ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – Ένας δικός μας άνθρωπος

 

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ – Ένας δικός μας άνθρωπος

anagnostakis001.jpg
Οι περισσότεροι γεννιόμαστε άνθρωποι, κάποιοι άλλοι γεννιούνται Ποιητές. Και μεις από τη μεριά μας –που γεννηθήκαμε άνθρωποι- αρπαζόμαστε από τους στίχους τους για γλυκάνουμε την ύπαρξή μας. Και είναι τούτοι οι ποιητές, τεράστιοι, οι διαστάσεις τους γιγάντιες κι εμείς μικροί κι ασήμαντοι νιώθουμε μπροστά σ’ αυτό το μεγαλείο.
Πως μπορεί τώρα, ένας άνθρωπος να σταθεί μπροστά σε έναν ποιητή και να αποπειραθεί να γράψει μερικά λόγια γι’ αυτόν, είναι ένα τόλμημα που πάνω απ’ όλα περιέχει αγάπη, που είναι και ο κινητήριος μοχλός που δίνει ώθηση σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Όταν μάλιστα ο ποιητής αυτός είναι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, που οι στίχοι του συντρόφευσαν πολλά μοναχικά βράδια του γράφοντος, τότε η αγάπη αυτή συναντά και την ευγνωμοσύνη για τις υπέροχες εκείνες στιγμές της ποιητικής απόλαυσης.

Θυμάμαι τη μία και μοναδική φορά που βρέθηκα πλάι στον Μανόλη Αναγνωστάκη και μάλιστα, ανταλλάξαμε και κάποιες κουβέντες που δεν είχαν σχέση με την ποίηση. Ήταν το 1981, το βράδυ που παρακολουθούσαμε στην τηλεόραση τα αποτελέσματα των εκλογών. Υποψήφιος στην Α΄ Θεσσαλονίκης με την ανανεωτική αριστερά, το ΚΚΕ Εσωτερικού, ο ποιητής παρακολουθούσε με αγωνία. Κι όταν λίγο μετά τα μεσάνυχτα οριστικοποιήθηκε το αποτέλεσμα που έφερνε πρώτο το ΠΑΣΟΚ και το ΚΚΕ Εσωτερικού να μένει έξω από τη Βουλή, εκείνος καθόταν αμίλητος και λυπημένος σε μια γωνιά, χωρίς να έχει διάθεση για τα διάφορα αστειάκια που όλοι οι υπόλοιποι κάναμε.

Αυτός ήταν ο άλλος Μανόλης Αναγνωστάκης, ο ποιητής μιας Αριστεράς που αμφισβητούσε, μιας Αριστεράς που ήθελε να κάνει την πολιτική να μοιάζει με την ποίηση. Στην υπόθεση αυτή αφιέρωσε όλη του τη ζωή αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του.

«κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα

πατώντας πάνω στους νεκρούς μου

στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα (νικήτριες σάλπιγγες)

το καινούργιο μου τραγούδι»…

έγραφε κάποτε που το μέλλον μπορούσε να δίνει ακόμη υποσχέσεις.

Στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη βρίσκει κανείς όλο το μεγαλείο της ανθρώπινης τρυφερότητας. Είναι μια ποίηση μνήμης που μέσα της περνούν οι παλιοί φίλοι, μια ποίηση νοσταλγική για όλα εκείνα που πέρασαν στο παρελθόν και σβήνουν στο πέρασμα του χρόνου. Η αγωνία του είναι εμφανής, να κρατήσει ζωντανά όλα αυτά τα πράγματα κάνοντάς τα ποιήματα. Μια επώδυνη διαδικασία, λοιπόν, με το συναίσθημα να στέκεται πάνω απ’ όλα, χαϊδεύοντας απαλά τα τραύματα του παρελθόντος, αγγίζοντας με τρυφερότητα το πάθος της νιότης και, προσπαθώντας απεγνωσμένα να δικαιώσει όλα εκείνα τα όνειρα που χάθηκαν στη διαδρομή. Παντού υπάρχει πόνος, παντού υπάρχει θλίψη, παντού εμφανίζεται η ήττα των ανθρώπων που τους εκλάπη το νόημα της ύπαρξής τους. Κι όταν το βάρος είναι ασήκωτο, ο ποιητής σα να απολογείται, θα γράψει:

«Γιατί η ποίηση δεν είναι τρόπος να μιλήσουμε,

Αλλά ο καλύτερος τρόπος να κρύψουμε τα πρόσωπά μας».

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι βιωματικός ποιητής. Έχοντας ζήσει τις μεγάλες στιγμές της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας και έχοντας πληρώσει με το αίμα του την ιδεολογική του τοποθέτηση, γράφει για όλα εκείνα που τον πάθιασαν και για όσα τον πλήγωσαν. Δεν μεμψιμοιρεί, ούτε λυπάται για τη ζωή του. Δε θεωρεί τα χρόνια του χαμένα, αποτυπώνει όμως με θαυμαστό τρόπο το τίμημα που πλήρωσε η γενιά του, για τα οράματά της. Το κυριότερο όμως, που πρέπει να κρατήσουμε απ’ αυτόν, είναι η προσωπική στάση της ζωής του. Γιατί ο Αναγνωστάκης γράφει ανθρώπινα και ζει ποιητικά. Κι ακόμα ξέρει να σωπαίνει όταν αισθάνεται πως πρέπει να το κάνει. Έτσι σιωπηλός μένει τον τελευταίο καιρό, δίνοντας με τον τρόπο αυτόν, μεγαλύτερη αξία στις περιόδους της δημιουργίας του. Είναι και η σιωπή μια αρετή που ανήκει στους μεγάλους, είναι ακόμη και μια πράξη αντίστασης στο ισοπεδωτικό κλίμα της εποχής που κυριαρχείται από την ιδεολογία του τίποτα και η οποία απειλεί να μας καταπιεί όλους. Θαρρώ όμως, πως ακόμη υπάρχει μέλλον, υπάρχει χώρος για αντίδραση στον ευδαιμονισμό και την κυριαρχία της αδιαφορίας που μας έχει επιβάλει μια κάστα ηλιθίων, που θεωρούν επιτυχία το να μοστράρουν όλη την ώρα τη φάτσα τους στην τηλεόραση, μιλώντας χωρίς να έχουν τίποτα να πουν. Όταν όμως μετά από μερικά χρόνια, η ποίηση του Μανόλη του Μανόλη Αναγνωστάκη θα εξακολουθεί να υπάρχει, αυτούς δε θα τους θυμάται κανείς.

Αισιόδοξα θα τελειώσω τούτο το κείμενο, γιατί η Ιστορία εξακολουθεί να γράφεται και ευτυχώς δε φτάσαμε ακόμη στο τέλος της., όπως μερικοί ανόητοι επιμένουν να υποστηρίζουν. Και η αισιοδοξία αυτή έρχεται πάλι από την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη:

«Όμως ο πόλεμος δεν τελείωσε ακόμα

Γιατί κανένας πόλεμος δεν τελείωσε ποτέ!».

Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Στις 29 Δεκεμβρίου 1940, ενώ ήταν ακόμη μαθητής, πρωτοδημοσίευσε ένα ποίημά του με τίτλο «Μολών λαβέ» στην εφημερίδα Νέος Κόσμος. Όμως ουσιαστικά ως πρώτη του δημοσίευση θεωρείται το ποίημα «1870-1942», το Σεπτέμβριο του 1942 κι αυτό επειδή έγινε στο λογοτεχνικό περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα. Φοίτησε στο Πειραματικό Γυμνάσιο Θεσσαλονίκης και το 1949, σε ηλικία 24 ετών, καταδικάστηκε σε θάνατο επειδή θεωρήθηκε πως ανήκε στα υψηλά κλιμάκια, του παράνομου τότε, ΚΚΕ. Αργότερα, επί κυβερνήσεως Πλαστήρα, έγινε αναθεώρηση της δίκης, και αθωώθηκε.

Έχουν εκδοθεί οι παρακάτω ποιητικές συλλογές:

1945: Εποχές

1946: Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Δύο Ωδές, Ωδή στον Σαλβαντόρ Νταλί, Ωδή στον Γουόλτ Γουίτμαν (μετάφραση.

1948: Εποχές 2

1951: Εποχές 3

1954: Η Συνέχεια

1956: Τα Ποιήματα (περιλαμβάνονται οι συλλογές Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια 2)

1962: Η Συνέχεια 3

1965: Υπέρ και Κατά (σημειώσεις κριτικής)

1971: Τα Ποιήματα 1941-1971 (περιλαμβάνει τις συλλογές Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια, Η Συνέχεια 2, η Συνέχεια 3, Ο Στόχος)

1976: Τα Ποιήματα (επανέκδοση του προηγούμενου)

1978: Προβλήματα Πολιτικής και Κουλτούρας, Τα Αντιδογματικά, Άρθρα και Σημειώματα 1946-1977

1979: Το Περιθώριο ’68-΄69

1980: Παιδική Μούσα (με το ψευδώνυμο Μανούσος Φάσσης)

1983: Υ.Γ.

1985: Τα Ποιήματα (επανέκδοση των προηγούμενων συλλογών)

1985: Αντιδογματικά, Άρθρα κα Σημειώματα 1946-1977

1985: Το Περιθώριο ’68-’69 (επανέκδοση)

1985: Τα Συμπληρωματικά, Σημειώσεις Κριτικής

1986: Ο Κατήφορος (με το ψευδώνυμο Μανούσος Φάσσης)

1987: Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του. Μια πρώτη απόπειρα κριτικής προσέγγισης.

1987: Ο Μανόλης Αναγνωστάκης αυτοανθολογούμενος

 

Στράτος Κερσανίδης

ΕΞΩΣΤΗΣ 26/1/1996

 

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΕΠΙΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ


1870-1942

Απόψε, όπως καθόμαστε, μια διάθεση ρομαντική.

δεν ξέρω πως, στην ίδια όλους μας συνεπήρε δίνη.

«Πανσέληνος», το ημερολόγιο έγραφε: λέξη μαγική!

και ξαπλωμένοι, ο ένας κοντά στον άλλο, είχαμε μείνει

και το ρολόι στο χέρι μας πρόσμενε τη σελήνη.

 

Κι’ εκείνη εφάνη κάποτε, πίσω από τα σκιερά βουνά

και της κιθάρας το απαλό την υποδέχτη χάδι.

Ένας εστέναξε βαθειά, κάποιος άλλος ζητούσε να

δακρύση, όπως εταίριαζε στο διάφανο σκοτάδι,

και τρίτος εψιθύριζε στίχους του Βασιλειάδη…

 

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας.

Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα’ ρχότανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα.

Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε. Η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές,

χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας.

Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι

λαχταρούσε, ξεχνώντας το δικό του κορμί, να χαρίσει στους άλλους μιαν άνοιξη.

Ήμασταν όλοι μαζί, να θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.

Μια μέρα μας σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Χάρης»/

«Σκοτώθηκε»

ή κάτι τέτοιο.

Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.

Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα’ χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.

Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούργιας ζωής μας.

Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει…

Δεν είμαστε όλοι μαζί: Δυο-τρεις ξενιτεύτηκαν,

Τράβηξ’ ο άλλος μακρυά, μ’ ένα φέρσιμο αόριστο, κι ο Χάρης σκοτώθηκε.

Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούργιοι – γεμίσαν οι δρόμοι.

Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες.

Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια…

Αν, μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη,

ξεχώρισες, είν’ η δική του.

Ανάβει μικρές πυρκαγιές,

χιλιάδες μικρές πυρκαγιές,

που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας.

Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος,

π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος,

που μας δείχνει σαν ήλιος τις χρυσές πολιτείες

που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην αλήθεια και στο αίθριο φως.


Τώρα

Κι όμως, Δημήτρη, ξανά πίσω δεν πρέπει να

γυρίζουμε

Χρέος μας είναι πια να μη γυρίσουμε.

Ας ξαναρχίσουμε πάλι εκείνο το τραγούδι

που λέγαμε στην αρχή

Ας ξανασκεφτούμε τα ίδια πάλι πράγματα όπως

όταν ξεκινήσαμε

Γιατί όλα ξέρεις, πως τελειώνουνε και μόνο ένα

δεν τελειώνει

Γιατί η ίδια η ζωή, Δημήτρη, είναι κι αυτή

όμορφη

Όσο κι αν είν’ μοιραίο να τις ζήσει ή κι αν τις ζει

ακόμα.

Τώρα που φτάσαμε εδώ δεν πρέπει να ξαναγυρίζουμε.

Πιο καλά να σταθούμε εδώ, μα όχι πάλι πίσω.

 

Επίλογος

Οι στίχοι αυτοί μπορεί να’ ναι οι τελευταίοι,

οι τελευταίοι στους τελευταίους που θα γραφτούν,

γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια

-αυτοί που θα μιλούσαν πέθαναν νέοι.

Τα θλιβερά τραγούδια τους γενήκανε πουλιά

σε κάποιον άλλον ουρανό που λάμπει ξένος ήλιος,

γενήκαν άγριοι ποταμοί και τρέχουνε στη θάλασσα,

και τα νερά τους δεν μπορείς να ξεχωρίσεις.

Στα θλιβερά τραγούδια τους φύτρωσε ένας λωτός,

να γεννηθούμε στο χυμό του εμείς οι πιο νέοι.

 

 

2 σχόλια

  1. Καλησπέρα.

    Γιατί το πανέμορφο αυτό κείμενο για τον Μανόλη Αναγνωστάκη εμφανίζεται δύο φορές; Καλό θα είναι να διορθωθεί αυτό το λάθος.

    Με φιλικούς χαιρετισμούς.

    Βίκυ Παπαπροδρόμου

  2. Καλημέρα.

    Χαίρομαι πολύ που διορθώθηκε.

    Ένα ακόμη σχόλιο, αν μου επιτρέπεται:

    Μήπως στην επιλογή ποιημάτων θα έπρεπε να αναφέρεται και η συλλογή στην οποία ανήκει το καθένα τους;

    Ο Μανόλης Αναγνωστάκης είναι ΤΟ υπόδειγμα γνήσιου ποιητικού ταλέντου που έγραψε εξαιρετικά σημαντικά ποιήματα σε πολύ νεαρή ηλικία και πολύ δύσκολες εποχές για τον τόπο. Και «σιώπησε» εξίσου νωρίς, όταν ένιωσε πως δεν έχει να πει κάτι σπουδαιότερο απ’ όσα ήδη είχε αναφέρει – ίσως κι όταν είδε πως η φωνή του δεν θα εισακουόταν πια με την κατηφόρα που είχε αρχίσει να παίρνει η σύγχρονη Ελλάδα. Έμεινε για πολλά χρόνια βουβός και παρατηρούσε ως την εποχή που αναφέρεις ότι τον συνάντησες για πρώτη φορά.

    Οι νεότεροι αναγνώστες, λοιπόν, θα μπορέσουν να καταλάβουν σε ποια ηλικία του ποιητή και σε ποια ιστορική περίοδο γράφτηκε το κάθε ποίημα και να εκτιμήσουν ακόμη περισσότερο αυτόν τον σπουδαίο ποιητή που είναι πραγματικά «ο δικός μας άνθρωπος», αφού με κάθε στίχο του είναι σαν να κάθεται δίπλα σου, πίνει καφέ μαζί σου και σου μιλάει με γλώσσα απλή, μεστή κι ανθρώπινη.

    Φιλικά.

    Βίκυ


Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI

Γράψτε ένα σχόλιο