ΝΙΚΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΣ – “Κλειστή στροφή”

ΚΛΕΙΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ

 kl001.jpg

Πρόσεξε, κακομοίρη μου. Τουλάχιστον στη φυλακή είχες εμένα. Στον αγύριστο όμως, έχει ζόρι, πάει ο καθένας μόνος του…»

Ο Αντρέας, ακούει τα λόγια του φίλου του, μόνο το βλέμμα του είναι αλλού, κοιτάζει μακριά, στον «αγύριστο» που φαίνεται να πλησιάζει. Ποιος, όμως, είναι ο Αντρέας; Από πού έρχεται, τι ζητά, που πηγαίνει; Τον συναντάμε στη μέση του δρόμου, μόνο. Τον αποχαιρετούμε, ξανά στη μέση του δρόμου, πάντοτε μόνο. Ένας κλέφτης αυτοκινήτων είναι, ένας μοναχικός, λιγομίλητος, περιθωριακός άνθρωπος. Στη μέση του δρόμου, πάντα, συναντά την Ισμήνη. Την όμορφη, αινιγματική, μοιραία Ισμήνη, τη γυναίκα που εισβάλει στη ζωή του από το πουθενά και μπαινοβγαίνει όποτε αυτή θέλει.

Ένας μοναχικός, περιθωριακός άνδρας, μια μυστηριώδης, μοιραία γυναίκα και μια διαδρομή με προορισμό τον «αγύριστο». Τα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το φιλμ νουάρ είναι παρόντα.

Στην «Κλειστή στροφή», ο Νίκος Γραμματικός, ακολουθεί όλο το «τελετουργικό» του είδους, οδηγώντας αργά αλλά σταθερά προς ένα προδιαγεγραμμένο τέλος. Ο χώρος, ο οποίος ξεκινά ως ένας ανοιχτός ορίζοντας, αρχίζει όσο περνά η ώρα να «στενεύει». Η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο απειλητική, μυρίζει θανατικό, ο Αντρέας ασφυκτιά αλλά, παρόλα αυτά, ακολουθεί το πεπρωμένο του, εκεί που τον οδηγεί η Ισμήνη. Ακόμη κι όταν παίρνει το αυτοκίνητο του φίλου του και προσπαθεί να «δραπετεύσει», δεν τα καταφέρνει. Είναι σαν «κολοβό» ρόουνξτ μούβι, με το δρόμο να κάνει κύκλο, να μην έχει υπάρχει διέξοδος και κάνοντας μια κλειστή στροφή επιστρέφει εκεί από όπου ξεκίνησε. Στο ανοιχτό τοπίο εισβάλλουν κτίσματα, μάντρες αυτοκινήτων, βιομηχανικά κτίρια. Η παγίδα κλείνει, το θύμα τσίμπησε το δόλωμα, ας τελειώνουμε, λοιπόν. Το δόλωμα είναι σαγηνευτικό, έχει γυναικεία μορφή και εμφανίζεται, όπως σε όλα τα νουάρ, ως έρωτας για να καταλήξει σε προδοσία. Με μαθηματική ακρίβεια, μόνο που κάθε φορά διαφέρει ο μαθηματικός τύπος που ακολουθείται.

Τελικά τα πάντα είναι βουτηγμένα στο ψέμα και την υποκρισία. Ούτε φιλία υπάρχει, μόνο συναλλαγή, ακόμη και τα συναισθήματα αντικείμενο συναλλαγής γίνονται. Η μεγάλη συνωμοσία αποκαλύπτεται μέσα από την τελική συντριβή ήρωα, αλλά εν τέλει ποιος έχει κερδίσει; Απ’ ό,τι φαίνεται δεν υπάρχουν νικητές, όλοι ηττημένοι είναι μέσα σε έναν μικρόκοσμο όπου οι έννοιες καλού- κακού, ηθικού – ανήθικου αναιρούνται και επαναπροσδιορίζονται.

Οι ήρωες κινούνται, μπαινοβγαίνουν στο κάδρο, σπάνια χαμογελούν. Οι συναντήσεις είναι σύντομες, τα λόγια διφορούμενα. Ολόκληρη η μυθολογία και τα στερεότυπα του φιλμ νουάρ καθώς και οι αρχετυπικοί του χαρακτήρες βρίσκονται μέσα στην «Κλειστή στροφή». Για πια φιλία να μιλήσεις όταν και αυτή είναι αντικείμενο συναλλαγής; Το μοναδικό που υπάρχει είναι η προδοσία, ούτε έρωτας, ούτε φιλία. Κι έτσι ο Ανδρέας βαδίζει χαμένος εξαρχής, αναζητά διεξόδους, κάποια ελπίδα ζωντανεύει μέσα του όταν συναντά την Ισμήνη, η οποία σύντομα θα χαθεί. Το τραγικό φινάλε, με τον Ανδρέα νεκρό, πεσμένο στη μέση του δρόμου εξαιτίας ενός τυχαίου ατυχήματος, τον σώζει –τι ειρωνεία- από το να αντιμετωπίσει την προδοσία του φίλου και της ερωμένης του κατάματα. Το τυχαίο όμως, επηρεάζει και του θύτες, καθώς το σχέδιό τους δεν ολοκληρώνεται. Ολοκληρωτική ήττα, αληθινή πανωλεθρία για όλους.

Που βρίσκονται, εν τέλει, οι ανθρώπινες σχέσεις; Υφίσταται κάτι τέτοιο ή μήπως ο καθένας δουλεύει για την πάρτη του; Σχέσεις ανάπηρες, όπως εκείνη του Ανδρέα με τη νεαρή πόρνη, την οποία πληρώνει και την επισκέπτεται μόνο για να πει δυο κουβέντες μαζί της. Κι όπως φαίνεται η πορνεία δεν είναι προνόμιο των μπουρδέλων, αλλά βρίσκεται και παραέξω στα ψεύτικα χαμόγελα, στα υποκριτικά φιλιά και χάδια που κρύβουν από πίσω τους τη μεγάλη προδοσία. Κι όταν η νεαρή πόρνη θα φύγει για το εξωτερικό, ο μοναχικός άνδρας θα νιώσει ακόμη πιο μόνος. Και είναι αυτοί οι δύο, μαζί με το φίλο του Ανδρέα, ο οποίος ψαρεύει στην άκρη της θάλασσας, οι μόνοι οι οποίοι, αν και άνθρωποι περιθωριακοί, είναι φορείς ηθικών αξιών. Εμπιστοσύνη, φιλία, ειλικρίνεια, υπάρχουν μόνον ανάμεσά τους. Όταν ο Ανδρέας θέλει κάπου να «ακουμπήσει» καταφεύγει σε αυτούς.   

 Ο Νίκος Γραμματικός αγαπάει το φιλμ νουάρ και το δείχνει. Ακολουθεί πιστά τους κανόνες του παιχνιδιού και κερδίζει την παρτίδα από την πρώτη κιόλας ταινία του. Σκηνοθετεί με λιτότητα και σαφήνεια. Δεν επιδίδεται σε ακροβατισμούς για να εντυπωσιάσει αλλά κινείται με σιγουριά, προσηλωμένος σε αυτό που θέλει να κάνει. Ο αφηγηματικός του ρυθμός είναι συγκροτημένος, στιβαρός, δεν αφήνει να του ξεφύγει τίποτε που φαίνεται ως περιττό. Αλλά και η επιλογή των χώρων είναι απόλυτα πετυχημένη. Χώροι παρακμιακοί, χωρίς καμία ομορφιά, αντίθετα μουντοί και αφιλόξενοι. Και είναι τόσο επιτυχημένα και με λεπτομέρειες κινηματογραφημένοι ώστε να αποτελούν σημαντικό στοιχείο της ταινίας και να δημιουργούν την απαραίτητη ατμόσφαιρα η οποία συνοδεύει τη δράση και τα συναισθήματα των ηρώων.

Το φιλμ νουάρ είναι το κινηματογραφικό είδος το οποίο, συχνά, λειτουργεί υπαινικτικά. Μέσα από μία, συνήθως, προσχηματική ιστορία, προβάλλει η κοινωνική ματιά. Οι πλασματικές σχέσεις των ηρώων υποκρύπτουν σχέσεις εξουσίας. Μια τέτοια ασκούν στον Ανδρέα οι «συνεργάτες» του, για λογαριασμό των οποίων κλέβει αυτοκίνητα, αλλά και η Ισμήνη η οποία τον εξουσιάζει με τα θέλγητρά της και τον οδηγεί εκεί που θέλει.. Κυκλωμένος ασφυκτικά, έχει ως μόνη διέξοδο τον ψαρά και την πόρνη, τους φίλους του. Ένα βηματάκι, έξω από τον μικρόκοσμο της ταινίας, συναντάμε τις ίδιες σχέσεις εξουσίας. Δεν είναι στις προθέσεις του Γραμματικού να κάνει μια ταινία πολιτική, ούτε και συμβαίνει αυτό. Οπωσδήποτε όμως, ενδιαφέρεται να μιλήσει για τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στους ανθρώπους, για την προδοσία, την ήττα, την απουσία και την απόγνωση. Για τις ερωτικές σχέσεις οι οποίες υποκρύπτουν συναλλαγή και ψεύδος.

Ο Νίκος Γραμματικός, ως λάτρης του Ζαν Πιέρ Μέλβιλ, τοποθετεί τους ήρωές του στο χώρο του υποκόσμου. Ένας τέτοιος είναι ο Ανδρέας, ένας άνθρωπος ο οποίος κινείται μέσα στα υπαρξιακά του αδιέξοδα, κλέβει αυτοκίνητα, αλλά, διαθέτει μια ιδιαίτερη αξιοπρέπεια και κάποιες στιγμές, φαίνεται ο βαθύς ρομαντισμός του. Την ίδια στιγμή, θαρρείς πως γνωρίζει την τραγική του μοίρα και προχωρά προς το μέρος της χωρίς καμία προσπάθεια να την αποφύγει. Φαίνεται πάντως πως «προδίδει» τη μελβιλική του οπτική, στο πρόσωπο της μοιραίας γυναίκας, αφού την  τοποθετεί σε ρόλο πρωταγωνιστικό προσθέτοντας και αρκετές δόσεις ερωτισμού. Δεν τον «προδίδει», όμως, στη μοναχικότητα του ήρωά του, σε μια έντιμη –αν και παράνομος- στάση ζωής, την οποία ακολουθεί με συνέπεια μια σειρά από ηθικούς κώδικες. Βέβαια, τίποτε από όλα αυτά δε μπορεί να τον λυτρώσει, η λέξη αυτή είναι άγνωστη. Μια κατάρα στοιχειώνει τους νουθαρικούς χαρακτήρες η οποία τους θέλει θύματα μιας ανελέητης μοίρας. Καμία τρυφερότητα δε διακρίνεται, μοναχά κάποια φευγαλέα βλέμματα μπορούν να μαρτυρήσουν τα συναισθήματά τους. Ανέκφραστοι, λιγομίλητοι βυθίζονται όλο και πιο βαθειά, απελπισμένοι, χωρίς έναν ώμο να γείρουν για να ξαποστάσουν. Κι έτσι συνεχίζουν, μοναχικοί, θλιμμένοι άνθρωποι οι οποίοι ζουν ξώφαλτσα, υπό προθεσμία. Εν τέλει, αν κοιτάξουμε λιγάκι την καθημερινότητά μας με ακραίους όρους, δε διαφέρουμε και πολύ από αυτούς τους χαρακτήρες. Η καθημερινότητά μας είναι σενάριο φιλμ νουάρ, οι άνθρωποι γύρω μας κυνηγούν ματαιότητες που τις θεωρούν σημαντικές και είναι ικανοί, προκειμένου να κερδίσουν, να πατήσουν επί πτωμάτων. Η φιλία είναι είδος εν ανεπαρκεία, ο έρωτας είδος προς εξαφάνιση, η εντιμότητα και η ηθική, άγνωστες λέξεις. Η κυριαρχία της συναλλαγής και της προδοσίας είναι συντριπτική. Μήπως γι’ αυτό αγαπούμε το φιλμ νουάρ και τους κολασμένους ήρωές του; Μάλλον έτσι συμβαίνει, επειδή τελικά, η κόλαση είναι εδώ.

Η «Κλειστή στροφή», η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους  του Νίκου Γραμματικού, εκτιμήθηκε από την κριτική και τους σινεφίλ. Δέκα πέντε χρόνια μετά, και ενώ ο σκηνοθέτης της ακολουθεί με συνέπεια μια επιτυχημένη πορεία, διατηρεί ανέπαφη τη γοητεία της. Δικαίως, τότε, είχε κερδίσει στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη.

                                                                       Στράτος Κερσανίδης

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο “Σε σκοτεινούς δρόμους-Το φιλμ νουάρ στον ελληνικό κινηματογράφο”, που εκδόθηκε από το 48ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Νοέμβριο του 2007) 

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο