Όχι στην εθνοκάθαρση της μνήμης και της ιστορίας

Όχι στην εθνοκάθαρση της μνήμης και της ιστορίας

Αφορμή για αυτό το κείμενο, είναι η επίθεση που δέχτηκε πριν λίγες μέρες ο Μιχάλης Τρεμόπουλος από τους «εθνικώς ανησυχούντες» Ψωμιάδη και Πατουλίδου μέσα στο νομαρχιακό συμβούλιο, καθώς και από τους γνωστούς περιφερόμενους εθνικόφρονες των τηλεπαραθύρων. Προσωπικά θεωρώ, ότι είναι λάθος αν σταθούμε μόνο σε αυτή κάθε αυτήν  πρόταση του Τρεμόπουλου να τιμήσει η Θεσσαλονίκη τον Κεμάλ, (και η οποία με βρίσκει αντίθετο, όπως αντίθετο θα με έβρισκε και η κάθε πρόταση που θα αφορούσε την οποιαδήποτε απόδοση τιμών σε έναν οποιονδήποτε εθνικιστή σφαγέα), γιατί αυτό που πρέπει να δούμε είναι  κυρίως η ουσία της υπόθεσης, που δεν είναι άλλη από το βαθύτερο πρόβλημα αυτής της πόλης τις τελευταίες δεκαετίες. Μια «ιδιομορφία» που έχει να κάνει με την συντονισμένη και διαχρονική επίθεση συγκεκριμένων κύκλων, εναντίον οποιουδήποτε αρνείται να γαντζωθεί αμυντικά πίσω από «αναμφισβήτητες αλήθειες» και να ενταχτεί με τρόπο φονταμενταλιστικό μέσα σε «μοναδικές ταυτότητες» που του παρέχουν κάποιο είδος οντολογικής ασφάλειας. Εναντίον οποιουδήποτε προσπαθεί να αμφισβητήσει το ομογενοποιημένα κατασκευασμένο «εμείς», να αποβάλλει ναρκισσισμούς και αυταρέσκειες, να μετακινήσει εσωτερικά όρια και να ανοίξει νέους δρόμους απέναντι στην κυρίαρχη μισαλλοδοξία. Εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να μιλήσει για την οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος, μακριά από πατριδοκαπηλίες, λαϊκισμούς, φανατισμούς και ιδεοληψίες.

        Τα τελευταία χρόνια, το γαϊτανάκι των παρεμβάσεων των εθνικιστικών κύκλων της πόλης μοιάζει να είναι ατελείωτο. Ξεκινώντας από τα εθνικιστικά συλλαλητήρια του ΄90 και τις συλλογικές αναζητήσεις εκείνης της εποχής, βλέπουμε ότι οι ταγοί της τοπικής εθνικοφροσύνης είναι πάντα στις επάλξεις, άγρυπνοι φρουροί, που σαν τον Αι Γιώργη είναι έτοιμοι να κατατροπώσουν -με κάθε τρόπο- την κάθε προσπάθεια «ανθελληνικών κύκλων» και ατόμων «μειωμένης εθνικής συνείδησης» να σηκώσουν κεφάλι. Να θυμηθούμε τα επεισόδια στο βιομηχανικό επιμελητήριο, το δημόσιο κάψιμο του βιβλίου του Ανδρουλάκη, τα επεισόδια στο συνέδριο για το Φίλιππο, την καταστροφή των μακεδονίτικων βιβλίων και το πέταμά τους στη θάλασσα στην έκθεση βιβλίου, την υπόθεση Τσενάϊ, τα επεισόδια στο Ολύμπιον στο φεστιβάλ ομοφυλοφιλικών ταινιών, τα επεισόδια στην πρώτη επίσκεψη Μαζάουερ στη Θεσσαλονίκη, τις παρεμβάσεις σε εφημερίδα της πόλης για λογοκρισία «εθνικά επικίνδυνων» δημοσιογράφων…  Αλλά και τις επιλεκτικές ευαισθησίες των Ψωμιάδη και Πατουλίδου, που και οι δυο τους δεν έχουν δείξει να ενοχλούνται καθόλου από την δράση σφαγέων, αντιθέτως ο μεν πρώτος σπαταλώντας δημόσιο χρήμα έχει αναλάβει εργολαβικά πλέον τα γραφικά μνημόσυνα για τον Μεγαλέξανδρο -τούτος ο σφαγέας αποτελεί εκλεκτό τέκνο στο πάνθεον του φαντασιακού του έθνους και άρα εξ ορισμού αθωώνεται- ενώ η δεύτερη προς άγρα ψήφων έδωσε και αυτή φέτος τα διαπιστευτήριά της στο παρευρισκόμενο φιλοθεάμον κοινό των μνημόσυνων.         

        Ο θίασος της τοπικής εθνικοφροσύνης (κομματάρχες, ρασοφόροι, εκδότες, πολιτευτές, γραφικοί τηλεπαρουσιαστές, επαγγελματίες πατριώτες) μπορεί να αλλάζει πρωταγωνιστές κατά περίπτωση, όμως το λεπτό νήμα που τους δένει κρατάει ακόμα γερά. Και συχνά δίνει την εντύπωση πως όλο και περισσότερο μοιάζει με έναν βρόγχο, που κρατάει σφιχτά κλεισμένο στο σακούλι της πόλης το ένοχο μυστικό της. Ο ανορθολογικός φόβος του «λαού», -ως στοιχείο της αδιαίρετης ελληνορθόδοξης ιδιοπροσωπίας του-, δεν αποδέχεται ερμηνείες που διαρρηγνύουν το κατασκευασμένο ιδεολόγημα της τρισχιλιετούς συνέχειας, τρομάζει με τις νέες μειονοτικές ομάδες, αναμασά βολικές «αλήθειες» και σιωπά για τα χιλιάδες πτώματα των Εβραίων που κρύβονται στο χώρο του Πανεπιστημίου. Το συλλογικό φαντασιακό του «λαού», -ως αποτέλεσμα αλλά και προϋπόθεση της κρατικής θέσπισης-, μοιάζει με αρραγές μέτωπο που δεν επιδέχεται ρωγμές και διορθώσεις, και η προσπάθεια κατασκευής και επιβολής μιας ενιαίας μνήμης και ιστορίας από τους ρήτορες του εθνικισμού, όχι μόνο εξακολουθεί να τέμνει οριζόντια τους διάφορους πολιτικούς χώρους, αλλά είναι διαχρονική, επίπονη, μόνιμη. Όμως η εθνοκάθαρση της μνήμης, είναι εξίσου επικίνδυνη με την εθνοκάθαρση των ανθρώπων, και το αναμφισβήτητο γεγονός ότι στην Θεσσαλονίκη δεν γεννιόνταν πάντα μόνο Έλληνες, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια «εθνικά μη αποδεκτή» παραδοξολογία. Ο Κεμάλ, ναι, ήταν παιδί της πόλης, και αν στην περίπτωσή του οι αντιδράσεις των υπερπατριωτών ήταν ως ένα βαθμό αναμενόμενες, ποιος θα μπορέσει να αντιδράσει αύριο, σε μια αντίστοιχη πρόταση που θα αφορά κάποια άλλα παιδιά της πόλης: όπως, τον Αβραάμ Μπεναρόγια, τον Μορδοχάι Φριζή, τον Ντημήταρ Βλάχωβ και τον Ναζίμ Χικμέτ;

                                                                                 Δημήτρης Γκιβίσης

                              Δημοσιεύτηκε στην Εποχή στις 18 Φεβρουαρίου 2007

 

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο