ΦΑΝΦΑΡΑ ΤΣΟΚΙΡΛΙΑ (FANFARA CIOCARLIA)
Οι βιρτουόζοι τσιγγάνοι από τη Ρουμανία
Συνένευξη: Στράτος Κερσανίδης

Μερικές εβδομάδες πριν γράψαμε γι’ αυτούς στη σελίδα του σινεμά με αφορμή την εμφάνισή τους στην τελετή λήξης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Τρανσυλβανία, που έγινε στο Κλουζ της Ρουμανίας. Αυτή τη φορά είχαμε την ευκαιρία να τους θαυμάσουμε ξανά αλλά και να μιλήσουμε μαζί τους με την ευκαιρία της συναυλίας που έδωσαν στις Γιορτές της Γης που πραγματοποιήθηκαν από τις 12 ως τις 16 Ιουλίου στη Βλάστη Κοζάνης. Ο λόγος για το τσιγγάνικο συγκρότημα Φανφάρα Τσοκιρλία (Fanfară Ciocârlia), δηλαδή Ορχήστρα Κορυδαλλός από το χωριό Ζέτσε Πράζινι (Zece Prăjini), δηλαδή Δέκα Κολώνες, από τη ρουμανική Μολδαβία. Οι 12 μουσικοί τα έδωσαν όλα επί σκηνής αλλά και το κοινό δεν πήγε πίσω αφού ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της μουσικής χορεύοντας ασταμάτητα από την πρώτη μέχρι την τελευταία νότα.
Τρία από τα μέλη της μπάντας, ο Κοστίκα «Τσιμάι» Τριφάν, ο Οπρίκα Ιβάντσεα και ο Ντανιέλ Ιβάντσεα, μίλησαν στην Εποχή δυο ώρες πριν από την έναρξη της συναυλίας.
Πως ξεκινήσατε να παίζετε μουσική; Έχετε σπουδάσει;
Εμείς προερχόμαστε από οικογένειες τσιγγάνων και όπως όλοι οι μουσικοί σε όλες τις τσιγγάνικες κοινότητες στον κόσμο, και όχι μόνον στη Ρουμανία, ξεκινήσαμε χωρίς σπουδές. Υπάρχουν και κάποιοι που έχουν σπουδάσει αλλά όλα ξεκινούν από όταν το παιδί από μικρό βλέπει ένα όργανο στο σπίτι, ακούει τους γονείς του να τραγουδούν και να παίζουν, βλέπει τον πατέρα πως επιστρέφει με χρήματα τα Σαββατοκύριακα στο σπίτι κι έτσι αρχίζει. Έτσι έγινε και με εμένα αλλά και με τους συναδέλφους μου στο γκρουπ. Δηλαδή δεν έχουμε σπουδάσει μουσική αλλά αρχίσαμε να παίζουμε από πολύ μικρή ηλικία, μεγαλώσαμε με κάποιο όργανο –ο δικός μου πατέρας έπαιζε κλαρίνο- κι ο καθένας έμαθε να παίζει το όργανο με το οποίο υπήρχε στο σπίτι του. Στυη συνέχεια κάποιοι έμαθαν να παίζουν κι άλλα όργανα εφόσον τους ενδιέφερε. Μετά αρχίσαμε να παίζουμε εδώ κι εκεί για να βγάλουμε χρήματα. Αυτήν είναι η ιστορία όλων των τσιγγάνων μουσικών.
Πως δημιουργήθηκε το γκρουπ, πως συναντηθήκατε και δημιουργήσατε τους «Φανφάρα Τσοκιρλία»;
Τραγουδούσαμε μαζί σε γάμους, πανηγύρια και διάφορες τέτοιες εκδηλώσεις. Κάποτε πέρασε από το χωριό μας ένας Γερμανός ο οποίος ήρθε να ακούσει τη μουσική μας, μας άκουσε, μαγνητοφώνησε μερικά τραγούδια και μετά από μερικές μέρες έκανε μια επιλογή ηχογραφώντας 2-3 κασέτες. Έτσι μας δόθηκε η ευκαιρία και ξεκινήσαμε. Αυτό έγινε το φθινόπωρο του 1996, την άνοιξη του 1997 κάναμε τις πρώτες πρόβες, αρχίσαμε με μερικές εμφανίσεις μπροστά σε κοινό στη Γερμανία και τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το πρώτο μας σιντί. Από εκεί και μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε πολύ, γιατί μόνον έτσι μπορεί να πετύχει κανείς κι έτσι φτάσαμε εδώ που φτάσαμε χωρίς όμως να ξιπαζόμαστε πως είμαστε «κάποιοι», παραμένουμε προσγειωμένοι.
Τώρα που είστε γνωστοί σε πολλές χώρες του κόσμου και πρόσφατα μάλιστα τιμηθήκατε με μουσικό βραβείο από το Μπι Μπι Σι, που ζείτε;
Εξακολουθούμε να ζούμε στο χωριό μας, στο Ζέτσε Πράζινι. Μερικοί ζουν σε κι9α ακτίνα 30 – 40 χιλιομέτρων, αλλά εξακολουθούμε να ζούμε στον τόπο μας.
Τι απήχηση έχει η μουσική σας στη Ρουμανία, και αναφέρομαι στους ανθρώπους που δεν είναι τσιγγάνικης καταγωγής;
Τι να σας πω ς, στη Ρουμανία δεν έχουμε εμφανιστεί παρά μόνον μία φορά τον περασμένο Ιούνιο, στο Κλουζ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει πως δεν αρέσει η μουσική μας, απλά έτσι συνέβη και δεν έτυθχε να δώσουμε συναυλίες στη χώρα μας. Νομίζω όμως πως η μουσική μας αρέσει. Σύντομα, μάλιστα, πρόκειται να κυκλοφορήσει για πρώτη φοράστη Ρουμανία και το τελευταίο μας σιντί.
Γνωρίζετε κάτι για τη μουσική την Ελλήνων τσιγγάνων;
Ειλικρινά, όχι! Το μόνο που γνωρίζουμε από την ελληνική μουσική είναι ο Ζορμπάς! Όχι, δε γνωρίζουμε τίποτε για τη μουσική των ομοφύλων μας από την Ελλάδα. Γνωρίζουμε για τη μουσική των τσιγγάνων από άλλες χώρες, αλλά τίποτε για την Ελλάδα. Ίσως μάθουμε στο μέλλον.
Πόσο ενσωματωμένοι κι αποδεκτοί είναι οι τσιγγάνοι στη ρουμάνικη κοινωνία;
Αρκετά, μπορώ να πω. Θα πρέπει να σας πούμε μα κάθε ειλικρίνεια πως στη χώρα μας δεν υπάρχει ιδιαίτερο πρόβλημα ρατσισμού, τουλάχιστον σε διαστάσεις όπως αλλού, για παράδειγμα στις ΗΠΑ ή σε ευρωπαϊκές χώρες. Μέχρι κάποια στιγμή ήμασταν περιθωριοποιημένοι αλλά αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει. Σήμερα έχουμε δικούς μας εκπροσώπους στην κυβέρνηση, έχουμε εκπομπές στην τηλεόραση, ο κόσμος άρχισε να μας βλέπει διαφορετικά. Μέχρι πριν από λίγο καιρό μας γνώριζαν ως οικοδόμους, αργυροχρυσοχόους, σιδεράδες, πεταλωτές. Σήμερα άρχισαν να μας αναγνωρίζουν κι ως καλλιτέχνες, ως μουσικούς. Κι αυτό το οποίο ,μείναι το πιο σημαντικό και μας κάνει να χαιρόμαστε είναι πως τώρα πια, σε αντίθεση με το παρελθόν, μπορούμε να λέμε πως είμαστε τσιγγάνοι. Ως κοινωνική ομάδα είμαστε σε μεγάλο βαθμό ενσωματωμένοι, μπορούμε και μιλάμε ελεύθερα τη γλώσσα μας, δεν έχουμε ιδιαίτερα προβλήματα.
Οι άνθρωποι όταν μιλούν για τους τσιγγάνους αναφέρονται στο «ελεύθερο πνεύμα» τους. Τι λέτε γι’ αυτό;
Ναι, το έχουμε ακούσει αυτό και μα δυσαρεστεί. Οι άλλοι νομίζουν πως αν είσαιτσιγγάνος σου αρέσει να κυκλοφορείς ελεύθερος, πως δεν έχεις ανάγκη από σπίτι όπως οι άλλοι, μένεις όπου βρεις. Όμως δεν είναι έτσι. Αν κάποιος δει μερικούς ανθρώπους να κάθονται έξω από τα αντίσκηνα, να έχουν ανάψει μια φωτιά στη μέση και να χορεύουν, αυτό δε σημαίνει πως είναι κι ευτυχισμένοι ή πως είναι «ελεύθεροι» και δεν έχουν ανάγκη από τίποτε. Ο καθένας μπορεί να αγοράσει ένα σπίτι ή ένα ακριβό αυτοκίνητο, όταν όμως δεν έχει αυτή τη δυνατότητα, τότε μένει σε αντίσκηνο. Δεν ξέρω πως ξεκίνησε αυτό με την ελευθερία του πνεύματος, απλά είμαστε ένας λαός εύθυμος.
Είσαστε μία ορχήστρα η οποία αποτελείται από 12 άνδρες. Πως συμβαίνει και δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα ανάμεσά σας;
Θα μπορούσαμε να έχουμε κάποια γυναίκα να τραγουδάει, αλλά συμβαίνει να τραγουδάμε εμείς. Έχουμε και δύο χορεύτριες στο γκρουπ και όταν κάποιος τις ζητάει τις παίρνουμε μαζί μας. Θα μπορούσαμε όμως να έχουμε και τραγουδίστρια, ίσως αποκτήσουμε στο μέλλον, απλά έτυχε να μην έχουμε.
Θέλω να πω, πως όπως εσείς γίνατε μουσικοί βλέποντας κι αγγίζοντας τα όργανα που υπήρχαν στο σπίτι σας, γιατί δε γίνεται το ίδιο και με ένα κορίτσι;
Σε εμάς οι γυναίκες δεν πολυτραγουδάνε ούτε μαθαίνουν όργανα. Κυρίως οι άνδρες είναι εκείνοι που ασχολούνται, μαθαίνουν και παίζουν μουσική. Οι γυναίκες μένουν στο σπίτι, ασχολούνται με τα παιδιά, με το νοικοκυριό, αυτές φροντίζουν το σπίτι κι όχι οι άνδρες. Και σε μας όταν λείπουμε σε περιοδείες οι γυναίκες μας μένουν και φροντίζουν το σπίτι και τα παιδιά. Επίσης το είδος της μουσικής που παίζουμε, με τα συγκεκριμένα όργανα είναι δύσκολο να παιχτεί από γυναίκες. Είναι μουσική δυνατή και πολύ γρήγορη.
Τι κομμάτια παίζετε; Για τι μιλάνε οι στίχοι των τραγουδιών σας;
Για τη ζωή! Τις δυσκολίες, τις χαρές, όλα όσα κάνουμε κάθε μέρα. Έχουμε και χορευτικό ρεπερτόριο αλλά αυτό δεν εκφράζει τίποτε, είναι κάτι σαν έθιμο, είναι παράδοση. Εμείς ακολουθούμε, όπως κάθε γκρουπ από τη Ρουμανία κι από κάθε χώρα, την παράδοση, είναι η βάση, η αρχή. Έχουμε ρουμάνικα παραδοσιακά τραγούδια, έχουμε κομμάτια ορχηστρικά, χορευτικά, τραγούδια από τα Βαλκάνια, διασκευές. Τα τραγούδια μας που έχουν στίχους μιλούν για την καθημερινή ζωή, τον έρωτα, τον πόνο.
ΕΠΟΧΗ 23/7/2006
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
