Είναι όμορφο και χρήσιμο να μιλάμε τη γλώσσα του γείτονα
Ο Γιώργος Μαυρομάτης είναι εκπαιδευτικός- ερευνητής ειδικός σε θέματα μειονοτικής εκπαίδευσης. Στην συζήτηση που ακολουθεί, παρουσιάζονται ορισμένες πτυχές μίας -μάλλον- ξεχασμένης υπόθεσης: Της απόφασης που ανακοίνωσε ξαφνικά το ΥΠΕΠΘ τον Ιούλιο του 2006 για τη διδασκαλία της τουρκικής ως δεύτερης ξένης γλώσσας στα Γυμνάσια της Θράκης από τον προηγούμενο Σεπτέμβρη. Μια απόφαση, που ακόμα –ή τελικά- δεν υλοποιήθηκε.
-Ας μιλήσουμε για την συγκεκριμένη απόφαση του ΥΠΕΠΘ.
-Κατ΄ αρχάς θέλω να πω ότι μιλάμε για μια σχετικά νέα ρύθμιση, δεν έχει γίνει εκτενής έρευνα γύρω από αυτήν και όσα θα πω στηρίζονται στην εικόνα που σχημάτισα από όσα εμφανίστηκαν στον Τύπο και από κάποιες συζητήσεις που είχα στην Κομοτηνή. Από όσο μπορώ να ξέρω, η απόφαση αυτή εκδόθηκε σε εφαρμογή προϋπάρχοντας νόμου που αφορά την διαπολιτισμική εκπαίδευση. Και έχει σημασία να επισημάνουμε την αντίθεση μεταξύ των δηλώσεων της Γιαννάκου περί ανοιχτού σχολείου διαπολιτισμικότητας κ.λ.π. και από την άλλη του Καλού που φάνηκε περίπου να λέει ότι το ΥΠΕΞ επέβαλε την απόφαση.
-Πως γίνεται να ανακατεύεται το ΥΠΕΞ σε ένα εκπαιδευτικό θέμα;
-Γίνεται, και ειδικά στην Θράκη, στα θέματα της μειονοτικής εκπαίδευσης. Ξέρετε, από το 1920 που ενσωματώθηκε η Θράκη στην Ελλάδα και προέκυψε το μειονοτικό ζήτημα, ουσιαστικά ως προϊόν αντιπαράθεσης των δύο εθνικισμών, το ΥΠΕΞ είχε ρόλο και λόγο. και μπλέκονται πάντα δύο παράγοντες. Αν ήταν μόνο υπόθεση του ΥΠΕΠΘ και βάσιμα τα όσα δήλωνε η υπουργός περί διαπολιτισμικής εκπαίδευσης και καλών σχέσεων με τους γείτονες, το μέτρο θα ήταν θετικό. Θα μπορούσε, μάλιστα για την ακρίβεια θα επιβαλλόταν, να εφαρμοστεί σε όλες τις συνοριακές περιοχές (π.χ. τουρκικά στη Μυτιλήνη, στις Σέρρες βουλγάρικα, στα Γιάννενα αλβανικά κ.λ.π.) και βέβαια όπου αλλού υπάρχουν αριθμητικά σημαντικοί αλλόγλωσσοι πληθυσμοί. Είναι όμορφο και χρήσιμο να μιλάμε τη γλώσσα του γείτονα, άλλωστε –το ξέρουμε καλά όλοι οι βορειοελλαδίτες και όσοι είχαν γονείς πρόσφυγες- οι Βαλκάνιοι και Μικρασιάτες πατεράδες μας μιλούσαν 4-5 γλώσσες. Και σήμερα μου φαίνεται γελοίο ότι για να συνεννοηθώ με έναν Βούλγαρο πρέπει να μιλάω αγγλικά. Μην ξεχνάμε επίσης, ότι σε όλα τα Βαλκάνια και στην Τουρκία διδάσκονται σήμερα ελληνικά, και οι Έλληνες με μια ιμπεριαλιστική λογική το χαίρονται, αλλά με τη σκέψη ότι θα διδαχτούν εδώ αλβανικά, φρίττουν. Επανέρχομαι. Προς το παρόν, το συγκεκριμένο μέτρο αφορά μόνο την Θράκη και αυτό δείχνει ύποπτο. Γιατί το λέω αυτό; Αν δεχτώ ως βάσιμο ότι το μέτρο εκπορεύεται από το ΥΠΕΞ και προσπαθώντας να το ερμηνεύσω, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη απόφαση σχετίζεται με το συνεχώς ογκούμενο ρεύμα φοίτησης μειονοτικών μαθητών στο ελληνικά δημόσιο Γυμνάσιο. Πιστεύω ότι το ΥΠΕΞ με αυτόν τον τρόπο, προσπάθησε να ενισχύσει τον συγκεκριμένο μαθητικό πληθυσμό στο συμβολικό επίπεδο και παραπέρα να προσεγγίσει και να προσεταιριστεί τη μειονότητα, και παράλληλα να την απομακρύνει από την τουρκική εθνική ιδέα, από την τουρκική εθνική υπαγωγή.
-Υπήρχαν όμως και εδώ αντιδράσεις.
-Ναι βέβαια, από τους «συνήθεις αντιδρώντες». Πρόκειται για τον ιδεολογικό χώρο, ορατό σε όλες σχεδόν τις παρατάξεις, που θεωρεί ότι ο ελληνικό δημόσιο σχολείο οφείλει πρωτίστως να αποτελεί πεδίο καλλιέργειας της ελληνικής ταυτότητας. Και καθώς η ελληνική γλώσσα και η χριστιανική θρησκεία αποτελούν τις δύο βασικές της συνιστώσες, ο εθνικιστικός χώρος αισθάνθηκε απειλούμενος. Ένοιωσε την εισαγωγή της τουρκικής ως απειλή και ως προσβολή της έννοιας του έθνους.Φοβήθηκε ότι αλώνεται το «εθνικό σχολείο»
-Η τουρκική πλευρά πως αντιμετώπισε το θέμα;
-Από όσο μπορώ να ανακαλέσω, στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, η μειονότητα είχε διατυπώσει το αίτημα διδασκαλίας των τουρκικών στα δημόσια σχολεία. Ήταν μια πράξη που κινούνταν περισσότερο στο χώρο του συμβολικού, σε μια προσπάθεια της να διεκδικήσει την αναγνώριση, την ύπαρξη της και στο δημόσιο χώρο. Τώρα όμως, νομίζω ότι η τουρκική πλευρά έκανε πίσω. Εδώ και πέντε χρόνια περίπου, υπάρχει έντονο αίτημα που κατατίθεται από την ελίτ της μειονότητας πάντα με τη στήριξη της Τουρκίας, για περισσότερα μειονοτικά Γυμνάσια και Λύκεια. Αυτό εκτιμώ ότι κινείται στα πλαίσια μιας κοινοτιστικής λογικής, που γίνεται όλο και περισσότερο ισχυρή μέσα στην μειονότητα και λέει: «θέλουμε τα δικά μας». Η μειονότητα βλέπει ότι πάρα πολλά παιδιά πάνε στο ελληνικό δημόσιο Γυμνάσιο, φοβάται ότι υπάρχει κίνδυνος να «χαθούν», οπότε δεν θέλει τουρκικά στα σχολεία γιατί έτσι εκτιμά ότι ενισχύεται αυτό το ρεύμα «φυγής».
-Είχε προβλεφθεί ποιοι θα έκαναν την διδασκαλία και με τι εκπαιδευτικό υλικό;
-Από όσο ξέρω. Όχι. Εδώ υπάρχουν πολλές εκκρεμότητες, πολλά ζητήματα που δεν ελήφθησαν εξ αρχής υπ΄ όψιν. Εξάλλου, έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει όταν εμφανίζεται εκείνο το κλασσικό πρόβλημα της διοίκησης, όπου άλλος συλλαμβάνει την ιδέα και άλλος καλείται να την υλοποιήσει. Το κανονικό θα ήταν η διδασκαλία να γίνεται από απόφοιτους τουρκικής φιλολογίας, αλλά η φήμη που κυκλοφορεί στην Κομοτηνή, είναι ότι το Προξενείο δεν θέλει αυτοί οι συγκεκριμένοι μειονοτικοί να πάνε να διδάξουν στο ελληνικό Γυμνάσιο, γιατί θέλει να τους έχει ως μελλοντικό δυναμικό στην περίπτωση που θα γίνει ένα ακόμα τουρκικό Γυμνάσιο. (Σημ: Σήμερα υπάρχει ένα στην Κομοτηνή και ένα στην Ξάνθη). Όσον αφορά το υλικό, η διδασκαλία θα μπορούσε να γίνει με τα βιβλία τουρκικής για ξένους που υπάρχουν στην Τουρκία. Όμως και εδώ υπάρχει πρόβλημα, τόσο για λόγους διαχειριστικούς, πνευματικών δικαιωμάτων κ.λ.π. όσο και γιατί είναι δύσκολο τα ίδια υλικά και μέθοδος να απευθύνονται ταυτόχρονα σε ανθρώπους που έχουν την τουρκική ως μητρική γλώσσα, και σε αυτούς που θέλουν να την μάθουν ως δεύτερη ή ξένη. Θα γραφούν καινούργια, πότε και από ποιους; Αναφορικά δε με τους απόφοιτους ελληνικών πανεπιστημιακών σχολών που ενδεχομένως εξασφαλίζουν επαρκή γνώση και δυνατότητα διδασκαλίας της τουρκικής, μπορεί να διαγνώσει κανείς στο χώρο της μειονότητας ένα αίσθημα απαξίωσης.
-Ποια είναι η κυρίαρχη λογική της μειονότητας όσον αφορά τα εκπαιδευτικά;
-Σήμερα πια και σε πολλούς μειονοτικούς, πιστεύω ότι είναι η λογική της ενίσχυσης του κοινοτιστικού πνεύματος. Πολλοί σκέφτονται με έναν τρόπο που λέει: «Είμαστε Τούρκοι αλλά διαφορετικοί από αυτούς. Είμαστε και δεν είμαστε Έλληνες. Είμαστε κάτι άλλο». Και αυτό το «άλλο» για να μπορέσει να σταθεί, πρέπει να έχει αναπτυγμένες δικές του δομές, στην εκπαίδευση, στην υγεία, στη δικαιοσύνη, κ.ο.κ. Δομές που «παράγονται» από τα μέσα και «καταναλώνονται» από τα ίδια τα μέλη της. Όλο αυτό μπορεί να ιδωθεί και ως μια προσπάθεια σύγχρονης απάντησης στην παγκοσμιοποίηση και στο άνοιγμα των οριζόντων, που όμως βασίζεται σε παλιά υλικά. Όταν δεν μπορεί να υπάρξει μια σοβαρή φιλελεύθερη προσέγγιση -με την έννοια του Διαφωτισμού-, τότε βγαίνει όλο αυτό το στραβό πράγμα που έμεινε από το μιλέτ σε μια καινούργια έκδοση.
-Υπάρχουν φωνές μέσα στην μειονότητα που κινούνται σε διαφορετική κατεύθυνση;
-Για να σχηματίσει κανείς μια πλήρη εικόνα, πρέπει να μιλήσει πολύ και με διαφορετικούς ανθρώπους. Αυτό που μπορώ εγώ να πω, είναι ότι οι άνθρωποι της μειονότητας που τυχαίνει να σκέφτονται διαφορετικά, δεν μπορούν να αρθρώσουν δημόσια αυτόν τον λόγο γιατί στιγματίζονται μέσα στην κοινότητα. Μιλούν σε ιδιωτικές συζητήσεις, αλλά δημόσια αυτολογοκρίνονται. Και οι λόγοι είναι πολιτικοί, κοινωνικοί και οικονομικοί. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα ενός μειονοτικού οδοντίατρου από την περιοχή, που το 1974 κατάγγειλε δημοσίως την εισβολή στην Κύπρο και μετά καταστράφηκε επαγγελματικά.
-Αυτοί οι άνθρωποι δεν χρειάζονται και μια μορφή ενίσχυσης από την πλειονότητα;
-Χρειάζονται. Αλλά δεν είναι και εύκολο. Ούτε και λύνεται με το να βρεθούν σε μια παρέα τρεις πλειονοτικοί και τρεις μειονοτικοί φίλοι και να συζητάνε άνθρωποι. Το πρόβλημα είναι ότι οι δύο κοινότητες δεν έχουν βρει τρόπους να αναπτύξουν κοινές δομές. Δεν θέλουν μάλλον. Ακόμα και στους πολιτικούς χώρους που υποτίθεται ότι βλέπουν προς τα εκεί, δεν υπάρχουν ξεκάθαροι πολιτικοί στόχοι, δεν υπάρχει τριβή, συζήτηση και ζύμωση από όπου θα βγει το κάτι άλλο. Δυστυχώς, οι άνθρωποι έχουν στο μυαλό τους σύνορα.
-Με αφορμή τις αντιδράσεις που παρατηρούμε συχνά στα εκπαιδευτικά θέματα από αυτό το ιδιότυπο εθνικιστικό μπλοκ που τέμνει οριζόντια την κοινωνία, πιστεύεις ότι το συγκεκριμένο μπλοκ είναι περισσότερο αναπτυγμένο σήμερα;
-Πάντα έτσι ήταν, και ίσως παλαιότερα να ήταν και πιο ισχυρό. Μην ξεχνάμε όμως, ότι με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία, υπήρχε μια σημαντική αναδιάταξη κάποιων δυνάμεων μέσα στην κοινωνία, και πολλοί άνθρωποι πίστεψαν ότι μπορούν να έχουν δημόσιο λόγο και ίσως μερίδιο στον πλούτο και στην εξουσία. Σιγά – σιγά όμως αυτό το πράγμα άλλαξε, και τώρα παρατηρούμε συνέχεια πλατιά κοινωνικά στρώμα να μένουν απέξω, οπότε όλο αυτό έχει ως αποτέλεσμα την συντηρηκοποίηση της κοινωνίας. Για αυτό, όλο και περισσότερο ακούγονται σήμερα δυνατότερες οι φωνές που υπερασπίζονται με τρόπο αμυντικό την «εθνική ταυτότητα» μας. Ας μην ξεχνάμε, ότι ο εθνικισμός πάντα είναι αμυντικός, συντηρητικός. Μόνο όταν συγκροτούνταν η αστική τάξη υπήρξε επιθετικός. Την έννοια της ταυτότητας λοιπόν, οι περισσότεροι την αντιλαμβάνονται σαν κάτι μονοδιάστατο, δεν μπορούν να σκεφτούν ότι η ταυτότητα δεν χάνεται, ότι συνεχώς εμπλουτίζεται, αναδιατάσσεται και διαμορφώνεται, και ότι για να αλλάξει ένα στοιχείο της κάποιο άλλο πρέπει να πάρει τη θέση του. Έτσι, μέσα σε αυτήν την κατάσταση, κάποιοι νοιώθουν να χάνουν την εξουσία τους και για αυτό αντιδρούν. Και φτάνουν στο σημείο, το μόνο που τους κρατάει να είναι φωνές σαν του Χριστόδουλου, δεν μπορούν να δουν τι άλλο μπορεί να υπάρχει, και το μεταεθνικό για αυτούς σημαίνει απώλεια, καταστροφή.
Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης
Δημοσιεύτηκε στην Εποχή στις 15- 4- 2007
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
