Τυχαίες συναντήσεις, μάταιες διαδρομές
(Το παρακάτω κείμενο αποτελεί την εισήγησή μου στην παρουσίαση του βιβλίου “Παρεξηγήσεις-Σχέδιο για ένα ψυχογράφημα” του Μόδη Γούναρη, που έγινε την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου στο NOSOTROS)
Η αναβολή της παρουσίασης αυτού του βιβλίου, η οποία είχε προγραμματιστεί για το Δεκέμβριο αλλά εξαιτίας της δολοφονίας του Αλέξη και της εξέγερσης που ακολούθησε, γίνεται σήμερα, με έκανε να ανακαλύψω κάτι.
Κι αυτό το κάτι φαίνεται να σχετίζεται με τη βιωματική σχέση που έχουμε ως αναγνώστες με τα βιβλία. Αυτό λοιπόν, που ανακάλυψα ήταν η διαφορετική προσέγγιση που έκανα τότε από αυτήν που κάνω τώρα. Κι αυτό εξαιτίας τυχαίων γεγονότων τα οποία συνέβησαν στη ζωή μου.
Όλα αυτά βέβαια δε σας ενδιαφέρουν, και ορθώς δε σας ενδιαφέρουν, αλλά καταδεικνύουν τη σημασία που έχει η συγκυρία, το τυχαίο, στις ζωές και τους έρωτες των ανθρώπων, όπως αναφέρει και η πρόσκληση της σημερινής εκδήλωσης.
Αυτό, λοιπόν το τυχαίο, είναι το κέντρο γύρω από το οποίο ο Μόδης Γούναρης οικοδομεί το ψυχογράφημά του. Γιατί όντως για ένα τέτοιο πρόκειται. Πώς δηλαδή οι συγκυρίες επιδρούν στο χαρακτήρα, πώς καθορίζουν τις μελλοντικές πράξεις μας, τις σχέσεις μας. Βέβαια, εάν μείνει κανείς στη λέξη ψυχογράφημα, μπορεί να νομίσει πως πρόκειται για ένα επιστημονικό πόνημα, βαρύ κι ασήκωτο, που η θέση του θα ήταν σε κάποιο συνέδριο ψυχιατρικής ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Ευτυχώς, όμως, δε συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι «Παρεξηγήσεις» δεν είναι απλά ένα σχέδιο για ένα ψυχογράφημα, είναι ένα ζωντανό μυθιστόρημα, σύγχρονο, αληθινό, τρυφερό, ειλικρινές, αποκαλυπτικό και, κυρίως, καθημερινό.
Είναι ένα βιβλίο, που μιλά για «το πανέμορφο ψεύδος του έρωτα», ή για τον «έρωτα που μετασχηματίζεται σε φυλακή, σε σύμβαση, σε ρουτινιάρικη καθημερινότητα», ή «για την αναγκαιότητα που καταστρατηγώντας την ανάγκη, αφυδατώνει το όραμα, κάνει τις ιδέες να θολώνουν, τα όνειρα να σβήνουν».
Το βιβλίο ξεκινάει με μία λούπα, όπως λέμε εμείς οι σινεματζήδες. Δηλαδή αρχίζει λίγο πριν από το σημείο στο οποίο τελειώνει. Εκεί που ο Πέτρος βλέπει την Ελένη να φεύγει με το αυτοκίνητο. Την ίδια εικόνα συναντάμε και στο φινάλε. Ενδιαμέσως, το βιβλίο περιφέρεται στο χρόνο και στα πρόσωπα, ανατέμνει καταστάσεις, γεγονότα και ανθρώπους, τρυπώνει μέσα σε σχέσεις οικογενειακές, σχέσεις ερωτικές, σχέσεις φιλικές. Και είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η οικειότητα όλων αυτών που συναντάμε μέσα στις σελίδες του. Δεν υπάρχει κάποιος ήρωας, ας πούμε, με ικανότητες πάνω από το μέσο όρο. Ούτε υπάρχει ο μανιχαϊσμός που συνηθίζεται σε άλλους συγγραφείς. Ο Πέτρος, η Ελένη, ο Νώντας, η Μαίρη είναι άνθρωποι γήινοι, απτοί, με αδυναμίες, άλλοτε τους συμπαθείς και άλλοτε τους αντιπαθείς, άλλοτε συμφωνείς μαζί τους κι άλλοτε σου έρχεται να τους καρυδώσεις. Και τότε αντιλαμβάνεσαι πως κι εσύ τέτοιος είσαι. Τρωτός, αδύναμος, ολίγον μπαγασάκος αλλά και ηρωικός, καμιά φορά. Που ερωτεύεσαι με δύναμη την ίδια ώρα που μπορείς να κοροϊδέψεις μια γυναίκα, που στρατεύεσαι στη μεγάλη ουτοπία για να αλλάξει ο κόσμος τούτος, την ώρα που νοιάζεσαι μόνο για τον εαυτό σου. Μέσα από αυτές τις καταστάσεις, γεννιέται και η τρυφερότητα των ανθρώπων, επειδή η αδυναμία είναι τρυφερή και όχι η δύναμη. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως ως γνώστες των αδυναμιών μας παύουμε να προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι. Αυτό συμβαίνει άλλωστε και με τους ήρωες του βιβλίου.
Επανέρχομαι στο βιβλίο και σε αυτό που πραγματεύεται. Στο τυχαίο και τη συγκυρία. Γιατί, ο Πέτρος είναι αυτό που είναι επειδή είχε έναν πατέρα που ποτέ δεν πίστεψε σε αυτόν και μια μητέρα η οποία ζούσε στη σκιά του πατέρα. Και τι έκανε ο Πέτρος; Αποφάσισε να έρθει σε ρήξη, να αποδείξει πως αξίζει. Και έκανε αυτό που φαινόταν αδύνατο. Έδωσε εξετάσεις και πέρασε στην ιατρική και ταυτόχρονα εντάχθηκε στην Αριστερά, σε αντίθεση με το συντηρητικό, θρησκόληπτο πατέρα.
Από την άλλη, ο φίλος του, ο Νώντας, αυτό που κάνει είναι να ακολουθεί τα ίδια τα μονοπάτια του επίσης συντηρητικού πατέρα, του επίσης θρησκόληπτου, αλλά αυτός τον αμφισβητεί και το κάνει προσπαθώντας να γίνει καλύτερος από αυτόν. Αποδεικνύει πως αυτός είναι καλύτερος χριστιανός ενώ ο πατέρας παριστάνει κάτι που δεν είναι επί της ουσίας. Κι όμως αυτοί οι δύο άνθρωποι, οι τόσο διαφορετικοί, ο Πέτρος και ο Νώντας, ο αριστερός και ο χριστιανός είναι δεμένοι με μια δυνατή φιλία. Τυχαία συναντήθηκαν κάποτε και από τότε έμεινα φίλοι παρά τις διαφορές τους.
Αλλά μήπως και η Μαίρη, η γυναίκα που παντρεύτηκε ο Νώντας, δεν είναι εντελώς διαφορετική από αυτόν. Μια γυναίκα που πίστευε κάποτε στον ένοπλο αγώνα, μια γυναίκα που φυλακίστηκε γι’ αυτό. Και η Ελένη; Μεγαλωμένη σε μια οικογένεια με τη μητέρα να έχει το πάνω χέρι, μια μητέρα που δεν παντρεύτηκε αυτόν που αγάπησε κάποτε, επειδή δεν τον ήθελε ο πατέρας της. Και αυτό που ήθελε πλέον η μητέρα, ήταν η ευτυχία της κόρη της, της Ελένης. Και ήθελε να της επιβάλει αυτήν την ευτυχία. Κι εκείνη, υπάκουη και εξαρτημένη, παντρεύτηκε το Μανόλη και ύστερα τον παράτησε και βρέθηκε με τον Πέτρο. Σε μια σχέση αδιέξοδη, δύσκολη, γεμάτη πάθος και αντιφάσεις. Χώρισαν και ύστερα ξαναβρεθήκαν. Πάλι εντελώς τυχαία. Και έμειναν μαζί.
Με όλα αυτά που είπα, δεν κατάφερα να περιγράψω το βιβλίο, ούτε προσπάθησα κάτι τέτοιο. Αυτό που θέλησα να κάνω ήταν να δώσω ένα περίγραμμα των κυριότερων χαρακτήρων. Αυτών επάνω στους οποίος βασίζονται οι «Παρεξηγήσεις».
Το τυχαίο λοιπόν, αυτό που βρίσκεται μπροστά μας εκεί που δεν το περιμένουμε και που μας φέρνει το πάνω κάτω. Γι’ αυτό και γοητευτικό, αν και σκληρό καμιά φορά, αφού έρχεται να ισορροπήσει με έναν καθημερινό προγραμματισμό, που αν και δεν μας αρέσει, μας προσφέρει ασφάλεια και θέλουμε ένα ζούμε με αυτόν.
Δεν ξέρω τι είναι αυτό ακριβώς που θέλω να πω για το βιβλίο του Μόδη Γούναρη. Είναι πολλά, πάρα πολλά, όσο πολλά είναι και αυτά που γράφει ο ίδιος. Έχω την εντύπωση πως όσο προχωρά κάποιος στο διάβασμα, αισθάνεται κάθε σελίδα να φορτώνει, να φορτώνει όλο και πιο πολύ, να μιλά για πράγματα και καταστάσεις όλο και περισσότερες. Η γραφή συνεχώς πυκνώνει. Μερικές φορές είχα την εντύπωση πως αγκομαχώ διαβάζοντας, αλλά δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα αγκομαχητό ανακάλυψης πτυχών του εαυτού μου. Και μερικών ακόμη πτυχών που θα ήθελα να έχω ή και κάποιων που δε θα ήθελα. Μιλάει για πολλά ο Μόδης, και εν τέλει κάνει ένα αληθινό ψυχογράφημα, το οποίο προχωρά και όσο προχωρά διακλαδώνεται, γίνεται δαιδαλώδες, δεν έχει τέλος και κάπου στην πορεία χάνεται και η αρχή του.
Και το πιο σημαντικό: δεν είναι πως ανακαλύπτεις τον εαυτό σου μέσα στο βιβλίο, πως τον αναγνωρίζεις, είναι πως αισθάνεσαι ακάλυπτος μπροστά σε έναν συγγραφέα που σε κάνει να νομίζεις πως έγραψε το βιβλίο αποκλειστικά για σένα και για τη ζωή σου. Σα να σε ξέρει από παλιά, σαν να έχετε βαδίσει τους ίδιους δρόμους, να έχετε μοιραστεί τον ίδιο χώρο.
Επαναλαμβάνομαι, το ξέρω, αλλά είναι μερικά πράγματα που με ακολουθούν. Η διαδηλωτές με τις κόκκινες σημαίες, το ερωτευμένο ζευγάρι που φιλιέται μέσα στη διαδήλωση, , η σηκωμένη γροθιά, η Ελένη που έρχεται χαμογελαστή, η Ελένη που φεύγει, οι φίλοι μου, οι επιθυμίες μου, οι τύψεις μου, τα ανείπωτα όνειρα, οι χαμένες ελπίδες, οι αγωνίες, οι άνθρωποι που συναντιούνται τυχαία και βρίσκονται μαζί αν και προέρχονται από εντελώς διαφορετικούς κόσμους και βέβαια, οι δύο μόνιμοι πονοκέφαλοι που διακρίνονται σε όλους τους ανθρώπινους πολιτισμούς, ο έρωτας και ο θάνατος.
Επειδή όμως ένα μυθιστόρημα πρέπει να έχει και μία πλοκή, μία δράση και στιγμές κορυφώσεων, ο συγγραφέας το έχει και αυτό. Και καταλήγει σε ένα φινάλε, με οδηγό πάντοτε το τυχαίο, τη συγκυρία, τη στιγμή, που αλλάζει τα πάντα. Και εκεί είναι που τα λέει όλα, που λύνει τους γρίφους και μας λυτρώνει από τους εφιάλτες μας. Που μας ταρακουνά δίνοντας το στίγμα της αλήθειας, ή μάλλον το νόημα όλων όσων έχουν προηγηθεί. Και αυτό το νόημα είναι η ασημαντότητα του καθενός μας, η μικρότητά μας και εν τέλει η ματαιότητα των όσων μεγάλων και λαμπρών και εντυπωσιακών και δεν ξέρω τι άλλο θαρρούμε πως έχουμε πετύχει στη ζωή μας. Γιατί, τίποτε δεν τελειώνει και όλα τελειώνουν, όπως ο έρωτας, η ζωή, ένα πιάτο φαγητό, ένα ματς, μια ταινία, ένα βιβλίο.
Διαβάζω:
«Με τον έρωτα ο άνθρωπος κοροϊδεύει τον χρόνο που τόσο τον απειλεί μιας και του θυμίζει ανηλεώς το θάνατο που έρχεται αναπόφευκτα. Συγχρόνως, γινόμενος κανείς μέσω του έρωτα αυτυχής ή δυστυχής, δίνει ένα νόημα στη ζωή του. Που είναι μια θλιβερή καρικατούρα, αν δεν μπορεί να της δώσει κάποιο νόημα. Άλλωστε όπως λέει ποιητικά ο Γιάννης Ρίτσος, με τον έρωτα:
‘αγγίξαμε το μέγα άσκοπο
Που δε ζητά το σκοπό του’».
Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.
Παρουσίαση βιβλίου: ΜΟΔΗΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ “ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΕΙΣ – Σχέδιο για ένα ψυχογράφημα” Εκδόσεις Βιβλιοπέλαγος
Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2009-Ελεύθερος Κοινωνικός Χώρος NOSOTROS-Θεμιστοκλέους 66 – Εξάρχεια
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
