Ποια είναι η γυναίκα στην οθόνη;

ΜΗΝ ΤΟ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

4.jpg

Ένα επιτυχημένο βιβλίο γίνεται επιτυχημένη ταινία. Ένας άνθρωπος κατηγορείται για το φόνο της γυναίκας του. Κι όμως, την είδε, είναι αυτή, είναι ζωντανή! Γαλλικό θρίλερ με αναπάντεχη πλοκή και σκηνοθετημένο με στυλ!

Η ζωή του γιατρού Άλεξ Μπεκ καταστράφηκε όταν δολοφονήθηκε η γυναίκα του, Μαργό. Στην αρχή οι υποψίες της αστυνομίας για το φόνο πέφτουν επάνω του και οκτώ χρόνια μετά από το γεγονός, ενώ ο ίδιος προσπαθεί να ξεπεράσει το χαμό της, μπαίνει ξανά στο στόχαστρο των αρχών. Αυτό συμβαίνει επειδή πλάι στην εξοχική του κατοικία, στην όχθη μιας λίμνης, βρέθηκαν δύο πτώματα. Επί πλέον ο Άλεξ, λαμβάνει ένα παράξενο μήνυμα στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο το οποίο τον αναστατώνει τελείως. Μόλις το ανοίγει βλέπει μία εικόνα -το πρόσωπο μιας γυναίκας στη μέση του πλήθους, κινηματογραφημένο σε πραγματικό χρόνο. Η γυναίκα είναι η αγαπημένη του Μαργκό. Στο μυαλό του Άλεξ μπαίνει η ιδέα πως η γυναίκα του είναι ζωντανή και αναγκάζεται για κάποιους λόγους να μην εμφανίζεται. Τι συμβαίνει; Υπάρχει ένα έγκλημα που ξέρει να κρύβεται; Μια αλήθεια που παλεύει να βγει; Τι κάνεις όταν το παρελθόν επιστρέφει, πιο ζωντανό από ποτέ; Έτσι ο γιατρός αρχίζει έναν αγώνα, αφενός να ανακαλύψει τα ίχνη της γυναίκας που πιστεύει πως είναι η αγαπημένη του αφετέρου να αποδείξει την αθωότητά του.

Ο σκηνοθέτης Γκιγιόμ Κανέ έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με μια επιτυχία, την ταινία «Το είδωλό μου». Τώρα με τη νέα του ταινία, αποφάσισε να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Αρλάν Κομπέν, το οποίο από μόνο του είναι μια τεράστια εκδοτική επιτυχία. Αυτό αποδεικνύεται από τις 27 γλώσσες στις οποίες έχει μεταφραστεί και από τα 6 εκατομμύρια αντίτυπα που έχει πουλήσει παγκοσμίως. Μιλώντας για την επιλογή του να κάνει ταινία το βιβλίο του Κομπέν, ο Γκιγιόμ, λέει: «Όταν έπεσε το ομώνυμο βιβλίο στα χέρια μου, για πρώτη φορά αιχμαλωτίστηκα πλήρως από την ιστορία. Περιείχε πολλούς δυνατούς χαρακτήρες, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μένα γιατί έχω μία πολύ συγκεκριμένη αδυναμία: κάθε φορά που συναντώ έναν ηθοποιό ή μία ηθοποιό που μου αρέσει, θέλω οπωσδήποτε να συνεργαστώ μαζί τους. Με αυτήν την ιστορία, είχα πολλούς ρόλους να μοιράσω! Μου άρεσε επίσης η συσσώρευση των ειδών –θρίλερ, ερωτική ιστορία, σασπένς… Ήταν ειλικρινά η πρώτη φορά που διάβασα κάτι που δεν είχα γράψει ο ίδιος και αισθάνθηκα ότι μπορούσα να το σκηνοθετήσω. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, είχα την εικόνα της ταινίας στο μυαλό μου. Ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω και αφού γράψαμε το σενάριο, καθώς είμαστε έτοιμοι για τα γυρίσματα, προσπαθούσα να μην χάσω επαφή με αυτά τα αρχικά συναισθήματα».

