ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, «… ωραίος σαν Έλληνας»

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που με το έργο τους καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα «σύνορα» ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, να καταργήσουν τον ίδιο το θάνατο, να τον κάνουν κι αυτόν ζωή.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος –που λίγες μέρες πριν συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια από τότε που «έφυγε» (31 Οκτωβρίου 1985), είναι ένας από αυτούς. Ζωγράφος και ποιητής –ή αντίστροφα αν προτιμάτε- ο Εγγονόπουλος υπήρξε ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του υπερρεαλισμού στη χώρα μας. Ο Εξώστης θέλοντας να τον τιμήσει, επιχειρεί να παρουσιάσει ένα σεμνό αφιέρωμα στο μεγάλο αυτόν καλλιτέχνη και άνθρωπο.
Η ζωή του
Ο Νίκος Εγγονόπουλος γεννήθηκε το 1910 στην Αθήνα. Ο πατέρας του Παναγιώτης καταγόταν από το Φανάρι και η μητέρα του Ερριέττη από την αρχοντική οικογένεια της Ύδρας, του Μπέη Βούλγαρη.
Το 1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών τεχνών όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη. Αποφοίτησε το 1938 αλλά συνέχισε τις σπουδές του. Κοντά στον Ευάγγελο Ιωαννίδη εμβάθυνε στην τεχνική του ιμπρεσιονισμού ενώ τη βυζαντινή τέχνη την έμαθε από τους Ανδρέα Ξυγγόπουλο και Φώτη Κόντογλου. Ο ίδιος ο Εγγονόπουλος μιλώντας για τους δασκάλους του, αποκάλεσε τον Παρθένη «μεγάλο ζωγράφο, μεγάλο άνθρωπο, μεγάλο δάσκαλο» και τον Κόντογλου «άνθρωπο με τη γενναία ψυχή». Εκτός, όμως, από τη ζωγραφική ο Εγγονόπουλος εξερευνά και τα μονοπάτια της ποίησης. Παράλληλα με τις εικαστικές σπουδές του, μαθήτευσε κοντά στον Μένο Φιλήντα, μελετώντας την ελληνική γλώσσα. Η γνωριμία του με τον Ανδρέα Εμπειρίκο και η φιλία που ένωνε τους δύο άνδρες ήταν μία σημαντική στιγμή στη ζωή του Εγγονόπουλου.
Όταν ξέσπασε ο ελληνο-ιταλικός πόλεμος, κι αφού προηγουμένως λόγω της κομουνιστικής του ιδεολογίας πέρασε από έναν πειθαρχικό λόχο, στάλθηκε στην πρώτη γραμμή. Μετά τη μάχη στο Όστροβο (13 Απριλίου 1941), συνελήφθη και κλείστηκε από τους Γερμανούς σε στρατόπεδο εργασίας. Κατάφερε, όμως, να δραπετεύσει και επέστρεψε στην Αθήνα με τα πόδια.
Ο Νίκος Εγγονόπουλος δεν εγκατέλειψε τις αριστερές του ιδέες ποτέ μέχρι το τέλος της ζωής του. Το πιο σημαντικό, όμως ήταν [ως έζησε σύμφωνα με αυτές τις ιδέες. Κρατώντας την αντικομφορμιστική συμπεριφορά του, απέφευγε τις κοσμικές συναναστροφές και διατηρούσε σχέσεις με τους ομοϊδεάτες του λογοτέχνες όπως, η Μέλπω Αξιώτη, η Έλλη Αλεξίου, ο Μενέλαος Λουντέμης, ο Βάλιας Σεμαρτζίδης, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Κοσμάς Πολίτης κ.α. οι οποίοι συγκεντρωνόταν στο σπίτι του Νίκου Καββαδία.
«Είμαι μπολσεβίκος», δήλωνε το 1948, σύμφωνα με μαρτυρία της Μπέτυς Βακαλοπούλου (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 28-29/10/1995), ενώ σε συνέντευξή του στα Νέα το 1976 έλεγε: «θαυμάζω τον Λένιν, ήταν μεγάλος άνδρας».
Ο ζωγράφος

Ο Νίκος Εγγονόπουλος παρουσίασε για πρώτη φορά έργα του στο κοινό σε ατομική έκθεση, το 1939. Η Πέγκυ Κουνελάκη, γράφει: «Η πρώτη επαφή του καλλιτέχνη με το κοινό προκαλεί πολλές αντιδράσεις, μια και είναι ο πρώτος υπερρεαλιστής ζωγράφος στην Ελλάδα. Οι αντιδράσεις και η εχθρότητα παίρνουν μεγάλες διαστάσεις και προέρχονται από ειδικούς και μη. Παρότι πικραίνεται βαθιά με την αντιμετώπιση που του γίνεται, εξακολουθεί τη διττή καλλιτεχνική του δημιουργία, δίνοντάς μας πραγματικά αριστουργήματα. Για το Νίκο Εγγονόπουλο, ο υπερρεαλισμός είναι κάτι το έμφυτο, δεν αναπτύχθηκε μέσα από επιρροές ξένων καλλιτεχνών ή από διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα. Οι φιγούρες του είναι συγκεκριμένες, ενώ τα πρόσωπα απροσδιόριστα, χωρίς χαρακτηριστικά που κινούνται σε χώρους γνώριμους αλλά όχι συγκεκριμένους. Τα απρόσωπα όντα του καλλιτέχνη μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια ονειρική θεατρική παράσταση, που το ντεκόρ τους έχει κάνει ο ζωγράφος με θαυμαστή μαεστρία. Τα όντα αυτά, κινούνται αργά και επίσημα, σε διάφορες χαριτωμένες πόζες, επιδεικνύοντας τα υπερτροφικά και μυώδη άκρα τους. Ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά του καλλιτέχνη είναι, πως δημιουργεί έναν ελληνικό υπερρεαλισμό, δίνοντας στο διεθνές ρεύμα περισσότερο ανθρώπινα και λογικά στοιχεία. Εμπνέεται από την ελληνική μυθολογία και χρησιμοποιεί το χρώμα του ελληνικού ουρανού, σα φόντο στα περισσότερα έργα του. Όμως το εντυπωσιακότερο ίσως στοιχείο της δουλειάς του Εγγονόπουλου, είναι το χρώμα του. Έτσι η πλαστικότητα στις φιγούρες, σε συνδυασμό με τα θαυμάσια φωτεινά χρώματα, δημιουργούν μια καλλιτεχνική και πνευματική ανάταση, πραγματικά πρωτόγνωρη».
Ο ποιητής
Η πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Εγγονόπουλου «Μην ομιλείτε εις τον οδηγόν» εκδόθηκε το 1938. Το 1944 κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση του «Μπολιβάρ», του πιο γνωστού από τα έργα του, της οποίας επακολούθησαν τρεις επανεκδόσεις. Χρησιμοποιώντας το νοτιοαμερικάνο επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ (1783-1830), ο ποιητής μιλά για την Ελλάδα, για τους ήρωές της, παραπέμποντας στο Ρήγα Φεραίο και τον Άρη Βελουχιώτη. Αλλά ο Μπολιβάρ μπορεί να είναι και ο Λένιν και ο Ροβεσπιέρος ακόμη. Άνθρωποι τους οποίους θαύμαζε ο Εγγονόπουλος και θα ήθελε να μιλήσει γι’ αυτούς. Πουθενά, όμως, δε λέει ο ίδιος σε ποιον συγκεκριμένα αναφέρεται.
Η ποίησή του, όπως και η ζωγραφική του, ακολουθεί τους δρόμους του υπερρεαλισμού. Μπορεί κανείς μέσα στους στίχους του, να ανακαλύψει τους προβληματισμούς, τις αγωνίες του, τα πιστεύω του αλλά και την ευαισθησία του, τον τρυφερό άνθρωπο που αγαπά και ερωτεύεται.
Επειδή αισθάνομαι πολύ μικρός για να αντιμετωπίσω το μεγαλείο της ποίησης του Νίκου Εγγονόπουλου, σας παραπέμπω σε αποσπάσματα από ποιήματά του που δημοσιεύονται σε διπλανές στήλες αυτού του αφιερώματος.
Στράτος Κερσανίδης
ΕΞΩΣΤΗΣ 17/11/1995
ΜΠΟΛΙΒΑΡ (απόσπασμα)
Μπολιβάρ! Κράζω τ΄ όνομά σου ξαπλωμένος στην κορυφή του Έρε,
Την πιο ψηλή κορφή της νήσου Ύδρας.
Από δω η θέα εκτείνεται μαγευτική μέχρι των νήσων του Σαρωνικού, τη Θήβα,
Μέχρι κει κάτω, πέρα απ’ τη Μονεμβασιά, το τρανό Μισίρι,
Αλλά και μέχρι τον Παναμά, της Γουατεμάλας, της Νικαράγουα, του Οντουράς, της Αιτής,
του Σαν Ντομίνγκο, της Βολιβίας, της Κολομβίας,
του Περού, της Βενεζουέλας, της Χιλής, της Αργεντινής, της Βραζιλίας, Ουρουγουάη, Παραγουάη, του Ισημερινού ακόμη και του Μεξικού.
Μ’ ένα σκληρό λιθάρι χαράζω τ’ όνομά σου πάνω στην πέτρα,
νάρχουνται αργότερα οι άνθρωποι να προσκυνούν.
Τινάζονται σπίθες καθώς χαράζω –έτσι είτανε, λεν, ο Μπολιβάρ- και παρακολουθώ
Το χέρι μου καθώς γράφει, λαμπρό μέσα στον ήλιο.
Είδες για πρώτη φορά το φως στο Καρακάς. Το φως το δικό σου,
Μπολιβάρ, γιατί ως νάρθης η Νότια Αμερική ολόκληρη είτανε βυθισμένη στα πικρά σκοτάδια.
Τ’ όνομά σου τώρα είναι δαυλός αναμμένος, που φωτίζει την Αμερική, και τη Βόρεια και τη Νότια και την οικουμένη!
Οι ποταμοί Αμαζόνιος και Ορινόκος πηγάζουν απ’ τα μάτια σου.
Τα ψηλά βουνά έχουν τις ρίζες στο στέρνο σου,
Η οροσειρά των Άνδεων είναι η ραχοκοκαλιά σου.
Στην κορφή της κεφαλής σου, παλληκαρά, τρέχουν τ’ ανήμερα άτια και τ’ άγρια βόδια,
Ο πλούτος της Αργεντινής.
Πάνω στην κοιλιά σου εκτείνονται οι απέραντες φυτείες του καφφέ.
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουν το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους,
Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας (…)
ΥΜΝΟΣ ΔΟΞΑΣΤΙΚΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ Π’ ΑΓΑΠΟΥΜΕ (απόσπασμα)
Είν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν τα ρόδια
έρχονται και μας βρίσκουνε
τις νύχτες
όταν βρέχει
με τους μαστούς τους καταργούν τη μοναξιά μας
μεσ’ τα μαλλιά μας εισχωρούν βαθειά
και τα κοσμούνε
σα δάκρυα
σαν ακρογιάλια φωτεινά
σα ρόδια (…)
ειν’ οι γυναίκες π’ αγαπούμε σαν λιμάνια
(μόνος σκοπός
Προορισμός
των ωραίων καραβιών μας)
τα μάτια τους
είν’ οι κυματοθραύστες
οι ώμοι τους είν’ ο σημαιοφόρος
της χαράς
οι μηροί τους
σειρά αμφορείς στις προκυμαίες
τα πόδια τους
οι στοργικοί
μας
φάροι
- οι νοσταλγοί τις ονομάζουν Κ α τ ε ρ ί ν α –
είναι τα κύματά τους
οι υπέροχες θωπείες
οι Σειρήνες τους δεν μας γελούν
μόνε
μας δείχνουνε το δρόμο
-φιλικές-
προς τα λιμάνια: τις γυναίκες π’ αγαπούμε.
έχουνε οι γυναίκες π’ αγαπούμε θεία την ουσία
κι όταν σφιχτές στην αγκαλιά μας
τις κρατούμε
με τους Θεούς κι εμείς γινόμαστε όμοιοι
στηνόμαστε ορθοί σαν άγριοι πύργοι
τίποτε δεν είν’ πια δυνατό να μας κλονίσει
με τα λευκά τους χέρια
αυτές
γύρω μας γαντζώνουν
κι έρχονται όλοι οι λαοί
τα έθνη
και μας προσκυνούνε
φωνάζουν
αθάνατο
στους αιώνες
τ’ όνομά μας
γιατί οι γυναίκες π’ αγαπούμε
τη μεταδίνουν
και σ’ εμάς
αυτή
τη θεία τους
ουσία
ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ
την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαραββάν;
Χριστόν
την Γλάτειαν ή μίαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνην ή το θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη
την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
την γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο
νυν ή αεί;
αεί
αυτόν ή τον άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον;
εσένα
το άλφα ή το ω μέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν;
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πέλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη
ν’ αγαπιέσαι ή ν’ αγαπάς;
ν’ αγαπώ.
