« Ο γιος του φύλακα», ένα ταξίδι αυτογνωσίας

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΣΙΑΜΠΑΣΑΚΟΣ – Συνέντευξη

fylakas.jpg
«Το χωριό ως μορφή οργάνωσης της ομαδικής ζωής έχει μια ιστορία πανάρχαια. Κι όμως μέσα σε σχεδόν δυο δεκαετίες τείνει να εκλείψει. Σήμερα, τουλάχιστον στις ορεινές περιοχές, δεν μπορούμε πια να μιλάμε τόσο για χωριά όσο για εξοχικές κατοικίες. Είναι νομίζω ένα πολύ σοβαρό ζήτημα».

Με τα λόγια αυτά ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος ανοίγει τη συζήτηση μιλώντας στην ΕΠΟΧΗ για την ταινία του «Ο γιος του φύλακα» η οποία θα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 12 Απριλίου.

Μέσα από μια ενδιαφέρουσα ιστορία ο ταλαντούχος σκηνοθέτης, μιλά για την εγκατάλειψη της υπαίθρου και τη μοναξιά των ανθρώπων. Σωστά δομημένη ταινία, τόσο σεναριακά όσο και σκηνοθετικά που αποδεικνύει τη σταθερή πορεία του Κουτσιαμπασάκου, ο οποίος ντεμπουτάρει στο χώρο της μεγάλου μήκους ταινίας.

Όπως γράφει το πληροφοριακό υλικό της ταινίας, ηυ ιστορία με λίγες γραμμές έχει ως εξής:

Ο Μάρκος, φιλόδοξος νεαρός δημοσιογράφος επαρχιακού καναλιού, αναζητώντας ένα κλεμμένο από την αλά κάντιτ-κάμερα εκπομπή του πιστόλι, οδηγείται καταχείμωνο στο χωριό της μητέρας του, ένα από τα εγκαταλελειμμένα χωριά της νοτιοδυτικής Πίνδου. Στην προσπάθεια του να το πάρει πίσω θα έρθει αντιμέτωπος με τον Ηλία, έναν παράξενο νεαρό, γιο του φύλακα του χωριού. Η σύγκρουση τους θα έχει απρόσμενα αποτέλεσμα, τόσο για τους ίδιους όσο και για τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού. Η ιστορία εκτυλίσσεται γύρω από ένα σπίτι, το σπίτι του Φώτη, όπου ο θρύλος συναντά την πραγματικότητα. Όπως σημειώνει ο Κουτσιαμπασάκος, «πρόκειται για ένα ταξίδι αυτογνωσίας του νεαρού Μάρκου μέσω της μύησής του στο παρόν και στο παρελθόν ενός μικρού χωριού της Πίνδου»

Οι θρύλοι της υπαίθρου
«Αρχικά, η ιδέα για το σενάριο προέκυψε από ένα περιστατικό που διάβασα πριν από αρκετά χρόνια σε κάποια αθηναϊκή εφημερίδα. Νεαρός παρουσιαστής εκπομπής κάντιτ κάμερα έκρυψε σε ένα χαρτοφύλακα στο Πεδίο του Άρεως, ένα πραγματικό πιστόλι και κρυμμένος βιντεοσκοπούσε τις αντιδράσεις των περαστικών όταν άνοιγαν τον χαρτοφύλακα και το αντίκριζαν», μας λέει ο σκηνοθέτης όταν τον ρωτάμε για την ιδέα της ταινίας. Και συνεχίζει: «Κάποιος από αυτούς πήρε το πιστόλι και… εξαφανίστηκε! Για πολύ καιρό σκεφτόμουν ποιος να ήταν άραγε αυτός που το πήρε και τι αλλαγές επέφερε στη ζωή του η απόκτηση ενός πιστολιού. Η άλλη πλευρά του σεναρίου ξεπήδησε από τις χειμωνιάτικες επισκέψεις στο χωριό μου, στο Αρματολικό Τρικάλων. Τώρα όσον αφορά το Σπίτι του Φώτη ξέρεις τα χωριά είναι γεμάτα από τέτοιους «στοιχειωμένους» κατά κάποιον τρόπο χώρους, είναι κάτι που τα χαρακτηρίζει. Ως παιδί –αλλά και τώρα- όλες αυτές οι ιστορίες με συγκινούσαν και κινητοποιούσαν τη φαντασία μου.» Στην ερώτησή μας εάν οι θρύλοι έχουν κάποια λειτουργία στον κινηματογράφο, ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος απαντά χωρίς να το πολυσκεφτεί: «Ανάλογα. Ας θυμηθούμε μερικά αριστουργήματα π.χ ‘Στις σκιές των λησμονημένων προγόνων΄ ή ΄Ο θρύλος του Κάστρου του Σουράμ΄. Να μην πιάσουμε τους Κινέζους… Ο τοπικοί θρύλοι έχουν μια νοηματική και αισθητική συμπύκνωση που είναι πολλή γοητευτική. Η μεταφορά τους όμως στο σινεμά, δεν είναι εύκολη υπόθεση, κρύβει πολλούς κινδύνους με μεγαλύτερο εκείνον του φολκλόρ.»

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος είναι γνωστός κυρίως από τις ταινίες μικρού μήκους, η πιο γνωστή από τις οποίες είναι το ντοκιμαντέρ «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η γιαγιά μου», που γυρίστηκε το 1997 και αγαπήθηκε από το κοινό. άλλες γνωστές ταινίες του είναι «Η γέφυρα» (1995), που βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας και το «Ύψωμα 33» (1998). Με το «Γιο του φύλακα» επιχειρεί το άλμα προς την ταινία μεγάλου μήκους και η ερώτησή μας αφορά αυτό ακριβώς. Πως δηλαδή του φάνηκε το πέρασμα από τη μικρού στη μεγάλου μήκους. Η απάντησή του είναι χαρακτηριστική: «Για να πω τη αλήθεια το περίμενα πιο… ευχάριστο. Η συγκεκριμένη ταινία όμως είχε πολλές δυσκολίες. Σχεδόν όλη εκτός έδρας, ένας άγριος χειμώνας στην Πίνδο, η σωματική και ψυχολογική κούραση τεράστια. Με λίγα λόγια τα’ παιξα!».

Όσον αφορά την παραγωγή της ταινίας, ο σκηνοθέτης μας είπε: «Η ταινία εγκρίθηκε από το πρόγραμμα Νέο Βλέμμα του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, ήταν παραγωγή του Κώστα Λαμπρόπουλου και συμπαραγωγούς την Nova και Massive Productions. Γυρίστηκε σε έξι βδομάδες στο διάστημα μεταξύ 16 Νοεμβρίου 2005 και τέλη Μαρτίου 2006 εξολοκλήρου σχεδόν, στον νομό Τρικάλων, στα μέρη μου.»

Όταν ρωτήσαμε για την πορεία της ταινίας, μας είπε πως η ανταπόκρισή που βρήκε από το κοινό ήταν πολύ θετική. Προβλήθηκε ακόμη στο διαγωνιστικό τμήμα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ ενώ υπάρχει προοπτική να ταξιδέψει και σε άλλα φεστιβάλ του εξωτερικού. Εκτός όμως από τα φεστιβάλ, υπάρχει και ενδιαφέρον να αγοραστεί από τηλεοπτικούς σταθμούς και μας ανέφερε συγκεκριμένα το SBS στην Αυστραλία.

Ταινία χαρακτήρων
«Ο γιος του φύλακα» δεν είναι απλά μια ταινία στην οποία ο σκηνοθέτης μας αφηγείται μια ιστορία. Είναι επιπλέον και μια ταινία χαρακτήρων και για αυτούς μας μιλά στη συνέχεις ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος.

«Έχουμε τέσσερις βασικούς χαρακτήρες στην ταινία. Όλοι τους νέοι γύρω στα είκοσι. O Μάρκος, ο πρωταγωνιστής, είναι ένας νεαρός φιλόδοξος δημοσιογράφος επαρχιακού καναλιού, που ονειρεύεται καριέρα σε μεγάλο αθηναϊκό κανάλι. Με το που ξεκινάει η ταινία όμως κινδυνεύει να την ξεχάσει για πάντα!

Ο Ηλίας, ο βασικός χαρακτήρας της ταινίας, είναι ο γιος του φύλακα. Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα από τα εγκαταλελειμμένα χωριά της Πίνδου. Δύσκολο παιδί, θα κάνει τη ζωή του Μάρκου δύσκολη.

Η Τίνα, το μήλον της έριδος, σπουδάζει οικονομικά στο Λονδίνο. Τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι γονείς της.

Ο Σπύρος αδερφός της Τίνας, ηχολήπτης, ετοιμάζει ένα cd με ήχους που δεν το τελειώνει ποτέ και θέλει να λογαριαστεί με την αδερφή του.

Σ’ ένα εχθρικό, χειμωνιάτικο ορεινό τοπίο, σ’ ένα εγκαταλειμμένο, μα ζωντανό χωριό οι ψευδαισθήσεις, τα μυστικά και τα ψέματα αυτών των τεσσάρων χαρακτήρων θα συναντηθούν μ’ ένα τρόπο που θα τους μείνει αξέχαστος».Όσο για το επόμενο σχέδιό του, ο σκηνοθέτης μας είπε πως αυτή τη φορά αφήνει τα βουνά και τα λαγκάδια και επιστρέφει στην Αθήνα. Στην ταινία αυτή εμπλέκονται τρεις διαφορετικές ιστορίες, οι οποίες όμως έχουν έναν κοινό θεματικό πυρήνα. «Τρεις άνθρωποι που το πέρασμα τους από ένα ενεχυροδανειστήριο στην Ομόνοια θα ενώσει μ’ ένα αδιόρατο, αλλά καθοριστικό, τρόπο τα νήματα της ζωή τους», μας λέει ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος και κάπου εδώ κλείνει η συζήτησή μας.

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος γεννήθηκε το 1967 και σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου και τηλεόρασης στο Πανρωσικό Κρατικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Μόσχας (V.G.I.K). Ταινίες του έχουν διακριθεί σε ελληνικά και ξένα φεστιβάλ. Οι πρώτες του ταινίες, μικρού μήκους, γυσρίστηκαν στη Ρωσία και είναι: «Υπάλληλος τρένων» (1990), «Τα αγαπημένα μου πρόσωπα» (1991), «Νεαροί Ρώσοι» (ντοκιμαντέρ, 1992), «Η γέφυρα» (1995). Το 1997 γύρισε την πρώτη του ταινία στην Ελλάδα, που ήταν «Ο Ηρακλής , ο Αχελώος και η γιαγιά μου».

(Η φωτογραφία είναι από την ταινία “Ο γιος του φύλακα”)

ΕΠΟΧΗ 8/4/2007

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο