πως όλες οι ταινίες σε όλες τις τηλεοράσεις είναι κατασκευασμένες , από πολλές απόψεις όλη η δραστηριότητα των Μ.Μ.Ε. είναι κατασκευασμένη, ακόμα και οι βραδινές ειδήσεις. Και υπάρχει και ένα άλλο ερώτημα, ποια είναι η θεμελιώδης διαφορά της επονομαζόμενης εξωτερικής αλήθειας που τα Μ.Μ.Ε. ισχυρίζονται πως μας δείχνουν διαρκώς  και της μεταφορικής παρουσίασης αυτής της αλήθειας; Αν, για παράδειγμα μια φιλμική μεταφορά χρησιμοποιείται για να απεικονίσει μια κοινωνική αδικία, τότε τι είναι πιο πραγματικό για τους ανθρώπους που υποφέρουν από αυτή την αδικία; Η εικόνα μια χαρούμενης, ανέμελης καταναλωτικής κοινωνίας που μας δίνεται από τα Μ.Μ.Ε. ή η αλληγορία που επικεντρώνει την προσοχή σε αυτή την αδικία που βιώνουν αυτοί οι άνθρωποι; Το Punishment Park  θίγει όλα αυτά τα ερωτήματα και πολλά άλλα κι επίσης, και ίσως ακόμα χειρότερα για την πολιτική θεώρηση των Μ.Μ.Ε., επιτρέπει στους νέους ανθρώπους να εκφραστούν ελεύθερα μέσα στο πλαίσιο μιας σημαντικής κοινωνικής αλληγορίας και δεν έχω καμία αμφιβολία πως γι’ αυτούς τους λόγους το Punishment Park έχει αποσιωπηθεί για τόσον καιρό, ιδίως στις Η.Π.Α.

Η τηλεόραση εξακολουθεί να φοβάται πάρα πολύ τη λαϊκή φωνή και η δύναμη του Punishment Park, η δύναμη των νέων ανθρώπων στην ταινία που απροκάλυπτα εγκαλούν τη διαφθορά και τη σκληρότητα του υπάρχοντος συστήματος στο οποίο ακόμα ζούμε έχει αναμφισβήτητα οδηγήσει στην επί 30 χρόνια περιθωριοποίηση αυτής της ταινίας. Και ποια είναι η σχέση της ταινίας με την σημερινή εποχή; Υπάρχουν δύο εκατομμύρια άνθρωποι έγκλειστοι στις αμερικανικές φυλακές. Το μεγαλύτερο ποσοστό κρατουμένων από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο. Υπάρχουν οι βαναυσότητες του αμερικανικού στρατοπέδου συγκέντρωσης στον κόλπο του Γκουαντάναμο στην Κούβα και η παρουσία των Η.Π.Α. στο Ιράκ. Όπως και η πρόσφατη ανακάλυψη ενός μέχρι τώρα άγνωστου στρατιωτικού γκουλάγκ φυλακών, στο Αφγανιστάν, στο οποίο οι τρόφιμοι, Αφγανοί  αιχμάλωτοι πολέμου, κακοποιούνταν σεξουαλικά, δεν τους επιτρεπόταν να κοιμηθούν, υποβάλλονταν σε διάφορες μορφές κακοποίησης, σκληρότητας και κακοποίησης. Υπάρχει απώλεια πολιτικών ελευθεριών που αντιπροσωπεύεται από το πρόσφατο αμερικανικό διάταγμα Patriot Act που πέρασε από το Κογκρέσο πριν τη διαβάσει οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος και που επιτρέπει στο κράτος να αντιμετωπίζει τους διαφωνούντες σαν να ήταν μέλη της Αλ Κάιντα. Στην Αγγλία, το Υπουργείο Εσωτερικών προτείνει να γίνει αδίκημα η διαμαρτυρία έξω από σπίτια όταν αυτή προκαλεί ενόχληση ή ανησυχία στους κατοίκους. Εν ολίγοις, όλες οι διαμαρτυρίες σε κατοικημένες περιοχές  μπορούν να αντιμετωπιστούν σαν ποινικό αδίκημα. Η βρετανική κυβέρνηση επίσης αναζητά τρόπους αντιμετώπισης για τις ιστοσελίδες που περιέχουν υλικό που ίσως προκαλέσει ανησυχία ή περιττή ανασφάλεια σε άλλους. Με όλα αυτά και πολλά περισσότερα που συμβαίνουν στον κόσμο μας σήμερα, σε ποιον βαθμό μπορεί η ταινία Punishment Park να εξακολουθεί να θεωρείται ως μια δήθεν φαντασίωση ενός παρανοϊκού; Ο Άμπι Χόφμαν, ιδρυτής του αμερικανικού κινήματος των Γίπις, κατηγορούμενος στη δίκη των «7 του Σικάγο» βρέθηκε νεκρός στις 12 Απριλίου 1989. Ο θάνατός του αργότερα καταγράφηκε ως  αυτοκτονία. Άφησε ένα σημείωμα που έλεγε: «Είναι πολύ αργά , δεν μπορούμε να κερδίσουμε, έχουν γίνει πολύ δυνατοί.» Μπορώ ασφαλώς  να καταλάβω το νόημα και την απελπισία πίσω από αυτό το μήνυμα αλλά θεωρώ πως είναι σημαντικό για μας να προσπαθήσουμε να αντλήσουμε δύναμη από τον αγώνα των ακτιβιστών,και τόσων άλλων και από την δυνατότητα των ανθρώπων οπουδήποτε να αντισταθούν. Μερικές φορές, όταν καταθλίβομαι από αυτά που συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας, προσπαθώ να θυμάμαι αυτές τις σκηνές που γυρίσαμε στην έρημο το 1970 και τα πρόσωπα των νέων ανθρώπων στο Punishment Park,την αφοσίωσή τους σε ένα άλλον τρόπο ζωής και τον τρόπο που μας κοίταζαν…

 

 

 

 

 

 

 


Advertisements

1 σχόλιο

  1. Δοκιμές: νέο VW Tiguan

    «PUNISHMENT PARK» του Πίτερ Γουότκινς – Οι μεγάλες στιγμές του «ελεύθερου κόσμου» | Στράτος Κερσανίδης


Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s