Η ταινία διαθέτει όλα εκείνα τα στοιχεί που συνθέτουν ένα δυνατό θρίλερ. Σε πολλούς μπορεί να θυμίσει την ιστορία του «Φυγά», και όχι αδίκως. Και εκεί υπάρχει ένας σύζυγος –και μάλιστα γιατρός!- ο οποίος θεωρείται ύποπτος για το φόνο της συζύγου του και κυνηγημένος προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του. Όμως ο Γκιγιόμ, ως ευρωπαίος, δίνει μεγαλύτερη σημασία στη δομή των χαρακτήρων του, ιδιαίτερα σε εκείνον του γιατρού Μπεκ. Η ταινία διαθέτει σασπένς και ρυθμό και έρχεται «φορτωμένη με τέσσερα βραβεία Σεζάρ: σκηνοθεσίας, ανδρικού ρόλου, πρωτότυπης μουσικής και μοντάζ.

ΜΗΝ ΤΟ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ
NE LE DIS A PERSONNE (αγγλ. τίτλος TELL NO ONE)

Σκηνοθεσία: Γκιγιόμ Κανέ

Πρωταγωνιστούν: Φρανσουά Κλουζέ, Αντρέ Ντισολιέ, Κριστίν Σκοτ Τόμας, Μαρί-Ζοζέ Κροζ, Φρανσουά Μπερλεάν, Ναταλί Μπάι, Γκιγιόμ Κανέ

ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΕΡΣΑΝΙΔΗΣ (CITY, 22/6/2007)

Ακολουθεί απόσπασμα συνέντευξης με τον δημιουργό ΓΚΙΓΙΟΜ ΚΑΝΕ.

(Από το δελτίου Τύπου της εταιρίας AUDIO VISUAL)

Γιατί επιλέξατε αυτό το συγκεκριμένο μυθιστόρημα;

«Όταν έπεσε το ομώνυμο βιβλίο στα χέρια μου, για πρώτη φορά αιχμαλωτίστηκα πλήρως από την ιστορία. Περιείχε πολλούς δυνατούς χαρακτήρες, κάτι που είναι πολύ σημαντικό για μένα γιατί έχω μία πολύ συγκεκριμένη αδυναμία: κάθε φορά που συναντώ έναν ηθοποιό ή μία ηθοποιό που μου αρέσει, θέλω οπωσδήποτε να συνεργαστώ μαζί τους. Με αυτήν την ιστορία, είχα πολλούς ρόλους να μοιράσω! Μου άρεσε επίσης η συσσώρευση των ειδών –θρίλερ, ερωτική ιστορία, σασπένς… Ήταν ειλικρινά η πρώτη φορά που διάβασα κάτι που δεν είχα γράψει ο ίδιος και αισθάνθηκα ότι μπορούσα να το σκηνοθετήσω. Καθώς διάβαζα το βιβλίο, είχα την εικόνα της ταινίας στο μυαλό μου. Ήξερα ακριβώς τι ήθελα να κάνω και αφού γράψαμε το σενάριο, καθώς είμαστε έτοιμοι για τα γυρίσματα, προσπαθούσα να μην χάσω επαφή με αυτά τα αρχικά συναισθήματα..»

Σας περιόρισε σε κάτι η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου;

«Αρνήθηκα να δεχτώ καταναγκασμούς. Είπα αμέσως στον Αρλάν Κομπέν γιατί ήθελα να μεταφέρω στον κινηματογράφο το βιβλίο του. Νομίζω ότι αυτό τον κέρδισε. Δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με την αμερικάνικη διασκευή γιατί είχαν αλλάξει πάρα πολύ το βιβλίο. Κι εγώ άλλαξα το τέλος αλλά ήταν κάτι που του άρεσε. Συγκινήθηκε πολύ και μου είπε ότι κάθε αλλαγή που κάναμε έφερε κάτι καινούριο στην ιστορία. Ήταν πολύ σημαντικό για εμένα να αρέσει στον συγγραφέα η ταινία. Οι μόνοι περιορισμοί προέκυψαν από την ίδια την ιστορία. Έπρεπε να είναι πιο προσγειωμένη και αυτό σημαίνει να αλλάξουν κάποια στοιχεία της πλοκής. Όσο για τα υπόλοιπα, κινήθηκα με μεγάλη ελευθερία. Άλλαξα αρκετά πράγματα, όπως την εισαγωγή του χαρακτήρα του Ζακ και της γυναίκας-βασανιστή, που αντικαθιστά τον Ασιάτη του βιβλίου. Έχω την αίσθηση ότι έχουμε δει πολλούς τέτοιους τύπους στις ταινίες. Είναι πιο ανατρεπτικό να έχεις μία γυναίκα σε αυτόν τον ρόλο- μια γυναίκα που βασανίζει μια άλλη γυναίκα δημιουργεί μεγαλύτερο σοκ…»

Μοιάζει σαν να ανατρέψατε τον κώδικα του είδους. Αντί να ενσωματώσετε την ερωτική ιστορία μέσα στο θρίλερ, φαίνεται να δώσατε ιδιαίτερη θέση στην ίδια την ερωτική ιστορία.

«Αυτό ήταν πολύ σημαντικό για μένα από την αρχή. Αυτό που με τράβηξε στην ιστορία ήταν το ερωτικό της κομμάτι. Σαν αποτέλεσμα, δεν ήθελα να τη γυρίσω με τους συμβατικούς όρους ενός θρίλερ. Ήθελα να είναι φωτεινή, η δράση να λαμβάνει χώρα το καλοκαίρι, με πανέμορφο φως. Δεν ήθελα να μοιάζει με θρίλερ, γεμάτο με δυσοίωνους χαρακτήρες και μουσική- και να βρέχει όλη την ώρα. Αντιθέτως, με ενδιέφερε μια αληθινή αντίφαση ανάμεσα σε αυτό που περνάει ο Άλεξ και σε ό,τι διαδραματίζεται γύρω του- καφετέριες, άνθρωποι που διασκεδάζουν, μία τελείως χαλαρή και ευχάριστη ατμόσφαιρα. Είναι καλοκαίρι, οι άνθρωποι κάνουν διακοπές… Το βρήκα πιο ενδιαφέρον να είναι ο κόσμος δίπλα του σε πλήρη αντίθεση με τον εσωτερικό του κόσμο.»

Όσο για τη μουσική, η αφαιρετική μελωδία του Μαθιέ Σεντί που παίζει την κιθάρα έρχεται σε αντίθεση με το κατά τα άλλα ρομαντικό σάουντρακ.

«Είχα τα τραγούδια στο πίσω μέρος του μυαλού μου καθώς έγραφα το σενάριο αλλά μου πήρε περισσότερο χρόνο για να συνειδητοποιήσω τι ακριβώς ήθελα για πρωτότυπη μουσική της ταινίας- κάτι πολύ εγκεφαλικό, μουσική που να ακολουθούσε έναν μοναχικό ήρωα, γεγονός που οδήγησε σε μία ηλεκτρική κιθάρα με κάπως παραμορφωμένο ήχο. Έπεισα τον Μαθιέ Σεντί να συνθέσει τη μουσική αυτή. Ήθελα να παίζει ζωντανά και να αυτοσχεδιάζει. Του έδειξα την ταινία σε ένα στούντιο. Έκατσε δίπλα και έπαιζε παράλληλα. Η μουσική που ακούτε προέκυψε από αυτή τη μοναδική λήψη. Βασιστήκαμε στο ένστικτό του, το ταλέντο και την ευφυΐα του. Το εκπληκτικό είναι ότι η μουσική είναι τελείως ενσωματωμένη στην ταινία. Δεν στέκεσαι πολύ σε αυτή αλλά είναι πολύ σημαντικό στοιχείο. Χτίζει συναίσθημα χωρίς να κλέβει την παράσταση… Πρόκειται για μία από τις καλύτερες καλλιτεχνικές συνεργασίες που είχα ποτέ στη ζωή μου…»

Επιλέξατε και τον Φρανσουά Κλουζέ με το ένστικτό σας;

«Ναι, ήμουν θαυμαστής του για χρόνια. Ο Φρανσουά δεν παίζει απλώς, ζει τις καταστάσεις. Αυτή η ταινία έγινε για τον Φρανσουά Κλουζέ. Όταν την βλέπω τώρα, δεν μπορώ να φανταστώ κανέναν άλλο ηθοποιό σε αυτόν τον ρόλο. Του είμαι αιώνια ευγνώμων για την ενέργεια που έβγαλε στην ταινία, για τη υπομονή και τη διαθεσιμότητά του. Έπεφτε γυμνός σε μία λίμνη στις 5 το πρωί ενώ η υπόλοιπη ομάδα ήταν τυλιγμένη σε φλιζ τζάκετ. Μετά, τον είχα να τρέχει για 10 συναπτές ημέρες χωρίς να παραπονιέται. Έχει άλλωστε και τα πιο εκφραστικά μάτια. Όταν βλέπει τη Μαργκό στο ίντερνετ η κάμερα παγώνει στο βλέμμα του. Δεν κινείται αλλά το βλέμμα του αποκαλύπτει έναν ολόκληρο κόσμο από συναισθήματα: έκπληξης, αμφιβολίας, υποψίας και φόβου. Για μένα, αυτό είναι τεράστιο. Ήταν επίσης ανοιχτός σε προτάσεις και με εμπιστευόταν πλήρως. Πρέπει να δηλώσω ότι είχα μόνο το καλύτερο σε αυτή την ταινία. Όλοι οι ηθοποιοί μου έβγαλαν ό, τι περισσότερο είχαν. Το να σκηνοθετώ ηθοποιούς είναι ένα από τα πράγματα που λατρεύω όταν κάνω μία ταινία.»

Με τέτοιο σπουδαίο καστ, η διαδικασία του μοντάζ πρέπει να παρουσίασε δυσκολίες…

«Πολλές, για αυτό και κράτησε τόσο πολύ. Με τον Ερβέ ντε Λουζ, τον μοντέρ, έπρεπε να κόψουμε αρκετά την ταινία για να βρει τον ρυθμό της. Το δύσκολο κομμάτι ήταν να δέσεις καλά όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τόσο ωραίο το βιβλίο. Είδαμε πολλές φορές την ταινία, ξανά και ξανά. Το πλεονέκτημα είναι ότι έτσι είσαι σε θέση να κόψεις σκηνές με τους ηθοποιούς που σου αρέσουν, γιατί ξέρεις ότι υπάρχουν πολλές άλλες ακόμα. Μάλιστα, τους κάνεις χάρη γιατί έτσι κρατάς μόνο τις καλύτερες.»

Πώς καταφέρατε να δημιουργήσετε αυτήν την αίσθηση ζεστασιάς στην πρώτη σκηνή;

«Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν η μόνη σκηνή χωρίς σενάριο. Όταν ο Φιλίπ Λεφέμπβρ και εγώ τη δουλεύαμε, αισθάνθηκα ότι ήμαστε λίγο εκτός. Δεν μου άρεσε. Είπα λοιπόν στους ηθοποιούς να μην δώσουν σημασία στην πρώτη σκηνή του σεναρίου, γιατί δεν θα τη γυρίζαμε έτσι όπως είχε γραφτεί. Τη νύχτα που τη γυρίσαμε, ήπιαμε ένα ποτό και τους είπα ότι έπρεπε να αυτοσχεδιάσουν. Ήταν η πρώτη σκηνή με όλους μαζί και τη γυρίσαμε την πρώτη εβδομάδα, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι καλύτερο από τον αυτοσχεδιασμό για να αποδώσεις έναν χαρακτήρα. Είχα λοιπόν μία steady κάμερα να κινείται γύρω από το τραπέζι και τους είπα να μιλήσουν μεταξύ τους. Ήταν ελεύθεροι να πουν ό,τι θέλουν. Ήθελα να είναι ζωντανό και ο ένας να διακόπτει τον άλλο, όπως γίνεται και στις ταινίες του Κλοντ Σοτέ. Δεν σου δίνεται η αίσθηση ότι λένε τις ατάκες τους, αλλά ότι μια παρέα φίλων βρέθηκε και συζητάει χωρίς προγραμματισμό. Στην αρχή πανικοβλήθηκαν, αλλά στο τέλος το ευχαριστήθηκαν! Το να βλέπεις την Κρίστιν Σκοτ Τόμας να στρίβει ένα τσιγαριλίκι είναι σίγουρα κάτι που δεν μπορείς απλώς να ξεχάσεις…»

Για πρώτη φορά, εισπράττουμε το αληθινό Παρίσι και όχι την καρτ-ποστάλ εκδοχή του. Ήταν η επιλογή των τοποθεσιών μία σημαντική φάση για εσάς;

«Ναι. Με τον υπεύθυνο των σκηνικών Φιλίπ Σιφρ, διαλέξαμε κάθε τοποθεσία με βάση την ιστορία που είχε να διηγηθεί. Το πάρκο Μονσό, για παράδειγμα, ήταν μία προφανής επιλογή χάρη στον χώρο που μεσολαβεί ανάμεσα στις πύλες του και το εσωτερικό του, αλλά και επειδή είναι γεμάτο από οικογένειες και παιδιά. Μου αρέσει να δείχνω και διαφορετικές πλευρές του Παρισιού- τους οικισμούς στα προάστια, τις υπαίθριες αγορές, την υποβαθμισμένη γειτονιά του Άλεξ και μετά την φανταχτερή Λεωφόρο Μοντένι, για τον δικηγόρο και το πάρκο Μονσό. Είναι συναρπαστικό να ψάχνεις να βρεις μια τοποθεσία για να ζωντανέψεις το όραμα που είχες στο μυαλό σου όταν έγραφες το σενάριο…»

Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Comments RSS TrackBack Identifier URI

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s