Ένας κόσμος χωριστά – Πομακοχώρια

ΣΤΑ ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ ΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ

gorgona.jpgΔεν πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που έπεσε η μπάρα και η περιοχή, ουσιαστικά, ενώθηκε με τον υπόλοιπο κορμό της χώρας.
Απομεινάρι της εποχής του ψυχρού πολέμου αλλά και ένας τρόπος απομόνωσης των “διαφορετικών” είχε ως αποτέλεσμα οι κάτοικοι της περιοχής τους οποίους το επίσημο κράτος αντιμετώπιζε ως “ξένους” να στρέψουν τα μάτια τους προς την ομόθρησκη Τουρκία.

Λίγη γεωγραφία
Τα Πομακοχώρια, είναι μια σειρά από χωριά που βρίσκονται στα βόρεια των νομών Ξάνθης και Ροδόπης. Οι κάτοικοί τους είναι ντόπιοι, Πομάκοι, μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα και μιλούν τη δική τους άγραφη γλώσσα. Όμως αυτό που μας ενδιαφέρει δεν είναι η ανθρωπολογική προσέγγιση των Πομάκων αλλά οι συνθήκες ζωής τους στην Ελλάδα του 2004. Ένα μικρό οδοιπορικό της Εποχής στα Πομακοχώρια του νομού Ξάνθης προσπαθεί να δώσει μια εικόνα της περιοχής στους αναγνώστες της.

Ο δρόμος ξεκινά από την Ξάνθη και κατευθύνεται προς τα βόρεια. Ακολουθεί την όχθη του Κόσυνθου, του ποταμού που διασχίζει την πόλη και χύνεται στη λίμνη Βιστονίδα.

Δεν είναι ούτε 20 χιλιόμετρα όταν ο δρόμος χωρίζει στα δύο. Η πινακίδα προς τα αριστερά οδηγεί στη Σταυρούπολη, τη μεγαλύτερη κωμόπολη του νομού και στη συνέχεια στη Δράμα. Ο δρόμος προς τα δεξιά είναι εκείνος που κατευθύνεται στα Πομακοχώρια του νομού Ξάνθης.

Περνώντας τα “σύνορα”
Από τη στιγμή που ο ταξιδιώτης θα περάσει τα “σύνορα” αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται κάπου αλλού. Αν και οι συνθήκες τα τελευταία χρόνια έχουν αισθητά βελτιωθεί, αν και έχουν γίνει κάποια έργα υποδομής, εντούτοις η εικόνα που αντικρίζει είναι εκείνη της φτώχιας και της εγκατάλειψης. Το αμαρτωλό παρελθόν των ελληνικών κυβερνήσεων δεν μπορεί να κρυφτεί.

Ο δρόμος στενεύει ξαφνικά μετά τη στροφή, αν και το οδόστρωμα δεν μπορούμε να πούμε πως είναι σε κακή κατάσταση. Σύντομα φτάνουμε στη Σμίνθη, ένα χωριό αρκετά ζωντανό, αν πάρουμε υπόψη μας τα καταστήματα που υπάρχουν. Εντύπωση μας έκανε η πινακίδα “Ίντερνετ καφέ – Κούβα”. Είναι Παρασκευή, κάτι σαν Κυριακή για τους μουσουλμάνους, και πολύ κόσμος βρίσκεται έξω. Στον κεντρικό δρόμο υπάρχει σχεδόν το αδιαχώρητο, όχι μόνον από τους κατοίκους του χωριού, αλλά και από επισκέπτες που έχουν έρθει από αλλού. Στην ταβέρνα “Η Γέφυρα”, δυσκολευτήκαμε να βρούμε τραπέζι αλλά το θαυμάσιο ψητό που δοκιμάσαμε μας αποζημίωσε.

Φεύγοντας, κατευθυνθήκαμε προς το Ωραίο, το οποίο βρίσκεται καμιά δεκαριά χιλιόμετρα, βόρεια της Σμίνθης. Από τη διασταύρωση και μετά τα πράγματα αλλάζουν, καθώς ο δρόμος στενεύει ακόμη περισσότερο και το οδόστρωμα δεν είναι και σε τόσο καλή κατάσταση. Πηγαίνουμε αργά στο γεμάτο στροφές δρόμο, ενώ σε μερικά σημεία υπάρχουν χώματα, εξαιτίας των πρόσφατων βροχοπτώσεων. Κάτι που τραβά την προσοχή μας είναι οι βρύσες που υπάρχουν δεξιά και αριστερά. Σύντομα αντιληφθήκαμε πως έχουν φτιαχτεί στη μνήμη κάποιων οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους σε δυστυχήματα, όπως οι χριστιανοί κατασκευάζουν εκκλησάκια.

Το Ωραίο είναι ένα ορεινό χωριό με στενούς δρόμους, μερικά γραφικά σημεία και μια κεντρική πλατεία στην οποία δεσπόζει ένα μνημείο αφιερωμένο σε όσους ντόπιους έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα. Η απουσία προστασίας για τη διατήρηση του παραδοσιακού χρώματος του χωριού είναι εμφανής, αφού υπάρχουν νέα κτίσματα σε απόλυτη δυσαρμονία με το περιβάλλον.

Η “πρωτεύουσα” των Πομάκων
ehinos1.jpg Επιστρέφουμε και ξαναπαίρνουμε τον κεντρικό δρόμο, με κατεύθυνση προς τον Εχίνο. Περνάμε τη Μύκη ενώ δεξιά και αριστερά υπάρχουν διασταυρώσεις οι οποίες οδηγούν σε χωριά με ονόματα όπως Κύκνος, Κένταυρος, Κότινο, Πάχνη κλπ.

Δεν αργούμε να φτάσουμε στον Εχίνο, που θεωρείται η “πρωτεύουσα” της περιοχής. Μια γέφυρα, η οποία ενώνει τις όχθες ενός χειμάρρου, μας οδηγεί στον ημιορεινό αυτόν οικισμό των 3.500 περίπου κατοίκων. Ένας τυπικός μουσουλμανικός οικισμός με το μεγάλο τζαμί να τραβά το μάτι του επισκέπτη αφού βρίσκεται σε ένα ψηλό σημείο του χωριού. Καθόμαστε να ξαποστάσουμε στο κιόσκι που βρίσκεται μπροστά στο τζαμί. Μερικά μικρά κοριτσάκια, γύρω στα 8 με 10 χρονών μας κοιτάζουν περίεργα. Μας χαμογελούν και μας κάνουν εντύπωση τα ανοιχτόχρωμα χαρακτηριστικά τους καθώς και οι μαντίλες που φορούν στο κεφάλι. Όταν προσπαθήσαμε να τα φωτογραφήσουμε το έβαλαν στα πόδια. “Δεν κάνει” μας λέει ένας ηλικιωμένος άνδρας ο οποίος κάθισε κοντά μας. Μας είπε ακόμη πως τα κοριτσάκια έβγαινα από το τζαμί όπου είχαν θρησκευτικό μάθημα, σα να λέμε κατηχητικό. Όσο για το μέλλον τους, “τα περισσότερα θα παντρευτούν σε μικρή ηλικία τον άνδρα που θα διαλέξουν οι γονείς τους”, είναι η απάντηση. Και αν θέλουν να μορφωθούν; “Πολύ δύσκολα. Μόνο αν καταφέρουν να φύγουν από εδώ” μας λέει η Σαμπιχά, μια κοπέλα που πήραμε με το αυτοκίνητο στην επιστροφή μέχρι την Ξάνθη.

Μια μικρή βόλτα στον Εχίνο δείχνει ακόμα πιο έντονα την εικόνα της εγκατάλειψης. Ξεχαρβαλωμένα πλακόστρωτα, λάσπες, χαλάσματα, κακοδιατηρημένα κτίρια. Σχεδόν όλες οι γυναίκες φορούν μαντίλα στο κεφάλι ενώ εντύπωση προκαλούν τα δορυφορικά πιάτα που υπάρχουν σε όλα τα σπίτια και είναι στραμμένα προς την Τουρκία. Ακόμη ένα “επίτευγμα” της επίσημης ελληνικής πολιτικής και της αντιμετώπισης των Πομάκων από την πολιτεία.

Ανθρώπινες ζωές
“Ζούμε απομονωμένοι. Εδώ εξουσία έχει ο χότζας. Οι γονείς μου δεν με αφήνουν να φύγω, φοβούνται μη γίνω ‘ελληνίδα’, ναι έτσι το λένε”, μας λέει η Σαμπιχά. “Εγώ όμως θέλω να σπουδάσω και μια μέρα θα φύγω. Φταίει το κράτος, αλλά φταίει και η δική μας κοινωνία που είναι πολύ συντηρητική”, συνεχίζει.

Οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνται με την γεωργία και την κτηνοτροφία. Το κατά κεφαλήν εισόδημα στα Πομακοχώρια είναι ένα από τα χαμηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και για το λόγο αυτό οι περισσότερες οικογένειες έχουν μέλη που είναι μετανάστες, κυρίως στη Γερμανία. Κάποιοι άλλοι προτιμούν την Τουρκία, όπως ο Τουργκάι, ο οποίος έφυγε πριν από 20 χρόνια περίπου, βρήκε δουλειά, παντρεύτηκε και ζει από τότε στην Κωνσταντινούπολη μας λέει η μητέρα του η Αϊσέ, η οποία τώρα ζει στην Ξάνθη. Η Τουρκία, όμως, αποτελεί για πολλούς και τόπο απόκτησης πανεπιστημιακών τίτλων, όπως έγινε με την κόρη της Αϊσέ, την Εμινέ.

Τα Πομακοχώρια είναι ένας κόσμος διαφορετικός μέσα στην ελληνική επικράτεια. Και η διαφορετικότητά του οφείλεται κατά ένα μεγάλο βαθμό στις πολιτιστικές, θρησκευτικές, γλωσσικές διαφορές, αλλά κατά έναν ακόμη μεγαλύτερο στο ελληνικό κράτος το οποίο επί χρόνια εφάρμοσε μια πολιτική διαχωρισμού, ένα ιδιότυπο ελληνικής έμπνευσης, απαρτχάιντ.

Σημ.: Το τελευταίο ταξίδι στα Πομακοχώρια έγινε στα τέλη Δεκεμβρίου (2003). Όμως το υλικό του άρθρου περιλαμβάνει στοιχεία και συζητήσεις από προηγούμενες εξορμήσεις.

Στράτος Κερσανίδης

Δημοσιεύτηκε στην ΕΠΟΧΗ το Δεκέμβριο του 2003

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο