«Ακορντεόν, βιολί και φυσαρμόνικα»

«Ακορντεόν, βιολί και φυσαρμόνικα», ένα βιβλίο του Βασίλη Τσιράκη

tsirakis0011.jpg«Γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας και στην πλατεία κυκλοφορούν δεινόσαυροι και γύπες…»
Από το στόμα ενός από τους χαρακτήρες του βιβλίου βγαίνουν αυτές οι τόσο, μα τόσο αληθινές λέξεις. Αυτήν η πρόταση συμπυκνώνει το περιεχόμενο του βιβλίου και γύρω από αυτήν ξετυλίγεται η μυθοπλασία του.

Η απουσία είναι διαρκής, οι τρεις φίλοι ποτέ δεν είναι μαζί. Βρίσκονται κυνηγημένοι από δεινόσαυρους και γύπες, από τα απολιθώματα και τα αρπακτικά της εξουσίας. Κι ακόμη, είναι διαρκώς μόνοι, κι έχουν να αντιμετωπίσουν εξόν από τα αρπακτικά και τα προσωπικά τους φαντάσματα.
photo.jpg Και πώς να γλυτώσεις από τα στοιχειά; Να δραπετεύσεις; Και να πας που; «Όλοι κάποτε δραπετεύουμε. Άλλος από το σπίτι του, άλλος από το παρελθόν του, άλλος από τη φήμη του, άλλος από μια φυλακή». Το πιο δύσκολο απ’ όλα είναι να δραπετεύσεις από το παρελθόν σου. Δεν πρόκειται ποτέ να σε αφήσει επειδή –απλά- είναι η ίδια σου η ζωή, κι ό, τι είσαι σήμερα είσαι επειδή ακριβώς υπάρχει το παρελθόν, το οποίο δεν μπορείς να το αλλάξεις… Αυτό το αμείλικτο βάρος του παρελθόντος διατρέχει όλες τις σελίδες του βιβλίου. Οι ήρωες του Βασίλη Τσιράκη το κουβαλούν μέσα τους όπου και να βρίσκονται, ό, τι κι αν κάνουν. Το κουβαλούν σαν κατάρα και συνάμα σαν ευλογία, όπως όλοι μας. Είναι το βαλσάκι της επιστροφής που ακούγεται ανάμεσα από τις λέξεις, το οποίο επαναλαμβάνεται κι ο αναγνώστης νομίζει πως στ’ αλήθεια ακούει τη μουσική των τριών παιδιών που συναντήθηκαν στην έρημη κωμόπολη των συνόρων και ήταν ο κοινός τους τόπος και τους ακολούθησε μέχρι την τελική ήττα.
Μια προδιαγεγραμμένη ήττα είναι, άλλωστε η ζωή, αλλά στην πορεία υπάρχουν στιγμές νίκης κι εκεί βρίσκεται το μεγαλείο της εκεί που συναντάμε τους φίλους μας, τους συντρόφους μας, τους αγαπημένους μας. Έτσι και οι τρεις ήρωες, ο Νίκος, ο Αϊντίν και η Ιρίνα οδηγούνται στην τελική συντριβή κι αυτό που μένει είναι το χαμόγελο της μικρής Γετέρ, χαμόγελο που δείχνει αισιοδοξία, γιατί πάντα θα υπάρχει μια Ελπίδα για τον καθένα από μας.

Θα αναρωτιέστε, τι δουλειά έχει ένας κριτικός κινηματογράφου να παρουσιάζει ένα βιβλίο; Ερώτημα εύλογο. Ρωτήστε, όμως καλύτερα το συγγραφέα να σας απαντήσει, γιατί μου έκανε την τιμή να με συμπεριλάβει ανάμεσα στους ομιλητές. Εγώ, απλά, θα σας διηγηθώ μια ιστορία. Πριν από μερικά χρόνια, 3-4. δε θυμάμαι ακριβώς, ο Βασίλης Τσιράκης, μου είχε ζητήσει να διαβάσω ένα σενάριο που είχε γράψει το οποίο φανταζόταν πως μπορούσε να γίνει ταινία. Το διάβασα, το συζητήσαμε και όλα έμειναν εκεί. Το σενάριο εκείνο, ήταν μια πρώτη μορφή του βιβλίου το οποίο παρουσιάζεται σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι χαίρομαι που εκείνο το γραπτό αναπτύχτηκε και κατέληξε να γίνει μυθιστόρημα. Γιατί το μυθιστόρημα μου άρεσε περισσότερο από ό, τι εκείνο το σενάριο. Έχει χαρακτήρες πιο δυνατούς, πιο δουλεμένους και εν τέλει, είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο διατηρεί αφενός μεν την αρχική του κινηματογραφική δομή αφετέρου δε θεωρώ πως είναι πολύ πιο δυνατό. Είναι ένα μυθιστόρημα που έχει δράση, εξέλιξη, άποψη, κριτική, συγκίνηση, συναίσθημα. «Μπορεί να χάσαμε, αλλά είχαμε τα ωραιότερα τραγούδια». Πώς να μη νιώσεις συγκίνηση αλλά και περηφάνια με τούτα τα λόγια;

Πολιτικό μυθιστόρημα το θέλει ο συγγραφέας, όπως και αναγράφεται στο εξώφυλλο. Αλλά τι θα σήμαινε «πολιτικό» εάν δεν υπήρχαν μέσα στον πυρήνα του οι άνθρωποι. Και αναφέρομαι σε ανθρώπους αληθινούς, με σάρκα και οστά, ικανούς για το χειρότερο αλλά και για το καλύτερο. Φίλοι και φίλες, δεν υπάρχουν ήρωες και προδότες. Υπάρχουν πράξεις ηρωισμού και πράξεις προδοσίας που μπορεί να τις κάνουν οι ίδιοι άνθρωποι.
Θέλω να πω, πως ο χαρακτηρισμός «πολιτικό μυθιστόρημα» είναι μεν σωστός, για λόγους οικονομίας, αλλά δεν είναι αρκετός. Υπάρχει κι ο έρωτας, ένας έρωτας πρωτόλειος αρχικά, που νιώθει η Ιρίνα για το Νίκο και τον Αϊντίν, αλλά και οι δυο φίλοι για την Ιρίνα, ο οποίος διατρέχει το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Ένας έρωτας που τελικά δίνεται στον Αϊντίν αλλά ο Νίκος πάντα τον κουβαλά μέσα του.

Εκείνο όμως που προσωπικά με κατέκτησε, είναι το πώς ο Βασίλης Τσιράκης, ενώ τοποθετεί τους ήρωές του μέσα σε μεγάλα ιστορικά γεγονότα, δεν παρασύρεται από πολιτικολογίες ούτε από αριστερίστικους ηθικισμούς. Ξεφεύγει, πετάει, αφήνει την ψυχή του να καθοδηγήσει τη γραφή και καταφέρνει να δημιουργήσει έναν εκπληκτικό συνδυασμό ρεαλισμού και ποίησης. Έτσι, προσωπικά θα τοποθετούσα το μυθιστόρημα στο χώρο του ποιητικού ρεαλισμού και ξέρετε κάτι; Η ποίηση είναι αυτή που κάνει το βιβλίο ξεχωριστό. Γιατί από αυτήν έχουμε ανάγκη και όχι από τις χιλιοειπωμένες παραθέσεις και κρίσεις γεγονότων. Όπως έλεγε κι ο μεγάλος Πάμπλο Νερούδα, «η ποίηση δεν ανήκει στους ποιητές, αλλά σε εκείνους που την έχουν ανάγκη». Και νομίζω πως την έχουμε ανάγκη, αυτή λείπει από την καθημερινή πολιτική μας δράση.
Η ποιητικότητα του κειμένου πετυχαίνεται, εκτός των άλλων και από την ελλειπτική αφήγηση. Κάνοντας άλματα στο χρόνο και μην εξηγώντας πολλά πράγματα, ο Τσιράκης καταφέρνει μέσα από αυτήν την ελεύθερη αφήγηση, να προσεγγίσει το μεγαλείο του ποιητικού λόγου. Ακόμη και το φινάλε του βιβλίου ακολουθεί αυτόν το δρόμο. Μας αφήνει μετέωρους με μια πικρή γεύση στο στόμα, και προσωπικά, με βουρκωμένα μάτια…Είναι, εν τέλει, τόσο συγκινητική αυτήν η μελωδία από το βαλσάκι του αποχωρισμού…

Φυσικά, για να μην αδικήσω ούτε το συγγραφέα ούτε το βιβλίο του, δεν μπορώ να μην αναφερθώ στο πολιτικό του μέρος, γιατί αυτό αποτελεί τη βάση του. Τα σύνορα, αυτήν η καταραμένη εφεύρεση των ανθρώπων, είναι το πρώτο πράγμα που γίνεται μισητό. Αλλά και οι παλιοί μας σύντροφοι, πόσους τέτοιους δεν έχουμε γνωρίσει, που ξεπούλησαν τα όνειρα της νιότης τους. Κι ακόμη δικτατορίες, οι φυλακές, τα βασανιστήρια, πως θα μπορούσαν να μείνουν έξω από το στόχαστρο της κριτικής του; Αλλά ως άνθρωπος έντιμος δε θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια απέναντι στα εγκληματικά καθεστώτα που βίασαν το ομορφότερο όραμα του 20ου αιώνα κι έκαναν το όνειρο για έναν καλύτερο κόσμο, πραγματικό εφιάλτη. Και τέλος, βέβαια, τη σύγχρονη νεοφιλελεύθερη «δημοκρατία» μας: εμπορία γυναικών, μετανάστες που πνίγονται στη θάλασσα, τρομοϋστερία. Και επανέρχομαι για να αναδείξω και πάλι την ικανότητα του Βασίλη Τσιράκη να μιλά για όλα αυτά τα φοβερά πράγματα, με έναν τρόπο που δε θυμίζει πολιτική μπροσούρα ούτε ρεπορτάζ εφημερίδας, αλλά πεταρίζει ανάμεσα στα σύννεφα, κάνει τις λέξεις πουλιά κι αστέρια, που κουβαλούν μέσα τους τον ανθρώπινο λυγμό, την απόγνωση και την έκπληξη για όσα συμβαίνουν και δε θα έπρεπε να συμβούν.

Φίλες και φίλοι, ο εχθρός δε βρίσκεται πλέον προ των πυλών. Έχει αλώσει την πόλη, «Ζουν ανάμεσά μας», όπως λέει και ο τίτλος της γνωστής ταινίας του Τζον Κέρπεντερ. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να αντισταθούμε. Ο Βασίλης Τσιράκης βρήκε το δικό του τρόπο αντίστασης, που είναι και δικός μας. Δεν αρκεί απλά να δραπετεύουμε από την καθημερινότητα, ο καθένας με το δικό του τρόπο. Γιατί, όπως, λέει κάπου μέσα στο βιβλίο: «Όταν δραπετεύεις, απλά αλλάζεις φυλακή». Σκοπός είναι, φίλες και φίλοι, να γκρεμίσεις τη φυλακή.

Βασίλη σε ευχαριστώ για την τιμή κι εσάς για την υπομονή σας.

Παρουσίαση του βιβλίου στις 24/5/2007

Ακολουθεί η παρουσίαση του βιβλίου “Οι ποδηλάτες του χρόνου”, του Βασίλη Τσιράκη, που έγινε στις 5/5/2004, στο Βιβλιορυθμό

«Οι ποδηλάτες του χρόνου»

«-Καλή επιτυχία στον αγώνα, και με τη νίκη, του απάντησε ο Γιάννης ρίχνοντας την πρώτη άσκαστη μανιβελιά.

-Γιάννη, τον πρόλαβε τότε ο Άγγελος σαν να τον μάλωνε. Ποιος σου είπε ότι θέλω να νικήσουμε;

Ο Γιάννης ρίχνοντας τη δεύτερη, πετυχημένη αυτή τη φορά, μανιβελιά, τον κοίταξε απορημένος.

-Γιατί να νικήσουμε;… συνέχισε ο Άγγελος με ένα πάθος που θύμιζε τον παλιό του εαυτό. Ένα ολόκληρο αιώνα, Γιάννη, νικούσαμε… Και στο τέλος μας πήραν και τα σώβρακα… Δε θέλω να φύγω από δω Γιάννη… Θέλω ετούτη η φωτιά να κρατήσει για πάντα».
Θα μπορούσα να παραθέσω πολλά αποσπάσματα αλλά νομίζω πως αυτό –κατά την προσωπική μου εκτίμηση- αποτελεί το απαύγασμα του βιβλίου του Βασίλη Τσιράκη. Γιατί περικλείει μέσα του το χρόνο, την λέξη-κλειδί γύρω από την οποία ο Τσιράκης πλέκει την ιστορία και τοποθετεί τους χαρακτήρες του. Ο «χρόνος είναι ο τόπος της ιστορίας», λέει σε κάποιο σημείο ο μεσήλικας αναβάτης του παλιομοδίτικου ποδηλάτου με το κόκκινο κασκόλ στο λαιμό. Και στο παραπάνω απόσπασμα βλέπουμε πως κουβαλάει το παρελθόν ο Άγγελος, την ώρα που βρίσκεται στα οδοφράγματα του παρόντος, θέλοντας να τα κρατήσει, να τα μεταφέρει στο μέλλον. Ένα μέλλον γεμάτο οδοφράγματα κι ελπίδες, μακριά από γραφειοκρατίες και εξουσίες, αλλά εκείνο των απλών ανθρώπων που το μόνο που επιζητούν είναι να τους αφήσουν να ζήσουν ως συνεπείς οραματιστές ενός κόσμου διαφορετικού.
Ο χρόνος, λοιπόν, και ο Βασίλης Τσιράκης με τους «Ποδηλάτες του χρόνου» τον έβαλε μπροστά. Ενεργοποίησε τις μνήμες τις έκανε εφόδιο πολύτιμο για όλους και όλες, επειδή το μέλλον είναι μακρύ κι ο δρόμος δύσκολος και βιβλία σαν αυτό μας κρατούν σε επαφή με τους ίδιους μας τους εαυτούς.
Ο Γιάννης, ο Παύλος και η Ελίνα είναι άνθρωποι γνωστοί, τους ξέρουμε πολύ καλά. Με κάποιους από αυτούς περιπλανηθήκαμε σε κοινά μονοπάτια, ίσως και να τους αναγνωρίζουμε κάθε φορά που βλεπόμαστε στον καθρέφτη. Μπορεί με κάποιους από αυτούς να βρεθήκαμε ξαφνικά σε δρόμους χωριστούς. Το ίδιο και με τον Άγγελο, την Άννα, τον Αλκιβιάδη, τον Απόστολο, την Άλκηστη.  Και έτσι έχει συμβεί και το ξέρουμε. Γι΄αυτό κατά τη γνώμη μου ο Τσιράκης γράφει ένα μυθιστόρημα ζωντανό, κάτι που μας ανήκει, είναι δικό μας. Εκεί μέσα βρίσκουμε τα οράματά και τις ελπίδες, τους έρωτες και τις φιλίες, τις αγωνίες και τις διαψεύσεις, όλα όσα μας χαρακτηρίζουν εμάς, που θέλουμε να λεγόμαστε πως ανήκουμε σε κείνη τη μεριά των ανθρώπων που δε βολεύονται, που τους αποκαλούν στην καλύτερη περίπτωση γραφικούς και στη χειρότερη ταραχοποιούς.

Τελικά, τι είναι αυτό που έχει γράψει ο Βασίλης Τσιράκης; Μυθιστόρημα ή η ιστορία των ανθρώπων κάπου κοντά στα 40; Μήπως και τα δύο;

Ξέρετε, είναι μερικά βιβλία που ξεκινάς να τα διαβάσεις και μόνον όταν τελειώσουν τα αφήνεις από τα χέρια σου. Αυτήν ήταν η προσωπική μου αίσθηση όταν άνοιξα τους «Ποδηλάτες του χρόνου» στην πρώτη σελίδα, και την επιβεβαίωσα μόλις διάβασα την τελευταία πρόταση: «Αλήθεια, που πάω; αναρωτήθηκε θεατρικά.»
Μίλησα πριν για αναγνωρίσιμους χαρακτήρες. Αλλά εκτός από αυτούς αναγνωρίσιμοι είναι και οι χώροι, άσχετα εάν ο συγγραφέας τους δίνει διαφορετικά αλλά τόσο χαρακτηριστικά ονόματα. Και καλά ως εδώ, αλλά εκεί που στα αλήθεια ο Τσιράκης βάζει την προσωπική του σφραγίδα είναι η δομή του βιβλίου, που αν μη τι άλλο, δείχνει έναν άνθρωπο ο οποίος έχει κατακτήσει τα εκφραστικά του μέσα. Κάποιες στιγμές η αφήγηση αποκτά ποιητική ελευθερία, ξεφεύγει από το συγκεκριμένο, γίνεται έρμαιο του χρόνου, εκείνου που σχολιάζει ο μεσήλικας ποδηλάτης με το κόκκινο κασκόλ, κάθε φορά που εμφανίζεται παροδικά μέσα στην αφήγηση σαν παρείσακτος, κι όμως τόσο ταιριαστός, να λέει: «Ο χρόνος, γιος του ουρανού και της γης, ο νεότερος των Τιτάνων. Στα Κρόνια –τη γιορτή που γινόταν προς τιμή του- οι άνθρωποι ζούσαν χωρίς τη σκλαβιά της εργασίας, της εξουσίας και των νόμων». Μοιάζει με αφήγηση κινηματογραφική, με δημιούργημα ενός σκηνοθέτη που κάνει συνεχή φλας μπακ και σχολιάζει την ιστορία, ένα σκηνοθέτη αναγνωρίσιμου κι αυτού, που φαίνεται πως αγαπά ιδιαίτερα ο συγγραφέας. Ίσως γι’ αυτό ο Βασίλης μου έκανε την τιμή να μου προτείνει να είμαι ένας από αυτούς που θα παρουσιάσουν το βιβλίο. Λόγω την ιδιότητάς την οποία αξιοποιώντας την συμπεραίνω πως οι «Ποδηλάτες του χρόνου» έχουν τη δομή ενός κινηματογραφικού σεναρίου. Γιατί διαβάζοντάς το εκτός από το γεγονός πως σου δημιουργεί εικόνες ξεκάθαρες, έχει το δικό του μοντάζ και συνάμα διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια ταινία ρεαλιστική, με καθημερινούς και ζωντανούς διαλόγους, που θα συναντά την ελευθερία έκφρασης του ποιητικού κινηματογράφου. Όμως εδώ δεν ήρθαμε να μιλήσουμε για σινεμά, αλλά για λογοτεχνία. Επανέρχομαι, λοιπόν,  και στέκομαι  στο στρωτό λόγο, τον απλό και καίριο κάτι που φαίνεται από τον τρόπο που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τις λέξεις, από τον τρόπο που τις τοποθετεί τη μία πλάι στην άλλη, στηρίζοντάς τες καλά, χωρίς να χρειάζεται να βάλει χρώματα για να τις κάνει πιο ελκυστικές. Κι αυτό γιατί, πίσω από τις λέξεις υπάρχει ψυχή, υπάρχει συναίσθημα, υπάρχει όνειρο, υπάρχει πίστη, υπάρχει ελπίδα, υπάρχει έρωτας, υπάρχει –πάνω απ’ όλα- ειλικρίνεια, αλήθεια.

Ξέρετε, στην εποχή που ζούμε, που ακόμη και η λογοτεχνία κινδυνεύει να μπλεχτεί με την έννοια της παραγωγικότητας, έχουμε ανάγκη από βιβλία στα οποία να φαίνεται, ο βάσανος του συγγραφέα, να είναι εμφανής η εσωτερική του πάλι, η αγωνία του να «βγάλει» αυτό που θέλει.

Πιστεύω πως ο Βασίλης Τσιράκης αυτό ήθελε να κάνει και τα κατάφερε. Τα κατάφερε επειδή με έπεισε για τις προσθέσεις του. Επειδή είμαι σίγουρος πως «Οι ποδηλάτες του χρόνου» είναι ένα βιβλίο που το κουβάλαγε μαζί του κι αποφάσισε να το μοιραστεί μαζί μας. Κι ακόμη, είμαι σίγουρος, πως αποτελεί μόνο ένα μέρος από αυτό που κουβαλά μέσα του και σύντομα θα μας ζητήσει να μοιραστούμε ακόμη λίγο από αυτό.

Περιμένοντας το επόμενο βιβλίο σου Βασίλη, σε ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανες να βρίσκομαι σήμερα εδώ. Ευχαριστώ κι εσάς για την υπομονή σας.

 

                                                                

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο