Χριστίνα Αδάμου – Στράτος Κερσανίδης
Αποτίμηση σε ένα “φυτώριο” ταινιών
(συνέντευξη στους Υπότιτλους, καθημερινή εφημερίδα του Φεστιβάλ Τιανιών Μικρού Μήκους Δράμας. 20-9-2008)
Ο κριτικός κινηματογράφου Στράτος Κερσανίδης και η λέκτορας στο τμήμα κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. Χριστίνα Αδάμου, έχουν προσκληθεί φέτος από το Φεστιβάλ ως grand temoin, ή αν προτιμάτε στα ελληνικά, ως μεγάλοι αποτιμητές των ταινιών των διαγωνιστικών τμημάτων.
Ο πρώτος (παλιός γνώριμος του Φεστιβάλ) είδε τις ελληνικές ταινίες και η δεύτερη (νεώτερη επισκέπτης) τις ξένες και σήμερα, τελευταία ημέρα της γιορτής, καταθέτουν τη συνολική τους εικόνα. Πώς, όμως, εκφράζεις όποια αρνητικά εντόπισες;
Πώς είναι η αίσθηση του να βρίσκεται κάποιος σ’ αυτή τη θέση; Μπορεί να γίνει… κακός!
Χ. Α. Χάλια αίσθηση! (γέλια)
Σ. Κ. Εμένα μ’ αρέσει πολύ! Εντάξει, ίσως πεις και αρνητικά πράγματα, αλλά είναι ανθρώπινο. Σίγουρα δεν υπάρχει καμία κακή πρόθεση και νομίζω ότι η κριτική είναι καλή για όλους μας.
Χ.Α. Παίζει ρόλο και το πώς αντιλαμβάνεται κανείς αυτό το ρόλο. Πιστεύω ότι θα είναι εποικοδομητική η κριτική και ανάλυσή μας. Βέβαια, στην Ελλάδα επικρατεί μια άποψη ότι οι κριτικοί έρχονται μετά την τέχνη και κάνουν τον έξυπνο, ενώ είναι οι ίδιοι απ’ έξω. Ωστόσο, πάντα υπήρχε και θα υπάρχει η κριτική και αρκεί να σκεφτούμε ότι ακόμη και οι ίδιοι οι καλλιτέχνες ασκούν κριτική στην τέχνη τους μέσα από τα έργα τους.
Η γενικότερη εικόνα σας για το Φεστιβάλ Δράμας;
Χ. Α. Είναι πολύ σημαντική η συνεισφορά του στην κινηματογραφική ιστορία. Οι μικρού μήκους ταινίες αντιδρούν πιο άμεσα στα κοινωνικά θέματα και το γεγονός ότι είναι φθηνότερες να παραχθούν σημαίνει ότι ίσως είναι και πιο εύκολο να είναι περισσότερο πειραματικές. Στις ταινίες που είδα υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλία και πειραματισμοί στον τρόπο χρήσης της κινηματογραφικής γλώσσας και των κωδίκων του σινεμά. Επιπλέον, επειδή το Φεστιβάλ είναι “συμμαζεμένο” και στις προβολές του και γεωγραφικά, οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία να δούνε ο ένας τη δουλειά του άλλου και να συζητήσουν μεταξύ τους.
Σ.Κ. Ο θεσμός έχει καταξιωθεί μετά από τόσα χρόνια με έναν επίμονο -και πολλές φορές επίπονο- αγώνα των ανθρώπων της πόλης που προσπάθησαν να τον στήσουν. Το γεγονός ότι έχει φτάσει εδώ που έφτασε είναι από μόνο του όχι απλά θετικό, αλλά μια μεγάλη κατάκτηση τόσο για τη Δράμα όσο και για τον ελληνικό κινηματογράφο. Όσον αφορά πάλι τις ταινίες, γιατί χωρίς αυτές δεν υπάρχει φεστιβάλ, θα έλεγα ότι η Δράμα αποτελεί το εργαστήριο του ελληνικού κινηματογράφου. Είναι το φυτώριο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι σκηνοθέτες είναι νέοι, αλλά στην πλειοψηφία τους είναι νέοι, ξεκινούν τώρα. Εδώ φαίνονται οι τάσεις που σε μερικά χρόνια θα είναι αυτές που θα κυριαρχούν στο σινεμά της χώρας. Και μόνο γι’ αυτό το γεγονός, ό,τι βλέπουμε εδώ είναι πολύ ενδιαφέρον.
Πώς διαφαίνεται το μέλλον της δημιουργίας ταινιών μικρού μήκους; Βλέπουμε να εξελίσσονται νέες μορφές, όπως π.χ. το ψηφιακό σινεμά.
Σ.Κ. Για να είμαστε ειλικρινείς, η δυνατότητα που δίνουν οι νέες τεχνολογίες έχουν να κάνουν περισσότερο με οικονομικούς λόγους παρά μ’ αυτό καθ’ αυτό το μέσο. Από εκεί και πέρα, το νέο μέσο δίνει και δυνατότητες διαφόρων πειραματισμών, π.χ. με βίντεο αρτ κ.τ.λ., το οποίο δεν μπορεί να γίνει με φιλμ. Το γεγονός ότι το Φεστιβάλ Δράμας ξεπέρασε – και αυτό είναι πολύ ευχάριστο- μια εμμονή που είχε χρόνια και δεχόταν μόνο φιλμ, ελπίζω αργότερα να “ανοίξει” ακόμη παραπάνω, ώστε το τμήμα digi να εξισωθεί με το κυρίως διαγωνιστικό.
Χ.Α. Το ψηφιακό σινεμά είναι μια καινούρια μορφή της τέχνης και πιστεύω ότι υπάρχει ένας διάλογος με το πώς παράγεται αυτή η τέχνη και επίσης υπάρχουν πλέον και καινούρια μέσα προβολής των ταινιών, που ίσως μπορούν να αξιοποιηθούν πολύ από τα Φεστιβάλ. Π.χ. μέσω του διαδικτύου θα μπορούσαν να προβάλλονται αυτές οι ταινίες και έτσι να τις βλέπουμε και πέραν των Φεστιβάλ.
Υπάρχουν και αντιδράσεις, όμως, από παλιούς κινηματογραφιστές για τα νέα μέσα. Δεν δέχονται το ψηφιακό ως σινεμά.
Σ. Κ. Δεν λέω αν είναι καλύτερα ή χειρότερα, απλά το ζήτημα είναι πώς αξιοποιείς ό,τι νέο συμβαίνει, για να πας ένα βήμα παραπάνω στην ίδια την τέχνη.
Χ. Α. Συμφωνώ απόλυτα. Εξάλλου, πιστεύω ότι η τέχνη- τμήμα της και ο κινηματογράφος- προχωρούσε πάντα μπροστά μέσα και από τις συγκρούσεις.
Ένα μόνιμο πρόβλημα είναι το σενάριο των ταινιών. Το διαπιστώσατε σ’ αυτές που είδατε;
Χ. Α. Το διεθνές τμήμα δεν νομίζω ότι έχει τόσο μεγάλο πρόβλημα, ίσως γιατί η δημιουργική γραφή έχει μεγαλύτερη παράδοση σε αρκετές χώρες και διδάσκεται, οπότε αυτό συμβάλλει πολύ στο να μην είναι προβληματικά τα σενάρια. Στις ξένες ταινίες υπάρχει ένας διάλογος με τις συμβάσεις του σεναρίου και την προσωπική έμπνευση.
Σ.Κ. Στα ελληνικά σενάρια υπάρχει μια δυσκολία. Θαρρείς και γράφονται σενάρια από ανθρώπους που είναι “σφιγμένοι”. Δεν αφήνουν τον εαυτό τους να γράψουν ελεύθερα, ενώ πιστεύω ότι υπάρχουν χιλιάδες ερεθίσματα γύρω μας. Από τις ταινίες που είδα, διέκρινα μερικές που έχουν ένα ολοκληρωμένο σενάριο, αλλά το ζητούμενο δεν είναι μόνο το ολοκληρωμένο σενάριο. Χρειάζεται να υπάρχει και ένα στοιχείο έκπληξης, ένα στοιχείο που θα σε “παγιδεύσει” για να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον, να μην είναι όλα προβλέψιμα.
Τη συνέντευξη πήρε η Έλσα Σπυριδοπούλου (20/9/2008)
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