2 σχόλια
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο

Copyright 2005 ΠΏΡΙΉΣ ΧΟΛΙΑΣΤΟΣ
για την ελληνική γλώσσα σε όλο του κόσμο
Η πυευματική ιδιοκτησία αποκτάται χωρίς καμιά διατύπωση και χωρίς την ανάγκη ρήτρας απαγορευτικής των προσβολών της. Επισημαίνεται πάντως ότι κατά το Ν. 2387/20 (όπως έχει τροποποιηθεί με το Ν. 2121/93 και ισχύει σήμερα) και κατά τη Διεθνή Σύμβαση της Βέρνης (που έχει κυρωθεί με τo Ν. 100/1975), απαγορεύεται η αυαδημοσίευση, η αποθήκευση σε κάποιο σύστημα διάσωσης και γενικά η αναπαραγωγή ΤΟΥ παρόντος έργου, με οποιονδήποτε τρόπο ή μορφή, τμηματικά ή περιληπτικά,στο πρωτότυπο ή σε μετάφραση ή άλλη διασκευή, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.
Είναι αναμφισβήτητος κανόνας πως ο έρωτας αυτιπληρώνεται με μια περιφρόνηση οικεία και κρυμμένη. Γι αυτό οι άνθρωποι πρέπει να φυλάγωνται απ’ αυτό το πάθος που καταστρέφει ΤΟ παν και αυτοκαταστρέφεται.
(Φραγκίσκος Βάκων, Φιλοσοφικά Ηθικά και Πολιτικά Δοκίμια)
Ο «ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ» είναι θεατρικό έργο στο οποίο ιστορείται ο μυθικός έρωτας του Πολύφημου και της Γαλάτειας σε έμμετρη μορφή.
Σας δίνω την πρώτη πράξη του έργου. Οι επόμενες θα σας δοθούν εφόσον μου πείτε ότι τις θέλετε
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
(δράμα σε πέντε πράξεις)
Χρόνος: μυθικός
Τόπος: Οι πρώτη, όεύτερη, τέταρτη και
πέμπτη πράξεις διαδραματίζονται στη
Σικελία. Η τρίτη στον Όλυμπο,
Πρόσωπα του έργου: Γαλάτεια, Γλαύκη, Νηρηίδες (η φωνή τους), Πολύφημος, Γλαύκος, Δίας, Ερμής. Αφροδίτη, Άκις.
ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ (παραλία)
ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Τι θάμα είναι σήμερα που εγίνει!
Ο σκοτεινός πώς φώτισεν ο κόσμος!
Γεμάτη με γητέματα και μάγια
η φύση πώς γλυκάστραψε μπροστά μου!
Κι ούτε γεννήθηκα πριν από χρόνια.
To σήμερα εμένα έχει γεννήσει.
Και του Νηρέα εγώ παιδί δεν είμαι-
ο Έρως μάννα μου κι αυτός πατέρας.
Σήμερα ο Άκις μού ’πε μ’ αγαπάει-
ότι κι αυτόν τον χτύπησαν τα βέλη
Τον φτερωτού Θεού γιά με. Αχ! Έρω!
Διπλα σ’ ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου.
Η κάθε λύπη μου έχει πιά φύγει
κι αλάφρυνα που λες και θα πετάξω.
Αχ! Έρωτα! Σε φίλτρο ποιό βνθίζεις
τα βέλη σου και όποιονε χτυπήσουν
την ευτυχία τον κάνοννε να νιώσει…
Πριν ήμουνα μιά Νύμφη όπως όλες.
Τώρα μια Νύμφη είμαι που αγαπάει
και,Ερωτα, μια Νύμφη που αγαπιέται.
Τo σώμα μου μιά γλύκα το κατέχει.
Χαρά μια χύθηκε μες στην φυχή μου-
χαρά και γλύκα μου τα μάτια τον ΆΚΙ.
Tι κι αν αθάνατη τάχατες ήμουν!
Και τι να το ‘κανα της ζωής το όώρο
αν μακριά μου έμενε η αγάπη;
Μα έχω απ’ αγάπη πλημμυρίσει.
Θεοί! Αυτό λοιπον το μυστικό σας!
Θεά είμαι κι εγώ τώρα κοντα σας.
Τώρα κι εμέ της ευτυχίας ο ήλιος
με φέγγει όλη. Κι είναι και δικιά μου
Η γνώση όλη κι όλη η δύναμή σας.
Πριν σαν τη Γη την προγιαγιά μου ήμουν,
ως ήταν oι Θεοί πριν την καρπίσουν.
Όπως εκείνην τα θεριά σπαράζαν
ΚΙ αγριοι δράκοντες τη μακελλεύαν
έτσι κι εμέ η θλίψη με κρατούσε.
Και τα θεριά του πόνου με ξεσκίζαν.
Κι όπως αυτή στολίστηκε με ρυάκια,
και με δεντρά και με πουλιά και μ’ άνθη
έτσι και ‘γω ‘μαι τώρα στολισμένη
με μύρια δώρα.Και λαλώ-κι ανθίζω.
Σ’αυτά τα μέρη η ζήση μου περνούσε.
Με τις πολλές παρέα τις αόερφές μου
έπαιζα όλη μέρα και γελούσα.
Καμιά η θάλασσα της Σικελίας
κρυφή απ’ τις χάρες της δε μου κρατούσε.
Και των βυθών της τη χρυσή μαγεία
και των νερών της τις τερπνές εικόνες
και τον φωτόλουστο τον λευκαφρό της
όλα γιά μάς λες τα ’χε φυλαγμένα.
Μα ΚΙ αν δεν τά ’χε ποιός τηνε ρωτούσε;
ποιος στα τρελλα της νιότης μας παιχνίδια
κάποιον φραγμό να βάλει θα μπορούσε;..
Όμως σα νιό κι εκείνη κοριτσάκι
γελούσε και χαιρότανε μαζί μας
μ’ όποιο ξεφάντωμα νεανικό μας.
Αλλ’ άψυχη χαρά ήταν εκείνη
και στη σπηλιά μας βράόυ σα γυρνούσα
οι πέτρες της βαραίναν την ψυχή μου
κι ενιωθα τη χαρά μου προδομένη.
Κι εγώ, η αθάνατη,μες στου θανάτου
τα βρόχια ήμουνα παγιδεμένη.
Κενό ένα μέγιστο ένιωθα εντός μου
σα να μη γίνανε όσα είχαν γίνει
και σαν αυτά που ήτανε να γίνουν
αξία μέσα τους καμιά δεν κλείναν.
Και μέσα βυθιζόμουνα στον πόνο
που η έλλειψη μαζί της πάντα φέρνει.
Πόσες ευχές όεν εκανα στο Δία
θνητή παρακαλώντας να με κάνει
ώστε ο θάνατος να με λυτρώσει
απ’ όσους η ζωή μού ’δινε πόνονς…
Ή πάλι του ’λεγα: «Δία Πατέρα
κάνε με μια πετρούλα-εν’ ανθάκι
Κάνεμ’ ένα ρυάκι, ένα πουλάκι
τον πόνο της αγάπης να μη νιώθω».
Αλλά ο Δίας δε μ’ άκουγε. Και τώρα
βλέπω γιατί- Θεέ, Μεγάλε Δία
μ’ άφησες όπως ήμουν γιατί άλλο
σχεδιαζανε τα φρένα σου γιά μένα.
Μ’ άφησες όπως ήμουν για να νιώσω
την πιο μεγάλη απ’ όλες ευτυχία.
Και να! Όλα στη ζωή μου μέσα αλλάξαν
κι όλα της τα κενά έχουν γεμίσει
απ’ της αγάπης τη γλυκειά τη χάρη.
Νερά, τώρα σα μέσα σας θα μπαίνω
σαν άγνωστη έτσι να ’μαι θα σας μοιάζω-
σαν κάποιο άλλο να κρατείτε σώμα.
Και σείς, συντρόφισσες των παιχνιδιών μου,
θα με κοιτάζετε σα να ’μουν ξένη.
(Μπαίνει η Γλαύκη, βλέπει τη Γαλάτεια να μιλάει και κάθεται παράμερα, αθέατη από αυτήν).
Είναι που τώρα μόνη μου δεν είμαι.
Είναι που τώρα όπου και να πάω
του Άκι την ψυχή έχω μαζί μου
σφιχτά με τη δικήνε μου πλεγμένη.
Eίναι που του Άκι μου η κάθε σκεψη
και σκέψη έγινε γλυκειά δική μου.
Είναι σ’ αιώνιο ένα φιλί που δέσαν
οι δυό υπάpξεις μας, καθώς όεμένο
το ακρογιάλι με το κύμα είναι.
Μ’ ας πάω τώρα στις καλές μου φίλες
τον νέο μου εαυτό να τους γνωρίσω. Ας πάω γιά να όουν οι αόερφές μου Την αλλαγή που μού ‘φερε η αγάπη.
Και να στολίσω ας πάω το κορμί μου όπως να κάνουν ξέρουν οι γυναίκες
γιατ’η ομορφιά θαρρώ μαγνήτης είναι
που την αγάπη τη γλνκειά τραβάει.
(Βγαίνει η Γαλάτεια. H Γλαύκη έρχεται
στο κέντρο της σκηνής).
ΓΛΑΥΚΗ
Ας ήτανε κι εγώ να τραγουδήσω
γιά την αγάπη όπως η Γαλάτεια.
Ο Άκις δεν τη διώχνει από κοντά του
και δείχνει να του αρέσει. Κάποια μέρα
θα τους ενώσει σίγουρα η Αγάπη.
Αλλ’ αν εγώ το στομα μου θ’ ανοίξω
κατάρες και βρισιές θα ‘χω γιά κεινην-
γιά χρόνια τον Πολύφημο αγαπάω
κι ούτε αυτός που με προσέχει όιόλου.
To πάθος που γι αυτόν έχω με τρωει.
Η γλύκα τον μουάχου του ματιού του
με λιώνει.Κι όπου αν πάω,κι όπου γυρίσω
η θύμησή του όλην με κατέχει.
Μα εκείνος τον αγύριστο το νου του
Τον εχει στη Γαλάτεια όλον δοσμένον.
Γιά χρόνια τώρα υποφέρω έτσι.
Κι ολόκληρη η ζωή μου έχει φύγει
Σ’ αυτόν τον πόνο μεσα βουτηγμέυη.
Πόσο προσπάθησα να τόνε κάνω
κι εμένα λίγο έστω να προσέξει…
Χαμένη πήγε κάθε μου προσπάθεια.
Γι αυτόν υπάρχει λες στον κόσμο μέσα
μον’ η Γαλάτεια κι άλλη πια καμία.
Και κάθε τόσο εν’ απ’ τα μεγάλα
σφάζει τα πρόβατά του και θυσία
στην Αφροόίτη τη θεά προσφέρει,
δική του να του δώσει τη Γαλάτεια. Κνίσσες γεμίζει όλος γυρω ο τόπος
και λιγοστεύουνε τα πρόβατά του.
Μα η Γαλάτεια γνώμη δεν αλλάζει.
Γιά μένα βέβαια καλό αυτό ’ναι
γιατί μ’ αφήνει μια μικρήν ελπίδα
πως κάποτε ο Πολύφημος θα πάψει
να θέλει εκείνη που τον αποφεύγει
και στη δική μου αγκαλιά θε να ‘ρθει.
(Μικρή σιωπή . Σκεπτική)
Πολύ χαρούμευη ήταν η Γαλάτεια.
Εύχομαι η αιτία της χαράς της
αρχή και για χαρά δική μου να ‘ναι.
Αλλά σα να ‘ργησε απόψε ο ύμνος
που ψάλλουν κάθε βράδυ οι αδερφές μου-
που τους καυμούς τους στα φτερά του παίρνει
και τους σκορπά στο βραδινόν αέρα
κι αυτός, όπου ψυχή, τηνε σπαράζει.
(Μπαίνει ο Πολύφημος.Η Γλαυκη πάε ι κοντά του και με τα δυό της χέρια αγκαλιάζει τα χέρια του με λαχτάρα).
Καλώς τον τον Πολυφημο.Τι κάνεις;
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Καλά κι εγώ ‘μαι και τα πρόβατά μου.
Καλά κι η μέρα πήγε ως τα τώρα.
Τέσσερα αρνιά οι προβάτες μου γεννήσαν.
Τ’ άφησα στη σπηλιά με τις μανάδες.
Τ’ άλλα τ’ απόλυσα εδώ πιό πέρα
να βόσκουν στο παχύ της γης χορτάρι
κι ήρθα να δω γιά λίγο τη Γαλάτεια
ΚΑΙ γιά ν’ ακούσω τ’ όμορφο τραγούδι
που ολες αντάμα λέτε κάθε βράδι.
ΓΛΑΥΚΗ
Αχ! αν τα λόγια σου ήτανε μαχαίρια
χίλιες φορές θα μ’ είχανε σκοτώσει
έτσι οπως ίσια μπαίνουν στηυ καρδιά μου.
Κι έτσι αθώα ως βγαίνουν σου απ’ τα χείλη
απόδειξη καθένα είναι ΟΤΙ
πιό εύστοχο το βέλος ειναι ’κείνο
που ρίχνεται χωρίς να σημαδεύει.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Τα λόγια σου δεν τα καταλαβαίνω,
Γλαύκη ,και δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Mα πες μου πούθε πήγε η Γαλάτεια;
Και μήπως ηρθα αργά γιά το τραγούδι;
ΓΛΑΥΚΗ
Εδώ τριγύρω κάπου ειν’ η Γαλάτεια.
Eίναι καλά.Την είδα εγώ πριν λίγο.
Kι ακόμα το τραγούδι οι αδερφές μου
δεν το ’πανε. Σα να σε περιμέναν.
(Ακούγεται μιά γλυκειά μουσική
και ύστερα το τραγούδι,)
Μα να που το τραγούδι αρχινάει.
(Ο Πολύφημος της κάνει νόημα να σωπάσει.
Kαι ΟΙ δύο κάθονται αμίλητα ακούγοντας)
ΝΗΡΗΙΔΕΣ
Έρωτα εσύ, ασπροφτέρουγο αγόρι
εσύ μάς γέννησες-δε μας λυπάσαι;
Ρίξε τα βέλη σου τα πυρωμένα
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Ελα και δος μας ό,τι δίχως κείνο
η νύχτα Τάρταρα κι Άδης η μέρα.
Έλα και τα κορμιά έχουν ανοίξει
σαν τα πολύσπερμα ώριμα ρόδια.
Έλα και τάισε, μέρεψε το λύκο
που κλείνουμε ανάμεσα στα πόδια.
Έλα στα ζαρκαδένια μας τα στήθια
να φέρεις το τραχύ αντρίκιο χέρι.
Εσύ που την Ψυχή είχες αγαπήσει
κι ωσότου να τη βρεις πονούσες τόσο,
εσύ την πυρκαγιά μπορείς να νιώσεις
βαθιά μέσα στα στήθη μας που καίει.
Εσύ που γέννησες Θεούς κι ανθρώπους,
Έρωτα, μή μονάχες μάς αφήνεις
και φέρε στο κρεβάτι μας τον άντρα.
Κι αν, Έρωτα,ζωή μάς έχεις δώσει-
μα είναι θάνατος χωρίς αγάπη.
Δίχως τον άντρα είναι το κορμί μας
έρημος που ανήλεα την καίει
ο φλογερός της πεθυμιάς ο ήλιος.
Ερωτα στείλε μπόρες, καταιγίδες…
Στείλε θεέ τον άντρα.-πότισέ μας.
Στείλε θεέ ένα χέρι να χαδέψει
Τ’ αχάδευτο κι αφίλητό μας τ’ άνθος.
Είμαστε ατρύγητα μικρά δεντράκια
και μάς βαραίνουν οι πολλοί καρποί μας΄
Διαφευτευτές ζητάμε πεινασμένους.
Να δώσουμε-να δώσουμε ζητάμε.
Ερωτα δος μας τη γλυκειάν αγάπη.
Εσύ μάς γέννησες-δε μάς λυπάσαι;
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Μόνες εδώ να πλένε στ’ ακρογιάλι
κανείς να τις λυπάται είναι αλήθεια…
Θυσίες κάνουνε στην Αφροδίτη;
ΓΛΑΥΚΗ
Κάνουν μα η θεά όεν τις ακούει.
Αλλά εγώ ανάγκη δεν την έχω.
Εκείνο που ζητούσα εγώ το βρήκα.
Και εισ’ εσύ Πολύφημε ο άντρας
που αγαπώ .Μ’ αρέσει η δύναμή οου.
Μ’ αρέσει το αντρίκιο το κορμί σου.
Μ’ αρέσ’ η μυρωδιά σου η τραγίσια.
Μ’ αρέσουν όσα λες και όσα κάνεις.
Γιατί και συ δε μ’ αγαπάς λιγάκι;
Και δε με νιάζει αν πετώντας βράχια
βουλιάζεις τ’ ανεμόφτερα καράβια.
Και δε με νιάζει αν τρως ανθρώπων κρέας.
Kαι δε με νιάζει αν έτρωγες και μένα
τα χέρια σου αφού πρώτα θα με κλείσουν.
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Έχω καράβια να βουλιάξω χρόνια,
σα μου ’πε η Γαλάτεια πως δεν πρέπει.
Κι όταν μου είπε πως καλό δεν είναι
να τρώω ανθρώπους, έχω σταματήσει.
Ο,τι μου είπε όλα τα ’χω κάνει.
Όμως αυτή και πάλι δε με θέλει.
Ακόμα τα μαλλιά μου τα χτενίζω
και τώρα δε γυρνώ με βρώμια ρούχα.
Μα τίποτα δεν άλλαξε. Τι άλλο
να κάνω πρέπει για να μ’ αγαπήσει;
Kαι τελευταία την είδα να μιλάει
με το βρωμιάρη :αυτόν-το γιο του Πάνα.
Τον Άκι. Και την είδα να γελάει
μαζί του όπως με μένα δε γελάει.
Με μέ γελάει για να κοροιδέψει
κάτι που πάνω μου δεν της αρέοει
Μ’ αυτόν γελούσε μες απ’ την καρδιά της
σα να ’θελε να τον ευχαριστήσει. . .
Αλλά μπορεί και να μου φάνηκε έτσι.
Δεν είναι σίγουρο αν δε δει το μάτι
κι αν δεν ακούσουνε τ’ αυτιά καθάρια
τις πράξεις και τα λόγια, που υποψία
καμία στην ψυχή μας δεν αφήνουν.
ΓΑΛΑΤΕΙΑ
Πολύφημε γιατί να τυρρανιέσαι
για κάποια που εκείνη δε σε θέλει
αφού υπάρχω εγώ που η καρδιά μου
δική σου είναι δίχως να ζητάει
τίποτ’ απ’ όσα σου ζητά’ η Γαλάτεια;
Σε μένα αρέσεις έτσι όπως είσαι
και δε ζητώ καθόλου να σ’ αλλάξω.
Πέτα όσες θέλεις πέτρες΄και καράβια
βούλιαζε όσα μπορείς. Και τα μαλλιά σου
μην τα χτενίζεις . Φόρα βρώμια ρούχα
και μη μιλάς μ’ ευγένεια και με χάρη.
Δε με πειράζουν ολ’ αυτά εμένα.
Έτσι σε θέλω: αρρενωπόν κι αγροίκο
καθώς οι άντρες οι αληθινοί ’ναι.
Να ’χεις στο νου σου τη Γαλάτεια πάψε
και πάρε εμένανε στην αγκαλιά σου.
Γιατί Πολύφημε να υποφέρεις;
Γιατί ΚΙ εμένα να με βασανίζειςς
ΠΟΛΥΦΗΜΟΣ
Γλαύκη είσαι όμορφη και σύ σαν κείνη
ΚΑΙ σ’ αγαπώ και σενανε στ’ αλήθεια.
Μα όπως έχω μες στα πρόβατά μου
γιά μια προβάτα πιότερην αγάπη
από τις άλλες, που αν θα με ρωτούοαν
“θάθελες να σου πάρουμε τη μία,
εκείνη την προβάτα, ή δέκα άλλες;”
τις δέκα αντίς της θα ’δινα τις άλλες,
έτσι και τώρα –το γιατί δεν ξέρω –
στο νου μου έχω πάντα τη Γαλάτεια.
Θυσίες στην Αφροδίτη όσες κι αν κάνω
όλες ως τώρα πάνε στα χαμένα.
Κι αφότου ηρθ’ εδώ αυτός ο ξένος
τα πρόβατά μου δύο δυο τα σφάζω
διπλά η χάρη της να με προστρέξει.
ΓΛΑΥKΗ
Κι αν δε μου το ’λεγες όμως το ξέρω
από τις κνίσσες που τον γύρω αέρα
διπλά με μυρωόιές βαριές γεμίζουν.
Και δίλημμα μεγάλο την φυχή μου
στα δυο χωρίζει. Από τη μία θέλω
να κάνει ότι ζητάς η Αφροδίτη,
μ’ από την άλλη “όχι” λέω πάλι
“γιατί για πάντα έτσι θα τον χάσω”•
Δεν ξέρω τι να πω και τι να κάνω.
Μα μήπως επερίμενα ποτέ μου
εγώ, η Γλαύκη η όμορφη, η κόρη
του κραταιού και δίκαιου Νηρέα
να γίνω πεpιγέλιο της αγάπης;..
Γη κι Ουρανέ και σύ Ωκεανέ μου
και Χάος και Νύχτα κι Έρεβος κι Αιθέρα,
προπάτορές μου κραταιοί, σάς κράζω
ελπίδα μες στην τόση απελπισιά μου:
δώστε μου του Πολύφημου το χάδ ι.
(Τέλος της πρώτης πράξης)
ΓΙΩΡΓΗΣ ΧΟΛΙΑΣΤΟΣ
[...] Αφιέρωμα για τον Εγγονόπουλο υπάρχει στου Κερσανίδη… [...]