Ρομάν Πολάνσκι: Μνήμες του τρόμου

Ρομάν Πολάνσκι: Μνήμες του τρόμου

Του Στράτου Κερσανίδη

romanpolanski.jpg

Με μια ταινία μνήμης συλλογικής αλλά, προπάντων, προσωπικής ο Ρομάν Πολάνσκι κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα στο φετινό Φεστιβάλ των Κανών. Γιατί ο «Πιανίστας» είναι μια ταινία βιωματική για το μεγάλο σκηνοθέτη που κουβαλά μέσα της τα τραγικά παιδικά του χρόνια στο γκέτο της Κρακοβίας, τότε που οι Ναζί συνέλαβαν τους γονείς του και τους μετέφεραν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μάλιστα, η μητέρα του δεν επέστρεψε ποτέ από εκεί μη αντέχοντας τις κακουχίες της εθνικοσοσιαλιστικής «τελικής λύσης».

Από το γκέτο της Κρακοβίας.
Ο Πολάνσκι γεννήθηκε στο Παρίσι στις 18 Αυγούστου του 1933 αλλά μετά από τρία χρόνια οι Πολωνο-Εβραίοι γονείς του αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Όμως ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή της Πολωνίας χώρισαν την οικογένεια και ο Ρομάν έμεινε στο γκέτο της Κρακοβίας μετά τη σύλληψη των γονιών του. Για καλή του τύχη κατάφερε να δραπετεύσει από εκεί την τελευταία στιγμή, λίγες μέρες πριν ισοπεδωθεί από τη γερμανική αεροπορία.ω. Για ένα διάστημα περιπλανήθηκε στην ύπαιθρό της χώρας προσπαθώντας να σωθεί. Λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του όταν μια μέρα έπεσε θύμα ενός «παιχνιδιού» μιας ομάδας γερμανών στρατιωτών. Οι στρατιώτες τον χρησιμοποίησαν ως στόχο πυροβολώντας τον και διασκεδάζοντας μαζί του ενώ προσπαθούσε να αποφύγει τις σφαίρες. Όλες αυτές οι φρικτές μνήμες των παιδικών του χρόνων είναι αποτυπωμένες στις εμμονές και τον τρόμο που χαρακτηρίζει τις περισσότερες από τις ταινίες του.

Μετά το τέλος του πολέμου επέστρεψε στην Κρακοβία και εργάστηκε ως πλανόδιος εφημεριδοπώλης για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Την εποχή εκείνη άρχισε να αναπτύσσεται και το μεγάλο του πάθος για το σινεμά παρακολουθώντας τουλάχιστον μία ταινία κάθε μέρα.

Ήταν 12 ετών όταν ξανασυνάντησε τον πατέρα του ο οποίος είχε επιστρέψει από το στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η ζωή του άρχισε να γίνεται φυσιολογική όταν ο πατέρας του αποφάσισε να τον γράψει σε τεχνική σχολή, παίρνοντας έτσι τις πρώτες συγκροτημένες γνώσεις του. Την ίδια εποχή άρχισε να παίζει και σε παιδικά προγράμματα σε ραδιοφωνικές εκπομπές. Στα 14 του ήταν ήδη ηθοποιός στο θέατρο κάτι που εξακολούθησε να κάνει και τα επόμενα έξι χρόνια.

Το όνειρό του έγινε πραγματικότητας το 1954 όταν έγινε δεκτός στην περίφημη Σχολή Κινηματογράφου του Λοτζ, από την οποία ξεπήδησαν πολλοί διάσημοι πολωνοί σκηνοθέτες. Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, από το 1954 ως το 1959, έπαιξε σε αρκετές ταινίες και σκηνοθέτησε μια σειρά από ντοκιμαντέρ μικρού μήκους. Ένα από αυτά, μια 15λεπτη ημισουρεαλιστική άσκηση με τίτλο «Δυο άνδρες και μία γκαρνταρόμπα», κέρδισε πέντε διεθνή βραβεία και ανάμεσά τους το τρίτο βραβείο στο φεστιβάλ Διεθνών Εκθέσεων των Βρυξελών για πειραματικές ταινίες.

Μαχαίρι στο νερό
Μετά από την αποφοίτησή του πήγε για δύο χρόνια στο Παρίσι όπου και γύρισε το μικρού μήκους «Ο χονδρός και ο λιγνός», μια ταινία για τη σχέση ανάμεσα σε ένα αφεντικό και τον υπηρέτη του, στην οποία ο ίδιος έπαιξε το ρόλο του λιγνού υπηρέτη. Επιστρέφοντας στην Πολωνία γύρισε τη μικρού μήκους «Θηλαστικά» και στη συνέχεια την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Μαχαίρι στο νερό». Ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό δράμα το οποίο εκτυλίσσεται μέσα σε ένα μικρό σκάφος που ταξιδεύει σε μια λίμνη. Το εξαιρετικό αυτό φιλμ ψυχολογικό φιλμ τιμήθηκε με το βραβείο των κριτικών στη Βενετία και ήταν υποψήφιο στα Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσση ταινίας.

Μετά από αυτό ο  Πολάνσκι βρέθηκε για τρία χρόνια στο Παρίσι και στη συνέχεια πήγε στο Λονδίνο και το Χόλιγουντ. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 όλες του οι ταινίες γίνονται στην Αγγλία και αυτό που τις χαρακτηρίζει είναι η τεχνική δεξιοτεχνία τους, μια βαθιά αίσθηση αλλοτρίωσης και απελπισίας των ηρώων του καθώς και η αναμφίβολη βία. Ταυτόχρονα με μία γοητευτική ωμότητα, ο Πολάνσκι κινηματογραφεί τις παρεκκλίσεις του ανθρώπινου νου, τις όψεις της φρίκης και ειδικότερα τις εκφράσεις των διαφορετικών σεξουαλικών συμπεριφορών.

Ο απόλυτος τρόμος
Με την «Αποστροφή» το 1964 και «Τη νύχτα των δολοφόνων» το 1966 συνεχίζει στο δρόμο της επιτυχίας. Αρχίζει να ωριμάζει όλο και περισσότερο και το 1967 παρουσιάζει τη «Νύχτα των βρικολάκων» μια παρωδία των ταινιών του είδους. Μάλιστα με τη «Νύχτα των δολοφόνων» κερδίζει τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Το 1968 ήταν μια μεγάλη στιγμή στην καριέρα του. Είναι η χρονιά που το κοινό παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το συγκλονιστικό «Μωρό της Ρόζμαρι». Η απόλυτη ταινία τρόμου, μέσα στο προσφιλές για το σκηνοθέτη κλειστοφοβικό, κλίμα προκαλεί ρίγη ανατριχίλας. Η νεαρή, τότε, εύθραυστη Μία Φάροου δίνει μια θαυμάσια ερμηνεία σε έναν απαιτητικό ρόλο.

Όμως τον απόλυτο τρόμο της τελευταίας ταινίας του ακολούθησε η ίδια του η ζωή. Ήταν το 1969 όταν η οκτώ μηνών έγκυος, σύζυγος του Πολάνσκι, η ηθοποιός Σάρον Τέιτ βρέθηκε σφαγμένη μέσα στην πισίνα του σπιτιού τους, από τα χέρια ενός φίλου του ζευγαριού, του Τσαρλς Μάνσον. Έτσι στα παιδικά τραύματα του σκηνοθέτη ήρθε να προστεθεί ακόμη ένα. Σοκαρισμένος έμεινε για δύο χρόνια μακριά από τα πλατό για να επανέλθει το 1971 με το σεξπιρικό «Μάκβεθ». Ο Ρομάν Πολάνσκι, θαρρείς και θέλεοι να βγάλει τα προσωπικά του απωθημένα, δίνει στην ταινία του μια πολύ βίαιη, μια αιματοβαμμένη εκδοχή. Στη συνέχεια εγκαταλείπει το Χόλιγουντ και επιστρέφει στην Ευρώπη παίρνοντας, μάλιστα, τη γαλλική υπηκοότητα.

Φιλμ νουάρ και Κάφκα
Το 1973 γυρίζει την ταινία «Τι;» έχοντας στο καστ τους Σίντνεϊ Ρομ και Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Ένα χρόνο μετά συνεργάζεται με τον Τζακ Νίκολσον και τη Φέι Ντάναγουεϊ στη θαυμάσια «Τσάινα Τάουν». Αυτή τη φορά ο Πολάνσκι επιλέγει ένα φιλμ νουάρ, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Όμως το 1976 με τον «Ένοικο» επιστρέφει στο γνωστό του κλίμα δημιουργώντας μια καφκική ατμόσφαιρα άγχους και απόγνωσης.

Το 1980 στρέφεται προς τη λογοτεχνία με τη εξαιρετική «Τες, γλυκιά μου εξαδέλφη» όπου έχει για πρωταγωνίστρια την Ναστάζια Κίνσκι, ιδανική στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Με την κωμωδία «Πειρατές», το 1985, φαίνεται σαν μπλοκαρισμένος, αφού σκηνοθετεί αμήχανα και, σχεδόν, διεκπαιρεωτικά. Φαίνεται να ξαναβρίσκει τη φόρμα του το 1988 με το «Φράντικ», ακόμη ένα σύγχρονο φιλμ νουάρ,, στο οποίο πρωταγωνιστούν ο Χάρισον Φορντ και η 22χρονη Εμανουέλ Σενιέ, η οποία έγινε σύζυγός του τον επόμενο χρόνο.

Η μεταφορά στην οθόνη του πολυσυζητημένου, τολμηρού βιβλίου του Πασκάλ Μπρικνέρ «Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα» ήταν η επόμενη ταινία του το 1992. Μετά από τρία χρόνια με το συγκλονιστικό «Ο θάνατος και η κόρη», ο Πολάνσκι ανιχνεύει τα τραύματα που άφησε στους ανθρώπους ένα δικτατορικό καθεστώς. Θαυμάσια η Σιγκούρνι Γουίβερ ερμηνεύει τη γυναίκα η οποία κρατά φυλακισμένο το βασανιστή της, τον οποίο ερμηνεύει με τρόπο συγκλονιστικό ο Μπεν Κίνγκσλεϊ.

Προτελευταία του ταινία ήταν το 1999 «Η ένατη πύλη» για να έρθει το βραβείο στις Κάνες πριν από μία εβδομάδα με τον «Πιανίστα». Η κριτική επιτροπή του φεστιβάλ φαίνεται πως συγκινήθηκε από την ευρωπαϊκή εκδοχή της «Λίστας του Σίντλερ». Έτσι ο Πολάνσκι έφυγε με το Χρυσό Φοίνικα, για μια ταινία που αφηγείται τη σωτηρία του εβραίου πιανίστα Βλαντισλά Σπίλμαν χάρις στη βοήθεια ενός φιλούμουσου γερμανού αξιωματικού. 

Οι κριτικές έγραψαν για αουτσάιντερ, για ακαδημαϊκή σκηνοθεσία, για άδικη βράβευση. Δεν έχουμε προσωπική άποψη για την ταινία. Αυτό που γνωρίζουμε είναι, πως ο Ρομάν Πολάνσκι κάθε φορά καταφέρνει να μας εκπλήσσει.

                                                                                   

                                                                      ΕΠΟΧΗ 2/6/2002

 

No Comments Yet

Κανένα σχόλιο ακόμα.

Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο